Τα αποτελέσματα της έρευνας που οδήγησαν στην διαλεύκανση της δολοφονίας της 45χρονης Σταυρούλας από το Βαρύπετρο Χανίων, η οποία ήταν αγνοούμενη από την 30ή Μαΐου, ανακοινώθηκαν σήμερα από την Αστυνομία.
Ο διευθυντής Αστυνομίας Χανίων, ταξίαρχος Κανέλλος Νικολάου δήλωσε πως «πρόκειται για μία ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτητική υπόθεση, καθώς η εξαφάνιση της γυναίκας δηλώθηκε στην Υπηρεσία μας στις 8 Ιουνίου 2026, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου. Ουσιαστικά, οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, με μοναδικό στόχο τη διακρίβωση της τύχης της αγνοούμενης και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».
Κατά την εξέλιξη της έρευνας, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αξιολόγηση και διασταύρωση των μαρτυρικών καταθέσεων. Οι αστυνομικοί της υπηρεσίας προχώρησαν στη λεπτομερή ανασύνθεση του χρονολογίου των γεγονότων, εξετάζοντας κάθε πληροφορία και κάθε αναφερόμενη επαφή της παθούσας κατά τις τελευταίες ώρες πριν από την εξαφάνισή της.
Οι αντιφάσεις
Μέσα από αυτή τη συστηματική διαδικασία, άρχισαν να αναδεικνύονται ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακολουθίες στους ισχυρισμούς προσώπου που είχε αποδεδειγμένα βρεθεί σε επαφή με το θύμα την ημέρα της εξαφάνισής της και το οποίο, σταδιακά, τέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών ως πρόσωπο ιδιαίτερου αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί προχώρησαν στη συλλογή και ανάλυση μεγάλου όγκου βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής. Η επεξεργασία των καταγραφών επέτρεψε την ακριβή ανασύνθεση κρίσιμων κινήσεων της παθούσας και του υπόπτου, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στην οικία του την ημέρα της εξαφάνισής της και αποκαλύπτοντας σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών δεδομένων και των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Το καθοριστικό σημείο καμπής της έρευνας υπήρξε η εγκληματολογική διερεύνηση της οικίας στο Βαρύπετρο, όπου είχε μεταβεί η παθούσα λίγο πριν χαθούν τα ίχνη της.
Διαβάστε ακόμα: «Έτρεχε αίμα, σκέφτηκα ότι θα με μπλέξει η τρελή»: Σοκάρει η απολογία του 43χρονου
Με τη συνδρομή εξειδικευμένου συνεργείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών πραγματοποιήθηκε ενδελεχής και εξονυχιστική εξερεύνηση τόσο της οικίας όσο και του οχήματος που χρησιμοποιούσε ο φερόμενος ως δράστης. Ειδικότερα, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Διερεύνησης Εγκλημάτων και Εξέτασης Αποτυπωμάτων, αξιοποιώντας αρχικά ειδικές πηγές φωτισμού και στη συνέχεια εφαρμόζοντας εξειδικευμένες εγκληματολογικές μεθόδους ανίχνευσης βιολογικών ιχνών (bluestar), εντόπισαν κηλίδες αίματος σε διάφορα σημεία των εξεταζόμενων χώρων.
Τα ευρήματα συλλέχθηκαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα εγκληματολογικά πρωτόκολλα, διασφαλίστηκαν ως πειστήρια και υποβλήθηκαν σε εργαστηριακές εξετάσεις. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δείγματα γενετικού υλικού από στενούς συγγενείς της αγνοούμενης, καθώς και από τον βασικό ύποπτο της υπόθεσης, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις.
Οι επιστημονικές εξετάσεις της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών απέδωσαν εξαιρετικά σημαντικά αποτελέσματα. Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τις κηλίδες ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, προέκυψε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη.
Η συνδυαστική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών στοιχείων, των αποτελεσμάτων της εγκληματολογικής έρευνας, των εργαστηριακών αναλύσεων DNA και του βιντεοληπτικού υλικού, επέτρεψε στους αστυνομικούς να σχηματίσουν ένα πλήρες, συνεκτικό και απολύτως τεκμηριωμένο αποδεικτικό πλαίσιο.
