Μενού

Ζώντας με το τραύμα: Γιατί η φροντίδα των προσφύγων που έχουν υποστεί βασανιστήρια αφορά όλους μας

refugees
AP Photos
  • Α-
  • Α+

«Έχουμε ακούσει ανατριχιαστικές ιστορίες για κάθε είδος βασανισμού,» εξομολογείται ψυχολόγος που έχει εργαστεί για πολλά χρόνια σε δομή φιλοξενίας μεταναστών, εξηγώντας ότι το προσωπικό που δουλεύει σε αυτά τα καμπ πρέπει να έχει γερό στομάχι. Η ίδια θυμάται την περίπτωση μιας εγκυμονούσας την οποία είχε παραπέμψει για ψυχολογική υποστήριξη η μαία του καμπ λόγω συμπτωμάτων κατάθλιψης.

Του Αλέξανδρου Κατσομήτρου

Υποψιαζόμενη ότι κάτι περίεργο συνέβαινε, ζήτησε να μιλήσει με τον άνδρα της. Μετά από πολλές συνεδρίες μαζί του για περίπου ένα εξάμηνο, αυτός ομολόγησε ότι είχε υποστεί βασανισμό που περιελάμβανε βιασμό από κρατικούς αξιωματούχους σε Αραβόφωνη χώρα

Όπως θυμάται η ψυχολόγος, όταν ο άτυχος άνδρας εξήγησε τι του είχε συμβεί, κατέρρευσε αλλά και ανακουφίστηκε που μπορούσε επιτέλους να μοιραστεί την ιστορία του. «Είναι ό,τι πιο εξευτελιστικό για την κουλτούρα του τόπου του. Δεν θα ερχόταν να μιλήσει ποτέ σε ψυχολόγο, αν δεν είχε παραπέμψει η μαία τη γυναίκα του.»

Ωστόσο, όπως εξηγεί, οι αλλαγές που έχουν γίνει τον τελευταίο καιρό στην περίθαλψη των προσφύγων καθιστούν την ενδελεχή διερεύνηση περιπτώσεων βασανισμού ολοένα και πιο δύσκολη. «Χρειάζεται χρόνος και διερεύνηση για να δεις τα σημάδια ενός βασανισμού,» λέει. «Τότε μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου, μετά δεν μπορούσα γιατί έπρεπε να μετράμε κεφάλια.»  

Διαβάστε Επίσης: Ξεχασμένοι από το σύστημα: Η ελλιπής φροντίδα για πρόσφυγες που έχουν υποστεί βασανιστήρια στοιχίζει ζωές

Από το Φίλος στο Ιπποκράτης 

Ο εν λόγω άνδρας είναι ένα από τα πολλά θύματα βασανισμού από κρατικές αρχές που ζουν στη χώρα μας. Όπως τονίζει η κα Μαριάννα Καπή από την οργάνωση Mετάδραση, η σεξουαλική βία είναι μια συχνή μέθοδος βασανιστηρίων - παρότι αφορά κυρίως γυναίκες, αυτή εναντίον ανδρών αποτελεί ταμπού και σπάνια δηλώνεται από τα θύματα στις χώρες υποδοχής. Για τη σωματική και ψυχική αποκατάσταση των θυμάτων απαιτείται μια μακρά διαδικασία, η οποία όμως στη χώρα μας παραμένει ανεπαρκής (διαβάστε το πρώτο μέρος της έρευνας του Reader), παρά τις σχετικές δεσμεύσεις της πολιτείας.

vasanistiria
pxhere

 

Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μεταναστών που φιλοξενούνται στα καμπ εντάσσεται στο πρόγραμμα «Ιπποκράτης», διάδοχο των προγραμμάτων «Philos» 1 και 2. Το πρόγραμμα συγχρηματοδοτείται από την Ε.Ε και λήγει στο τέλος του φετινού Ιουνίου, ενώ αναμένεται να επεκταθεί μέχρι το τέλος του έτους. Μια κρίσιμη διαφορά από τους προκατόχους του είναι ότι η πρωτοβάθμια περίθαλψη των προσφύγων, η οποία ασκείται εντός των δομών φιλοξενίας, έχει περάσει από τη δικαιοδοσία του Υπουργείου Υγείας στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.

