Αυτοκίνητα των ‘90s κορνάρουν επίμονα στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Καλλιρόης. Κυρίες με ταγιέρ με βάτες μπαινοβγαίνουν σε γραφεία, η περίεργη γειτόνισσα χαζεύει από το μπαλκόνι την κίνηση, το συνοικιακό ζαχαροπλαστείο σερβίρει πάστα νουγκατίνα, ενώ κάπου στο βάθος ακούγεται η φωνή της Ρίτας Σακελλαρίου.
Η Αθήνα των ‘90s, όπως κάποιοι δεν τη γνώρισαν ποτέ, ζωντανεύει από το πρώτο δευτερόλεπτο του «Ριφιφί», της πλέον πρόσφατης τηλεοπτικής δουλειάς του Σωτήρη Τσαφούλια στην COSMOTE TV, που από τη στιγμή που την ξεκινάς, δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις.
Η απόλυτη αναβίωση της εποχής
Το πρώτο που σε καθηλώνει στο «Ριφιφί» είναι η εξαιρετική αναπαράσταση μιας εποχής γνώριμης όσο και ξεχασμένης. Η συνολική αίσθηση ενός ολόκληρου -περασμένου- κόσμου, όπως αποτυπώνεται στα σκηνικά,στα κτίρια, στα ρούχα, στα χτενίσματα, στις διαφημίσεις στα τρόλεϊ, στα πειραγμένα “παπιά”, στα ραδιοκασετόφωνα με την κεραία και τις 60άρες κασέτες, στη μελόντικα που παίζει τα κάλαντα, στη Μάγια τη Μέλισσα που προβάλλεται σε μια ογκώδη τηλεοπτική οθόνη, στο σεμεδάκι που στολίζει το ψυγείο, στον φραπέ και τα τσιγάρα που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε γραφείο.

Το «Ριφιφί» δεν ανασυνθέτει απλώς τον τόπο και τον χρόνο της αληθινής ιστορίας της μεγαλύτερης ληστείας στην Ελλάδα (του ριφιφί της τράπεζας Εργασίας στον Νέο Κόσμο, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1992, με δράστες που μέχρι σήμερα παραμένουν άγνωστοι). Σε βάζει μέσα σε αυτόν. Η κίνηση στην Καλλιρόης είναι τόσο ρεαλιστική, που νομίζεις πως μυρίζεις το καυσαέριο των εποχών, που η Αθήνα ήταν πνιγμένη στο νέφος.
Κι αν αυτός είναι ο πρώτος, δεν είναι ο μόνος ούτε καν ο κύριος λόγος που σε κάνει να βλέπεις απανωτά και τα τέσσερα επεισόδια -και να θέλεις κι άλλο. Η προσεγμένη στη λεπτομέρεια αισθητική, είναι ένα αρχικό στοιχείο που προκαλεί τον θαυμασμό κι εντυπωσιάζει, όμως ο βασικός στόχος της σειράς δεν είναι να εντυπωσιάσει, αλλά να αφηγηθεί. Να ζωντανέψει μια συναρπαστική ιστορία και να δώσει πνοή σε μια ομάδα ηττημένων και ετερόκλητων αντιηρώων, που διεκδικούν δικαιοσύνη.
Διαβάστε ακόμη: Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή: Οι μεγάλες προσδοκίες για την ταινία που μάλλον δεν είχαμε ανάγκη
Κάθε σκηνή έχει την αξία της
Στο «Ριφιφί» κάθε σκηνή έχει την αξία της -όχι μόνο σε επίπεδο αισθητικής. Το δυνατό και προσεγμένο σενάριο των Βασίλη Ρίσβα, Δήμητρας Σακαλή ξετυλίγει μια σφιχτοδεμένη πλοκή και ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες των επτά βασικών ηρώων και τις ιστορίες τους, με σκηνές και διαλόγους που προκαλούν αβίαστα άλλοτε γέλιο, κι άλλοτε συγκίνηση.