Υπό το βάρος των αδιάσειστων στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί, ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και υπέδειξε στους αστυνομικούς το ακριβές σημείο όπου είχε μεταφέρει και θάψει τη γυναίκα, σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο σε περιοχή Βαθύλακκο των Χανίων.
Άμεσα οργανώθηκε επιχείρηση έρευνας στο συγκεκριμένο σημείο, παρουσία ιατροδικαστή και εξειδικευμένων συνεργείων. Κατά τις εργασίες εκταφής εντοπίστηκε η γυναίκα, θαμμένη στο έδαφος, τυλιγμένη σε διαδοχικές σακούλες και δεμένη με πλαστικούς σφιγκτήρες, επιβεβαιώνοντας πλήρως τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης.
Σήμερα, Δευτέρα 22 Ιουνίου, έχει προγραμματιστεί η διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής, προκειμένου να προσδιοριστούν τα ακριβή αίτια θανάτου.
Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Σε βάρος του φερόμενου ως δράστη σχηματίστηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία από πρόθεση, η οποία υποβλήθηκε σήμερα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων, ώστε να ακολουθήσουν οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες.
Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος κρατείται ήδη από τις βραδινές ώρες της Παρασκευής 19 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης που αφορά παράνομη καλλιέργεια φυτείας κάνναβης στην περιοχή Φουρνέ Χανίων, και έχει προγραμματιστεί να οδηγηθεί ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή αύριο, Τρίτη 23 Ιουνίου.
Η απολογία του δράστη
Στην απολογία του, ισχυρίστηκε ότι αφού τη χτύπησε, τη φίμωσε και τη θεώρησε νεκρή, γύρισε με μαχαίρι όταν άκουσε ότι είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της και αργότερα επέστρεψε ξανά κρατώντας ένα κούτσουρο όταν την άκουσε να καλεί σε βοήθεια.
Ο δράστης περιέγραψε επίσης τι έκανε με τη σορό της γυναίκας. Κατά το ekriti.gr ισχυρίστηκε ότι στις 30 Μαΐου η Σταυρούλα τον ενημέρωσε τηλεφωνικά πως θα επισκεπτόταν το σπίτι του. Όπως κατέθεσε, έφτασε περίπου στις 16:20.
«Είδα να τρέχει αίμα. Ξεκίνησε να φωνάζει και τότε θόλωσα. Τη χτύπησα με το μπουκάλι στο κεφάλι και σκέφτηκα ότι θα μπλέξω για μια τρελή», ανέφερε.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της και τότε πήρε μία ταινία από συρτάρι του σπιτιού και προσπάθησε να της κλείσει το στόμα.
«Της τύλιξα το στόμα δύο φορές. Προσπαθούσε να το βγάλει με τα χέρια της. Επέμενα και πέρασα την ταινία ακόμη μία φορά. Σταμάτησε να κουνιέται», είπε.
Όπως ισχυρίστηκε, θεώρησε ότι είχε πεθάνει και απομακρύνθηκε προς την κουζίνα για να ηρεμήσει. Λίγα λεπτά αργότερα όμως άκουσε τη γυναίκα να ανακτά τις αισθήσεις της.
«Την άκουσα να ξυπνά. Θυμωμένος γύρισα στο δωμάτιο με ένα κουζινομάχαιρο. Ήταν ξαπλωμένη στο πλάι. Την πλησίασα και τη μαχαίρωσα δύο φορές στο ύψος της καρδιάς», φέρεται να κατέθεσε.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στη συνέχεια επέστρεψε στην κουζίνα, έπλυνε το μαχαίρι και το πέταξε, χωρίς να θυμάται πού, όπως λέει. Λίγο αργότερα, όπως ανέφερε, άκουσε ξανά τη 45χρονη να φωνάζει. «Άκουσα να λέει "βοήθεια, με ακούει κανείς;"», κατέθεσε.
Τότε, σύμφωνα με την απολογία, πήρε ένα κούτσουρο από το τζάκι και τη χτύπησε δύο φορές στο κεφάλι ενώ βρισκόταν ξαπλωμένη στο πάτωμα. «Τότε δεν ξαναμίλησε», είπε.