Ελλείψει σχετικής τεχνογνωσίας, το τελευταίο έχει αναθέσει τις υπηρεσίες περίθαλψης στο Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (οργανισμό που ανήκει στον Ο.Η.Ε.), ο οποίος με τη σειρά του μετά από διαγωνισμό ανέθεσε το έργο στην εταιρεία Όμιλος Ιατρικού Αθηνών, ιδιοκτήτρια σημαντικών νοσηλευτικών μονάδων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. 

Το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το πρόγραμμα Ιπποκράτης είναι η προσέλκυση ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Σύμφωνα με τον Άγη Τερζίδη, επιστημονικό υπεύθυνο για το πρόγραμμα Ιπποκράτης στον Όμιλο Ιατρικού Αθηνών και γενικό γραμματέα της οργάνωσης Γιατροί του Κόσμου (η οποία συνδράμει στην επιλογή του εξειδικευμένου προσωπικού), η υποστελέχωση και η έλλειψη εκπαίδευσης καθιστούν την εξειδικευμένη περίθαλψη θυμάτων βασανιστηρίων εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. «Το πρόγραμμα είναι υποστελεχωμένο, με αποτέλεσμα αυτό να φαντάζει πολυτέλεια. Αυτοί οι άνθρωποι αδικούνται γιατί δεν έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες που θα έπρεπε να έχουν.»

Σύμφωνα με έκθεση της οργάνωσης Refugee Support Aegean, το Νοέμβριο του 2024 σε καμία προσφυγική δομή στο Αιγαίο πλην αυτής της Λέσβου δεν υπήρχε γενικός γιατρός. Συγκεκριμένα, το σύνολο του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού στις δομές ανερχόταν σε μόλις 52 άτομα από τα 158 της αρχικής πρόβλεψης, ενώ περίπου τα μισά ήταν νοσηλευτικό προσωπικό. Η Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων, στην έκθεσή της για την Ελλάδα τον περσινό Ιούλιο συστήνει την παρουσία τουλάχιστον ενός γιατρού πλήρους απασχόλησης και τριών νοσηλευτών για κάθε 500 άτομα.

Σύμφωνα με γιατρό που γνωρίζει το πρόγραμμα, κατά περιόδους έως και το 90% των δομών έχουν μόνο ένα μόνιμο γιατρό, ενώ στα νησιά συχνά οι υπηρεσίες παρέχονται εκ περιτροπής, καθώς για κάποια διαστήματα αρκετές δομές δεν έχουν καθόλου γιατρούς. Εξάλλου, λείπει προσωπικό σε σημαντικές ειδικότητες, όπως αυτή του ψυχιάτρου, με αποτέλεσμα κάποιες οργανικές θέσεις να έχουν ουσιαστικά καταργηθεί. Ωστόσο, πληροφορίες από τον ΔΟΜ αναφέρουν ότι έχει υπάρξει σημαντική σημαντική βελτίωση σε σχέση με το πρόγραμμα Philos, καθώς σήμερα εργάζονται στο πρόγραμμα Ιπποκράτης 75 γιατροί πλήρους απασχόλησης - περίπου οι μισοί σε σχέση με την αρχική πρόβλεψη.

pinakas

(Πηγή: Refugee Support Aegean)

Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, καθώς και τα προηγούμενα προγράμματα Philos 1 και 2 είχαν μόλις το ένα τρίτο του προβλεπόμενου προσωπικού. Την περίοδο 2022-2023, πολλοί γιατροί που εργάζονταν στο πρόγραμμα αποχώρησαν όταν έγιναν σημαντικές περικοπές αποδοχών και καθυστερήσεις σε πληρωμές. Σύμφωνα με γιατρό εργαζόμενο σήμερα σε προσφυγική δομή, οι αποδοχές τους έχουν μειωθεί σημαντικά, ενώ ειδικά για τις δομές που βρίσκονται στα νησιά το κόστος μετακίνησης και τα ενοίκια αποτελούν αποτρεπτικούς παράγοντες.

Ένας άλλος λόγος για την απροθυμία των γιατρών να εργαστούν στο πρόγραμμα, σύμφωνα με τον κ. Τερζίδη, είναι ότι δέχονται πιέσεις από τις τοπικές κοινωνίες να μην παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε πρόσφυγες. «Υπάρχει φόβος ότι θα μείνει για πάντα το καμπ εκεί,» εξηγεί. «Μερικοί κάτοικοι σε μικρά νησιά σιχαίνονται να επισκεφθούν ένα γιατρό που έχει επισκεφτεί ένα καμπ.» 

