Μενού
  • Α-
  • Α+

Συγκλόνισε ο Αριστείδης Χερουβείμ, που έχασε τη μητέρα, την αδελφή και τα δίδυμες ανιψιές του στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, κατά την κατάθεσή του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας. «Κανείς να μη βρεθεί στη θέση να μαζεύει μισοκαμένα παιχνίδια από τον κήπο. Να πρέπει να αξιολογήσεις τι από τα πράγματα των κοριτσιών θα πρέπει να πετάξεις και τι να δώσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας, συγκλονίζοντας το δικαστήριο. «Κάποιοι από τους κατηγορούμενους θα έπρεπε να είναι στη φυλακή και σίγουρα όλοι την επόμενη ημέρα θα έπρεπε να είχαν ξηλωθεί από τις θέσεις τους», είπε ο κ. Χερουβείμ, μεταξύ άλλων και πρόσθεσε πως θεωρεί υποκριτικό ότι ορισμένοι από τους κατηγορούμενους βρίσκονταν στη σύσκεψη με τον τότε πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, και έκαναν όλο αυτό το θέατρο ενώ είχαν ήδη εντοπιστεί οκτώ σοροί.

Διαβάστε ακόμα: Φωτιά στο Μάτι: Βλέπαμε ανθρώπους να επιπλέουν, και μετά μαύρες σακούλες - Συγκλονίζουν επιζήσαντες στη δίκη

Αναφερόμενος στη μοιραία ημέρα όπου έχασαν τη ζωή τους 104 άνθρωποι ο Αριστείδης Χερουβείμ ανέφερε: «Έχασα τη μητέρα μου, την αδελφή μου, και τις δίδυμες ανιψιές μου. Το σπίτι μας είναι στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Το πρώτο σπίτι του Ματιού, που συναντά κάποιος από Αθήνα. Έχω ζήσει όλα μου τα καλοκαίρια στο Μάτι. Πάντα θυμάμαι που υπήρχε ένα πυροσβεστικό όχημα εκεί. Εκείνη την ημέρα ήταν η πρώτη που η αδελφή μου, είχε πάρει μετάθεση στο κέντρο υγείας και πήγε στην υπηρεσία της. Γύρισε σπίτι και μετά από λίγο δολοφονήθηκαν και οι τέσσερις».

Αναφερόμενος για την επικοινωνία που είχε με τη μητέρα του κατέθεσε: «Με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου στις 6:30, μου είπε "βλέπω φλόγες" και της λέω "φύγε". Πέντε λεπτά αφού μιλήσαμε, και αφού είχαν κάνει 50 μέτρα από το σπίτι, συνάντησαν ένα ζευγάρι γείτονες πεζούς και ένα ζευγάρι στο αυτοκίνητο τους. Το ζευγάρι σταμάτησε με το αυτοκίνητο, πιθανώς να τους πάρει. Έπιασε φωτιά το αυτοκίνητο, το ζευγάρι σώθηκε και οι υπόλοιποι έξι κάηκαν». «Πήρα την πυροσβεστική αμέτρητες φορές. Το λιμενικό δεν απάντησε ποτέ. Η αστυνομία δήλωνε αναρμόδια και μου είπε να πάρω το ΑΤ Νέας Μάκρης που με παρέπεμψαν στο Κέντρο Υγείας Ραφήνας που δεν απάντησε κανένας», είπε σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ο κ.  Χερουβείμ.

Παράλληλα συμπλήρωσε: «Γύρω στις 9:30 το βράδυ, στη μέση του δρόμου βρήκαν την οικογένεια μου και δεξιά του δρόμου το ζεύγος Σκαραμαγκά. Το μήνυμα των πυροσβεστών έλεγε ότι κατέσβησαν τις σορούς με πυροσβεστήρα». «Στα 50 μέτρα ήταν περιπολικό και είδα κάποιες σωρούς σκεπασμένες με λευκό σεντόνι. Στη συνέχεια παρατήρησα στην άλλη άκρη ζεύγος Σκαραμαγκά, που ήταν παντελώς απανθρακωμένο και δεν τους είχαν σκεπάσει με σεντόνι. Μου είπαν για νεαρές γυναίκες που ήταν κάτω από το σεντόνι. Ζήτησα να κάνω αναγνώριση. Τους φαινόταν δύσκολο. Επέμεινα. Εκεί αναγνώρισα τη μητέρα, την αδελφή μου και ένα παιδάκι, το άλλο δεν μου το έδειξαν γιατί ήταν πολύ καμένο». «Δεν κατηγορώ το δικαστήριο αλλά το νομικό πλαίσιο», σημείωσε ακόμα ο Αριστείδης Χερουβείμ και συνέχισε: «Να μη γίνει ξανά Μάτι. Η δικογραφία έγινε 4,5 χρόνια μπαλάκι. Οι κατηγορούμενοι είναι αθώοι μέχρι απόδειξης ενοχής, αλλά υπάρχουν εδώ άνθρωποι σαν εμάς που είμαστε τα θύματα και πρέπει να μας προστατεύσετε».