Ο κατηγορούμενος τοποθέτησε χρονικά τα γεγονότα μεταξύ 17:00 και 17:15, εκτιμώντας ότι οι κηλίδες αίματος που εντοπίστηκαν στον χώρο προκλήθηκαν από τα τραύματα της γυναίκας.
Στη συνέχεια, όπως κατέθεσε, είδε δίπλα της δύο τραπεζικές κάρτες μαζί με τον κωδικό PIN. Υποστήριξε ότι μετέβη σε ΑΤΜ στις Μουρνιές, όπου πραγματοποίησε ανάληψη χρημάτων. «Το έκανα επειδή ήθελα να φανεί ότι επρόκειτο για ληστεία», ισχυρίστηκε επίσης.
Περιγράφοντας όσα ακολούθησαν, είπε ότι επέστρεψε στο σπίτι, όπου υπήρχαν παντού αίματα. Πήγε στην αποθήκη, πήρε σακούλες και δεματικά, έδεσε τα χέρια και τα πόδια της άτυχης γυναίκας, μετέφερε τη σορό στο μπαλκόνι και την τοποθέτησε μέσα στις σακούλες. «Ξεκίνησα να σφουγγαρίζω, άλλαζα συνέχεια το νερό. Έβαζα αρωματικό και χλωρίνη αλλά έτρεχε πολύ αίμα», περιέφραψε.
Σύμφωνα με την απολογία του, καθάρισε το σπίτι, μάζεψε τα σπασμένα γυαλιά και το κούτσουρο, ενώ στις 21:00 πραγματοποίησε βιντεοκλήση με τη σύζυγό του. Μετά το τέλος της συνομιλίας συνέχισε να καθαρίζει.
Όπως είπε, περίπου στις 22:00 βγήκε με το αυτοκίνητό του και πέταξε το κινητό τηλέφωνο και τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας, ενώ προχώρησε και σε νέα ανάληψη χρημάτων.
Στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι και συνέχισε να καθαρίζει μέχρι τα μεσάνυχτα. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Έκανα ένα τσιγάρο χασίς και σκεφτόμουν πού να πάω το πτώμα χωρίς να με πιάσει η αστυνομία», κατέθεσε.
Τελικά, όπως είπε, αποφάσισε να μεταφέρει τη σορό σε χωράφι όπου πραγματοποιούσε εργασίες. Γύρω στις 06:00 το πρωί μετέβη στο σημείο, έσκαψε για περίπου 20 λεπτά και χρησιμοποίησε καρότσι οικοδομής για τη μεταφορά της.
«Το κάλυψα με αρκετό χώμα και στις 08:00 επέστρεψα στο σπίτι, όπου καθάρισα τα τελευταία αίματα», φέρεται να ανέφερε.
Κλείνοντας την απολογία του, απέδωσε μέρος της ευθύνης στην περιστασιακή χρήση κάνναβης. «Πιστεύω ότι επειδή είμαι περιστασιακός χρήστης κάνναβης και εκείνη την ημέρα είχα κάνει ένα τσιγάρο, αυτή είναι η αιτία που έγιναν όλα. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί κάτι κακό να κάνω», φέρεται να υποστήριξε.
Στην απολογία του, ο 43χρονος υποστήριξε επίσης, ότι με τη γυναίκα διατηρούσε επί χρόνια μια σχέση που χαρακτηριζόταν από συχνές εντάσεις και διαφωνίες, καθώς εκείνη επισκεπτόταν περιοδικά το σπίτι του για ελέγχους και, όπως ισχυρίστηκε, έκανε συνεχώς παρατηρήσεις για την κατάσταση του ακινήτου.
- Από το Brexit στη χαμένη ευκαιρία: Πώς ο Κιρ Στάρμερ έγινε άλλη μία συνιστώσα της αστάθειας
- «Χάρηκα, αλλά έχω τις επιφυλάξεις μου»: Το σχόλιο της Λιάνας Κανέλλη για την επιστροφή Ομπράντοβιτς
- Από το τρόπαιο στην πραγματική ζωή: 4 νικητές του MasterChef μιλούν στο Reader για όσα ακολούθησαν
- Στέλλα Μπεζαντάκου: «Με δούλευαν» - Ο λόγος που κατέθεσε αγωγή 30.000 ευρώ κατά της Μαρίνας Σάττι
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.