Σύμφωνα με τη ψυχολόγο που εργάστηκε σε δομή στην αρχή του προγράμματος Ιπποκράτης (πριν αναλάβει ο ιδιωτικός πάροχος) και εντόπισε την προαναφερθείσα περίπτωση βιασμού, η απουσία προσωπικού έχει ως αποτέλεσμα το επιστημονικό προσωπικό να απασχολείται σε μεγάλο βαθμό με διοικητική εργασία και όχι τα κανονικά καθήκοντα τους. «Κάναμε περισσότερο Excel παρά ψυχοκοινωνική πράξη,» εξηγεί. «Δεν δούλευες ως ψυχολόγος εκεί, απλώς υπέγραφες ως ψυχολόγος λόγω έλλειψης προσωπικού και διερμηνείας.»

Όπως υποστηρίζει, η παραχώρηση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης σε ιδιωτικό φορέα έχει επιπτώσεις στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. «Όταν μετράμε κεφάλια για να δικαιολογούμαστε στο χρηματοδότη, δεν έχουμε χρόνο για ουσιαστική δουλειά. Δεν υπάρχει χώρος για ουσιαστική διερεύνηση, αξιολόγηση, υποστήριξη και επαναληπτική εξέταση (follow-up).» Χαρακτηριστικά θυμάται ότι όταν αφιέρωνε 45 λεπτά για συνεδριάσεις με πρόσφυγες της γινόταν παρατήρηση. «45 λεπτά είναι το ελάχιστο για μία συνεδρία, ειδικά οταν δεν μιλάμε και την ίδια γλώσσα,» εξηγεί. 

Ελλιπής εκπαίδευση 

Παρότι η χώρα μας έχει δεσμευτεί να ακολουθεί το Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης για την αναγνώριση και αποκατάσταση θυμάτων βασανισμού, στην πράξη αυτό γίνεται σπάνια. Αν και το πρόγραμμα Ιπποκράτης περιέχει ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες, αυτές δεν περιλαμβάνουν την αναγνώριση θυμάτων βασανισμού. Σύμφωνα με πολλές πηγές, ελάχιστοι γιατροί που δουλεύουν στα καμπ είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι στις σχετικές διαδικασίες αναγνώρισης συμπτωμάτων βασανισμού. Παρότι στο παρελθόν έχουν γίνει κάποιες εκπαιδεύσεις, ένας μεγάλος αριθμός γιατρών που συμμετείχαν σε αυτές αποχώρησαν κατά τη μετάβαση από το πρόγραμμα Philos 2 στο Ιπποκράτης. «Δεν έχει υπάρξει συστηματική εκπαίδευση για την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου Κωνσταντινούπολης παρά τη σχετική διάταξη. Ήταν να γίνουν σεμινάρια, αλλά δεν έγιναν,» λέει γιατρός που εργάζεται σήμερα σε δομή προσφύγων. 

Όπως εξηγεί ο κ. Τερζίδης από τον Όμιλο Ιατρικού Αθηνών, παρότι το υγειονομικό προσωπικό του προγράμματος Ιπποκράτης θα έπρεπε να είναι εκπαιδευμένο να αναγνωρίζει σημάδια βασανισμού, αυτό δεν συμβαίνει, καθώς ο ιδιωτικός πάροχος δεν έχει αρμοδιότητα για κάτι τέτοιο, ενώ όπως αναφέρει, διαδικτυακά προγράμματα εκπαίδευσης που έχουν γίνει στο παρελθόν δεν επαρκούν. «Δεν έχει γίνει ειδική ομάδα task force που θα ασχολείται με αυτό γιατί δεν είναι επιλέξιμη δαπάνη, δεν προβλέπεται,» εξηγεί. Ωστόσο, πληροφορίες από το Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης αναφέρουν ότι πρόθεση του οργανισμού είναι να υπάρξει πρόταση για εκπαίδευση του προσωπικού στην επόμενη φάση του προγράμματος, έτσι ώστε να γίνεται γνωμοδότηση (αλλά όχι πιστοποίηση) για θύματα βασανιστηρίων. 

metanastes

Η απουσία σχετικής εκπαίδευσης καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αναγνώριση συμπτωμάτων βασανισμού που δεν είναι διακριτά με μια απλή ιατρική εξέταση. Όπως υποστηρίζει η κα Ιωάννα Περτσινίδου από την οργάνωση Γιατροί Χωρίς Σύνορα, κοινωνική λειτουργός με μακρά εμπειρία με θύματα βασανιστηρίων, η εκπαίδευση πρέπει να είναι διαρκής, μιας και τα βασανιστήρια εξελίσσονται, κάτι που σημαίνει ότι και τα σχετικά συμπτώματα (red flags) πρέπει να αναθεωρούνται. Όπως εξηγεί, τα βασανιστήρια πλέον περιλαμβάνουν εξειδικευμένους μεθόδους υποταγής, όπως έκθεση σε ήχους χαμηλής και υψηλής συχνότητας, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν το θύμα σε μόνιμη ψυχική ανισορροπία. 