«Βλέπαμε ανθρώπους να επιπλέουν, και μετά μαύρες σακούλες»

Νωρίτερα;, «γροθιά στο στομάχι» αποτέλεσαν οι καταθέσεις ανθρώπων που σώθηκαν από την πύρινη κόλαση στο Μάτι. «Ηταν τόσο το θερμικό φορτίο που έλιωσαν τα σίδερα... Τον μόνο ένστολο που είδα ήταν μια λιμενικός στις 11 τη νύχτα στο λιμάνι της Ραφήνας», είπε με τρεμάμενη φωνή ο Αλέξανδρος Φλώρος καταθέτοντας στη δίκη για την εθνική τραγωδία 2018.

Ο μάρτυρας περιέγραψε στο δικαστήριο τις προσπάθειές του να σώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του. Οπως είπε βρίσκονταν στο σπίτι τους που απέχει περίπου 600 μέτρα από την ακτή. «Είδα τη φωτιά να έρχεται προς τα εμάς, υπήρχαν παντού στάχτες. Εβλεπα πυκνή ροή οχημάτων από τη Μαραθώνος και κάτω. Φωνάζω στην οικογένεια να βγουν έξω και μπήκαμε στο αυτοκίνητο να φύγουμε», είπε ο μάρτυρας και σημείωσε ότι κανένας δεν τους ειδοποίησε να φύγουν.

Κατάφερε να φτάσει μαζί με τους συγγενείς του στην ακτή «Μπήκαμε στη θάλασσα, κάποια στιγμή χάσαμε τη στεριά, δεν βλέπαμε. Κολυμπούσαμε, προσπαθούσαμε να μείνουμε ενωμένοι, ο αέρας δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα. Προσπαθούσαμε να μείνουμε σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Έπεφταν σπίθες, κουκουνάρια στο νερό. Κάποια στιγμή δυσκόλεψαν τα πράγματα πάρα πολύ. Ακούγαμε τα αεροπλάνα και νομίζαμε ότι έρχονταν να μας σώσουν, φωνάζαμε βοήθεια. Κάποια στιγμή η γυναίκα μου λέει, «αυτό ήταν...».

Οπως είπε είχαν αρχίσει να χάνουν το κουράγιο τους και προσπαθούσαν να παραμένουν ενωμένοι κολυμπώντας, μη γνωρίζοντας προς τα πού κατευθύνονται. «Μετά από πολλές ώρες είδαμε κάτι φώτα. Είχαμε φτάσει κοντά στο λιμάνι της Ραφήνας, ήταν φώτα πλοίου. Ερχόταν ένα ψαροκάικο. Μας έριξε φως με φακό, μετά μια κουλούρα. Η γυναίκα μου είχε πάθει υποθερμία, τα παιδιά είχαν γίνει μπλε. Μας έδωσαν κουβέρτες. Είδα έναν παππού να επιπλέει στη θάλασσα... Ανέσυραν μια γυναίκα, της έκαναν ανάνηψη, δεν τα κατάφερε... Μας έβγαλαν στην ακτή, από το σοκ δεν θυμόμασταν να πάρουμε τηλέφωνο κάποιον δικό μας... Δεν βλέπαμε καλά, στην ακτή φαίνονταν κάποια ασθενοφόρα. Εκεί είδαμε πλαστικές σακούλες μαύρες που τις έκλειναν... Αν μέναμε μέσα στο σπίτι θα καιγόμασταν...»

«Αν δεν βλέπαμε τον καπνό και δεν φεύγαμε εκείνη την ώρα θα είχαμε καεί. Πολύ απλά...» είπε ο Ιωάννης Χατζηαθανασίου ο οποίος έχασε την αδελφή του στην φονική πυρκαγιά. Ο μάρτυρας μένει στη Ραφήνα και την επόμενη ημέρα πήγε στο σπίτι της αδελφής του στο Κόκκινο Λιμανάκι να δει τι είχε συμβεί. «Είδα το σπίτι κατεστραμμένο. Είδα μετά το αυτοκίνητο με τα κλειδιά μέσα και με βαλίτσες φορτωμένο να έχει καεί». Οπως κατέθεσε και ο ίδιος κινδύνεψε από την πυρκαγιά. «Δυστυχώς δεν εμφανίστηκε κάποιο ελικόπτερο να κάνει ρίψεις. Μόνο μία ρίψη είδα γύρω στις 5, 5 παρά. Δεν υπήρχε μέριμνα, δεν ειδοποιήθηκα από κανέναν, ούτε είχα κάποια πληροφόρηση».

Ο Κωνσταντίνος Χατζησταματίου, ο οποίος νοσηλεύτηκε για περίπου 40 ημέρες, καθώς είχε υποστεί εκτεταμένο έγκαυμα στο πρόσωπο σημείωσε ότι «Καμία υπηρεσία δεν μερίμνησε. Δεν υπήρξε από κανέναν ειδοποίηση, εάν δεν βλέπαμε τον καπνό και τη φωτιά δεν θα φεύγαμε», κατέθεσε. Βρισκόταν με τη σύζυγο, τη νύφη του και τον εγγονό του στο σπίτι τους στο Μάτι. «Γύρω στις πεντέμισι, έξι παρά είδαμε πυκνούς καπνούς. Στις έξι άρχισαν να πέφτουν μεγάλες καύτρες. Είδα τη φωτιά μέσα στην αυλή μας. Έξι και δέκα πήρα τη γυναίκα μου τη νύφη μου και τον εγγονό μου και φύγαμε. Πουθενά δεν υπήρξε πυροσβεστικό όχημα. Το μόνο όχημα που εμφανίστηκε ήταν γύρω στις 10 και μισή το βράδυ».