Η σύγχρονη σκηνοθετική ματιά του Τσαφούλια καθοδηγεί μαεστρικά την αφήγηση από το σπαραγμό και την αδικία στη ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων. Της δίνει ένταση και ρυθμό, συναίσθημα και κορύφωση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ανεξαιρέτως όλοι οι ηθοποιοί κάνουν ένα βήμα παραπάνω. Πετυχαίνουν ακριβώς αυτό που είχε πει ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος στην πρώτη παρουσίαση της σειράς στο «αρχηγείο» των ληστών - παλιό κτίριο του ΟΤΕ στην Καλλιθέα: «Νιώθω ότι ανεβαίνω σκαλοπάτι στην καριέρα μου, κάνοντας αυτό το ρόλο με αυτούς τους συνεργάτες».
Μια θαυμαστή συνύπαρξη ηθοποιών
Οι ερμηνείες και μόνο είναι ένας καλός λόγος για να δούμε τη σειρά. Η Ευαγγελία Μουμούρη, ισορροπεί στο ρόλο του «εγκέφαλου» της μεγάλης ληστείας και ταυτόχρονα μιας τραγικής γυναίκας, που δεν έχει τίποτα πια να χάσει. Ο υπέροχος Βασίλης Χαραλαμπόπουλος συγκινεί αβίαστα σε σχεδόν κάθε βεβιασμένο του χαμόγελο ως ένας πονεμένος σύζυγος που θρηνεί την απώλεια της αγαπημένης του, γιατί δεν βρήκε τα χρήματα που χρειάζονταν για να σωθεί.
Διαβάστε ακόμη: Ήταν δίκαιο, έγινε πράξη: Η πιο αδικημένη κωμική σειρά του Mega επιστρέφει εκεί που δεν το περιμέναμε

Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης είναι ο απόλυτος ηττημένος οικογενειάρχης, που βλέπει τη δουλειά και τη ζωή, που έχτιζε γύρω της για δεκαετίες, να καταρρέει. Ο Πάνος Βλάχος ενσαρκώνει ιδανικά τη ματαιότητα μιας γενιάς που έχει ανάγκη να υπάρξει. Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος είναι ο σαστισμένος γιος και πατέρας που τρώει απανωτά χτυπήματα. Κι οι εξαιρετικοί Δήμος Γιγαντάκης, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, δημιουργούν ένα υπέροχο δίδυμο, που -ακόμα και σε αυτό το σπουδαίο καστ- ενίοτε κλέβει την παράσταση.
Τη δική τους, ιδιαίτερη πινελιά, προσθέτουν οι μικρότεροι ρόλοι, όπως ο Άρης Λεμπεσόπουλος ως ο άρρωστος πατέρας, ο Αχιλλέας Ζέρβας ως Θέμης, στην πρώτη του εμφάνιση και η Έλη Δρίβα ως η ήρεμη, φωτεινή και αυτοσαρκαστική αδερφή.

Μια παλιά, αλλά κι απόλυτα σημερινή ιστορία
Όλοι οι χαρακτήρες του «Ριφιφί», όσο και αν κινούνται σε περασμένο χρόνο (33 χρόνια πριν), είναι αληθινοί, οικείοι, σημερινοί. Ταυτίζεσαι με αυτούς, τους έχεις συναντήσει κι ίσως διασταυρώνεσαι καθημερινά μαζί τους στον δρόμο. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη δύναμη, που το κάνει ακαταμάχητο: ο ευτυχής συνδυασμός σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών του δίνει βάθος και ουσία. Φέρνει μια ιστορία των ‘90s στο σήμερα, την καθιστά επίκαιρη και διαχρονική, με ήρωες που πάντα θα υπάρχουν -και κάποτε ίσως εξεγερθούν.
Εν αναμονή, λοιπόν, των δύο τελευταίων επεισοδίων (που θα προβληθούν τις Δευτέρες 12 και 19/1), δεν είναι καθόλου παρακινδυνευμένο το συμπέρασμα ότι το «Ριφιφί» δεν είναι απλώς άλλη μια μεγάλη ελληνική παραγωγή. Είναι μια σειρά, που ανταγωνίζεται και ξεπερνά ακόμα και ξένες παραγωγές με υψηλότερα μπάτζετ.
Κι ας μου επιτρέψουν οι φανατικοί πιστοί του «Έτερος εγώ» (που έχει χαρακτηριστεί ως «σειρά φαινόμενο», η οποία άλλαξε την ελληνική μυθοπλασία), αλλά όσο δύσκολος κι αν είναι ο συναγωνισμός ακόμα και μεταξύ των έργων του ίδιου σκηνοθέτη, το «Ριφιφί» αξίζει τον τίτλο της καλύτερης τηλεοπτικής δουλειάς του Τσαφούλια μέχρι σήμερα. Και - χωρίς επιφυλάξεις - της καλύτερης τηλεοπτικής σειράς της σεζόν, με διαφορά από τη δεύτερη.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.