Εξίσου μεγάλο πρόβλημα αποτελεί η γραφειοκρατία, με την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στις σχετικές υπηρεσίες και τη σύγχυση αρμοδιοτήτων να εξαναγκάζει τα θύματα να ξαναπούν την ιστορία τους πολλές φορές. Λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, σύμφωνα με τον κ. Τερζίδη, θα αποτελούσε μια κάρτα πιστοποίησης βασανιστηρίων που θα εξασφάλιζε κοινή μεταχείριση από όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες. Στο μέλλον ενδέχεται αυτός ο φορέας να είναι η πρόσφατα συσταθείσα Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, οι αρμοδιότητες της οποίας πλέον συμπεριλαμβάνουν και την προστασία θυμάτων βασανιστηρίων. Ωστόσο, η υπηρεσία δεν έχει ακόμα τον αντίστοιχο προϋπολογισμό και προσωπικό για να ανταποκριθεί σε αυτό το ρόλο.

Μετρώντας κεφάλια: Ιδιωτικοποίηση και εξοικονόμηση πόρων

Το πέρασμα της πρωτοβάθμιας περίθαλψης στα καμπ από το δημόσιο τομέα σε ιδιωτικό πάροχο έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης για τις επιπτώσεις του στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Σύμφωνα με επικριτές του προγράμματος Ιπποκράτης, ένας λόγος που προτιμήθηκε ιδιωτικός πάροχος είναι η αποσυμφόρηση του δημόσιου συστήματος υγείας και η αποφυγή εμπλοκής της τοπικής κοινωνίας.

«Προτιμάται να παρέχεται η πρωτοβάθμια περίθαλψη εκτός συστήματος υγείας για να μην υπάρχει επιβάρυνση από ανθρώπους που δεν έχουν πληρώσει φόρους, δεδομένης και της κρίσης του συστήματος,» λέει ο Δημοσθένης Παπαδάτος - Αναγνωστόπουλος, ειδικός στην πολιτική υγείας που διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, προσθέτοντας: «Υπάρχει η θεώρηση ότι οι δωρεάν υπηρεσίες είναι παράγοντας έλξης (pull factor) μεταναστών, οπότε είναι καλύτερα να παρέχονται έξω από το σύστημα, στον ιδιωτικό τομέα. Από το 2019 θεωρήθηκε ότι υπάρχει μια βιομηχανία ευαλωτότητας και με αφορμή τον Covid έπρεπε να μειωθούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες.» 

Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν όντως υπάρχει αποσυμφόρηση του δημοσίου συστήματος υγείας, καθώς ο ιδιωτικός πάροχος δεν συμμετέχει στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια περίθαλψη και οι γιατροί στα καμπ παραπέμπουν τους ασθενείς στο δημόσιο νοσοκομείο για οτιδήποτε σοβαρό, ακόμη και μια ακτινογραφία: «Δεν μπορεί να γίνει αποσυμφόρηση έτσι. Θα γινόταν μόνο αν η περίθαλψη ήταν πλήρως εκτός ΕΣΥ,» σχολιάζει γιατρός σε προσφυγική δομή. 

Στα προηγούμενα προγράμματα, περίπου οι μισές θέσεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού αφορούσαν δημόσια νοσοκομεία και κέντρα υγείας. Ειδικά για το Philos 2, η χώρα μας άσκησε πίεση στην Ε.Ε. προκειμένου να υιοθετηθεί μια ολιστική θεώρηση στην περίθαλψη των προσφύγων, έτσι ώστε να καλυφθούν οι ευρύτερες ανάγκες ενός καταπονημένου δημοσίου συστήματος υγείας, ειδικά εκτός αστικών κέντρων.

Σύμφωνα με γιατρό που εργάζεται σήμερα σε δομή, η παροχή περίθαλψης σε εκείνη τη φάση από τα δημόσια νοσοκομεία στους πρόσφυγες παρότι αποσπασματική ήταν και ουσιαστική, δεδομένης της γενικότερης έλλειψης προσωπικού. «Θα μπορούσε να δέσει υπέρ των προσφύγων, τελικά έδεσε υπέρ των νοσοκομείων,» εξηγεί. 

Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο κ. Τερζίδης, ο οποίος συνέβαλε στη σχεδίαση του προγράμματος Philos 2 ως σύμβουλος του τότε Υπουργού Υγείας: «Το πρόγραμμα {Ιπποκράτης} πάσχει από το σχεδιασμό του, καθώς απουσιάζει μια ολιστική σύνδεση με το δημόσιο σύστημα υγείας. Προηγουμένως, στόχος ήταν το θύμα βασανισμού να βρει το δρόμο του στο δημόσιο σύστημα, σήμερα είναι το αντίθετο.» Όπως εξηγεί, η πρόσληψη γιατρών στα νοσοκομεία ως μέρος του Philos 2 είχε μειώσει τις αντιστάσεις στην περίθαλψη μεταναστών, κάτι που δεν ισχύει σήμερα.

«Δεν έχει κίνητρο το νοσοκομείο, οπότε αν δεν ασκήσει πίεση η δομή είναι μειωμένη η πρόσβαση για τα θύματα βασανισμού, δεν τους ακούει κανείς, πλην του επείγοντος.» Ωστόσο, όπως τονίζει, για τις όποιες αστοχίες δεν είναι υπεύθυνος ο ιδιωτικός πάροχος, ο οποίος έχει υπό την επίβλεψη του την πρόσληψη γιατρών και νοσοκόμων και τη λειτουργία του προγράμματος στο πεδίο, χωρίς όμως να έχει λόγο για τις κατευθύνσεις και προτεραιότητες του. «Ο πάροχος απλώς εκτελεί το πρόγραμμα, δεν το σχεδίασε,» εξηγεί ο κ. Τερζίδης. 

agis terzidis
Ο Άγης Τερζίδης

Χαρακτηριστικό παράδειγμα καλής συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων βαθμίδων υγείας, τονίζει η ψυχολόγος που δούλευε σε δομή φιλοξενίας, είναι η συνεργασία της με τη μαία του καμπ αλλά και με ψυχίατρο του τοπικό κρατικού θεραπευτηρίου στην προαναφερθείσα περίπτωση θύματος βιασμού. Όπως εξηγεί, μια τέτοια συνεργασία σήμερα θα ήταν από δύσκολη έως απίθανη. 

Εν τέλει, η προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων δυσχεραίνει την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών, όπως διευκρινίζει ο κος Δημοσθένης Παπαδάτος - Αναγνωστόπουλος. «Στην πολιτική υγείας, αν υπάρχει διάκριση χρηματοδότησης και παρόχου, νομοτελειακά γίνεται για λόγους πιο φτηνής φροντίδας, δεδομένου του ανταγωνισμού που θέτει ο χρηματοδότης στους παρόχους για να ελέγχει τις τιμές.

Ο ιδιωτικός πάροχος κάνει πιο σφιχτή διαχείριση πόρων.» Παρόμοια άποψη όσον αφορά την ψυχολογική υποστήριξη των θυμάτων βασανισμού έχει και ο κ. Νίκος Γκιωνάκης, επιστημονικός υπεύθυνος της οργάνωσης Βαβέλ που ασχολείται με την ψυχική αποκατάσταση θυμάτων βασανισμού. «Ο Ιπποκράτης χωρίς ένα συνολικότερο πλαίσιο είναι χαμένα λεφτά,» υποστηρίζει. «Σπαταλιούνται πόροι σε ξένους εμπειρογνώμονες, ενώ θα μπορούσαμε να πουλάμε τεχνογνωσία όπως κάνει η Ιταλία, που είναι μανούλα σε αυτά.» 

gkionakis
O Νίκος Γκιωνάκης

Χαμένοι στη μετάφραση 

Ένα διαχρονικό πρόβλημα που δυσχεραίνει την περίθαλψη θυμάτων βασανιστηρίων είναι η έλλειψη διερμηνείας και διαπολιτισμικής διαμεσολάβησης, μιας και τα περισσότερα θύματα μιλάνε μόνο τη μητρική τους γλώσσα. Σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει το θέμα, με τη λήξη σχετικής σύμβασης με την οργάνωση Μετάδραση για την παροχή υπηρεσιών διερμηνείας το 2024, επήλθε δραματική μείωση της παροχής ποιοτικής διερμηνείας στα καμπ και εκτός αυτών. Σήμερα, ασκείται κυρίως από διερμηνείς της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης, με προτεραιότητα στις διαδικασίες παροχής ασύλου. Σύμφωνα με αναφορά της οργάνωσης Refugee Aegean Support, το περασμένο καλοκαίρι σε 20 από τα 32 καμπ υπήρχαν μόλις ένας ή και καθόλου διερμηνείς. Το κενό είναι πλέον μεγαλύτερο με το πρόγραμμα Ιπποκράτης, καθώς σε αντίθεση με το Philos 2 δεν προβλέπει την παρουσία διερμηνέων σε καμπ και νοσοκομεία. 

Σε πολλά καμπ προσφύγων η διερμηνεία γίνεται τηλεφωνικά, ενώ ψυχίατροι και ψυχολόγοι αναγκάζονται επίσης να παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω τηλεφωνικής διερμηνείας. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα δημόσια νοσοκομεία. «Τα νοσοκομεία δεν είχαν διερμηνείς, μας έλεγαν να στείλουμε εμείς και οι άνθρωποι γίνονταν μπαλάκι. Πήγαιναν εκεί και δεν ήξεραν τι να κάνουν, δεν εξυπηρετούνταν και έφευγαν γιατί δεν υπήρχε διασύνδεση,» εξηγεί η ψυχολόγος που έχει εργαστεί σε προσφυγική δομή.

Ειδικά για τα θύματα βασανισμού που χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη, όπως εξηγεί, το πρόβλημα δεν είναι απλώς διαδικαστικό. «Η ορολογία είναι συγκεκριμένη. Χρειάζεται ουσιαστική νοηματοδότηση για να διακρίνουμε τα συναισθήματα τους.» Εξάλλου, όπως προσθέτει ο ψυχολόγος Νίκος Γκιωνάκης από τη Βαβέλ, η δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με τον ψυχολόγο μέσω σωστής διερμηνείας είναι σημαντική για την αποκατάσταση ενός θύματος βασανισμού: «Φέρνει στην επιφάνεια άλλα πράγματα. Πολλοί δεν θέλουν καν να μιλήσουν στη γλώσσα τους γιατί τους θυμίζει τα βασανιστήρια από συμπατριώτες τους.» 

Το συγκεκριμένο πρόβλημα έχει συναντήσει αρκετές φορές και ο Μ. από το Αφγανιστάν, ο οποίος βρίσκεται στην Ελλάδα από το 2010 και είναι διερμηνέας εδώ και μία δεκαετία. Όπως λέει, πολλοί συμπατριώτες του που έχουν υποστεί βασανιστήρια φοβούνται να μιλήσουν υπό το φόβο αντιποίνων στη χώρα τους, ενώ αρκετοί αγνοούν τα δικαιώματα τους. «Γνωρίζουν ότι κινδυνεύουν, αλλά δεν το έχουν καταλάβει ότι έχουν υποστεί βασανιστήρια και ότι μπορούν να πάρουν άσυλο. Θεωρούν ότι είναι κάτι δεδομένο, ειδικά με το καθεστώς των Ταλιμπάν, και δεν είναι άξιο συζήτησης.» Ειδικά για μια γυναίκα από το Αφγανιστάν, όπως λέει, είναι δύσκολο να εξομολογηθεί βασανισμό σε άντρα διερμηνέα.  

Και για τον ίδιο είναι εξαιρετικά δύσκολο να «ξεκλειδώσει» αυτούς τους ανθρώπους. «Συναισθηματικά με πειράζει. Έχουμε την αίσθηση ότι τα έχουμε καταφέρει οι ίδιοι, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να κάνουμε αυτή τη δουλειά όσο καλύτερα μπορούμε.» Όταν ξεκίνησε να δουλεύει σαν διερμηνέας, η αίσθηση ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει τους συμπατριώτες του τον έπνιγε. Πολλοί συνάδελφοι του παραιτήθηκαν γιατί δεν άντεχαν τη συναισθηματική φόρτιση, όπως εξηγεί, παρά τον καλό μισθό. Αυτός είναι και ένας λόγος που η οργάνωση Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες παρέχει ψυχολογική υποστήριξη σε διερμηνείς που αντιμετωπίζουν δευτερογενές τραύμα από τις αφηγήσεις που ακούν «Όταν κάνεις αυτή τη δουλειά είσαι μια ζωή πρόσφυγας,» εξηγεί ο Μ. από το Αφγανιστάν. «Δεν έχεις χρόνο να ξεφύγεις από αυτό.» 

Ένας διαρκής βασανισμός

Για πολλούς πρόσφυγες, τα βασανιστήρια πράγματι δεν τελειώνουν ακόμη και όταν έχουν φτάσει στην Ευρώπη. H Σ. από το Αφγανιστάν βρίσκεται στη χώρα μας σχεδόν μία δεκαετία. Ήρθε στη Λέσβο μαζί με τα τρία παιδιά και το συζυγό της. H φυγή ήταν μονόδρομος όταν οι Ταλιμπάν προσπάθησαν να πείσουν τον άντρα της να δουλέψει για αυτούς, απειλώντας με αντίποινα αν αρνούνταν. «Όταν μου είπαν ότι πρέπει να φύγουμε πάγωσα, δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν είχα φύγει ποτέ από τη χώρα. Πακετάρισα τα ρούχα των παιδιών και μπήκαμε στο αμάξι χωρίς να ξέρω που πάμε,» θυμάται.

metanastria
H Σ. από το Αφγανιστάν.

Ο δρόμος προς την Ευρώπη ήταν μια οδύσσεια. Πέρασαν αρκετές φορές τα σύνορα Αφγανιστάν-Ιράν-Τουρκίας, κρυβόμενοι σε ορεινές περιοχές για να αποφύγουν την αστυνομία. Το πέρασμα από το Ιράν στην Τουρκία ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο, μέσα από ένα στενό μονοπάτι σε μια ορεινή, χιονισμένη περιοχή όπου χωρούσε μόνο ένα ανθρώπινο σώμα. «Είδα τόσους ανθρώπους να πεθαίνουν: κορίτσια, γυναίκες, ένα μικρό αγόρι. Αν πέσεις δεν μπορεί κανείς να σε βοηθήσει, απλά ρίχνουν μια πέτρα πάνω στο σώμα σου.

Τα παιδιά μου ήταν τόσο φοβισμένα,» εξηγεί. Μετά την επικράτηση των Ταλιμπάν η πιθανότητα να γυρίσει εξανεμίστηκε, δεδομένου ότι ο πατέρας της και τρία αδέρφια της ήταν αστυνομικοί υπό το προηγούμενο καθεστώς. Οι Ταλιμπάν σκότωσαν τον ένα αδερφό της, ενώ άλλοι δύο κρύβονται σήμερα στα βουνά. Τα βασανιστήρια, όπως λέει, είναι καθημερινό φαινόμενο στη χώρα. Ένα συχνό βασανιστήριο για πρώην αστυνομικούς είναι να τους βγάζουν τα νύχια, κάτι που όπως λέει έκαναν σε οικογενειακό της φίλο πρόσφατα. 

Το δράμα της δεν τελείωσε όταν ήρθε στην Ελλάδα. Έχοντας παντρευτεί στα 10 και αποκτώντας γιο μόλις στα 11, είχε να φροντίσει τρία παιδιά αλλά και ένα βίαιο σύζυγο ο οποίος τους έδερνε, σπάζοντας δύο φορες τη μύτη της. Όταν έδειρε την κορη της με ένα καλώδιο, ένας εθελοντής στην προσφυγική δομή της πρότεινε να απευθυνθεί σε εξειδικευμένους νομικούς. Η ίδια, μη γνωρίζοντας τα δικαιώματα της, φοβόταν ότι εάν το μάθαινε ο άντρας της θα την σκότωνε. «Δεν ήξερα πως δουλεύουν τα πράγματα εδώ, πως μπορείς να χωρίσεις,» εξηγεί.

Ωστόσο αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί με τα παιδιά της στο καμπ της Ραφήνας. Παρότι προσωρινά επανασυνδέθηκε με τον άντρα της, όταν αυτός προσπάθησε να τη σκοτώσει με μαχαίρι, έτρεξε στην αστυνομία. Έχοντας χωρίσει οριστικά, έμεινε σε άσυλο για γυναίκες που αντιμετωπίζουν έμφυλη βία. Ως αντίποινα ο άντρας της απήγαγε τον μεγαλύτερο γιο της, με τον οποίο ζει σήμερα στη Γερμανία, ενώ απείλησε οτι θα βάλει κάποιον να τη σκοτώσει. 

Σήμερα, η Σ. δουλεύει ως πωλήτρια. «Η Ελλάδα είναι δύσκολη χώρα, δεν είναι σαν την υπόλοιπη Ευρώπη,» λέει. «Οι αρχές δεν βοηθούν όσο πρέπει τις γυναίκες που έχουν περάσει δύσκολα. Πρέπει να τις υποστηρίζουν με κοινωνικούς λειτουργούς και διερμηνείς όταν δεν μιλάνε τη γλώσσα και δεν ξέρουν πως είναι τα πράγματα εδώ.» 

Όλες αυτές οι εμπειρίες έχουν αφήσει το στίγμα τους στη ψυχοσύνθεση της. Παρότι έχει δει αρκετούς ψυχολογους, δεν αισθάνεται ότι έχει αφήσει πίσω της το παρελθόν. Όταν έχασε τον πατερα της πρόπερσι, κατέρρευσε. «Πήγα στο νοσοκομείο, ήμουν πολύ άσχημα. Ένιωθα ότι θα πεθάνω, ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω,» θυμάται. «Νόμιζαν ότι ήταν η καρδιά μου, αλλά ήταν κρίσεις πανικού. Έχω τόσο στρες, ξεχνάω πράγματα, δυσκολεύομαι να κοιμηθώ.» Αυτό που της δίνει δύναμη είναι τα παιδιά της, όπως λέει. «Βλέπω την κόρη μου και σκέφτομαι τι πέρασα στην ηλικία της. Δεν θέλω τα παιδια μου να έχουν τη ζωή που είχα εγώ.»

Φαντάσματα του παρελθόντος

Όπως ανέφεραν αρκετές πηγές που μίλησαν στο Reader για αυτή την έρευνα με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά των βασανιστηρίων, τόσο οι αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές όσο και ο κορεσμός του δημοσίου συστήματος υγείας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας καθιστούν την περίθαλψη θυμάτων βασανισμού μια δύσκολη εξίσωση που ενδεχομένως ξεπερνά τις δυνατότητες του συστήματος.

Ωστόσο, στην πράξη το ελληνικό κράτος αρνείται να εφαρμόσει τις συμβάσεις που υπέγραψε σχετικά με την αναγνώριση και αποκατάσταση θυμάτων βασανισμού, ουσιαστικά εξισώνοντας τα με τους οικονομικούς μετανάστες, παρότι οι διεθνείς συμβάσεις για το άσυλο σχεδιαστηκαν για την προστασία ανθρώπων που διώκονται στη χώρα τους. Όπως σχολιάζει η κα Ιωάννα Περτσινίδου από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου δεν δέχεται να δεσμευτεί οποιοδήποτε ποσό για τα θύματα βασανισμού αν το σχετικό πρόγραμμα δεν καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από ευρωπαϊκούς πόρους. 

 

pertsinidou
H Ιωάννα Περτσινίδου

Ωστόσο, το κενό τόσο στη νομοθεσία όσο και στην πρόθεση εφαρμογής των κανόνων από τις αρχές, ακόμη και για τους Έλληνες πολίτες, υπήρχε πριν ακόμη ξεκινήσει η προσφυγική κρίση, όπως τονίζει η κα Περτσινίδου. «Δεν καλύφθηκε ποτέ αυτό το κενό από τη στιγμή που γίναμε και πάλι Δημοκρατία, ίσως γιατί δεν υπήρχε η πολιτικη βούληση να αναγνωρίσουμε ότι η χούντα είχε κάνει σημεία και τέρατα,» εξηγεί.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας, η Ελλάδα είχε δεχτεί έντονη κριτική από το Συμβούλιο της Ευρώπης για τη χρήση βασανιστηρίων, με πολιτικούς κρατούμενους όπως ο Περικλής Κοροβέσης και η Κίττυ Αρσένη να καταγράφουν τις εμπειρίες τους σε βιβλία που εξέθεταν το καθεστώς. «Οι ιστορίες που μου έχουν μείνει είναι οι πρώτες ιστορίες που άκουσα από ανθρώπους που είχαν περάσει βασανιστήρια από τη χούντα. Δεν διαφέρουν από αυτές που ακούμε κάθε μέρα από τους ανθρώπους σήμερα,» λέει η κα Περτσινίδου, προσθέτοντας με νόημα: «Προτιμάμε να μην τους βλέπουμε.»   

Αυτό το ρεπορτάζ πραγματοποιήθηκε με την οικονομική στήριξη του οργανισμού Free Press Unlimited

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.