Μενού
  • Α-
  • Α+

Eνας ομαδικός τάφος 300 αμάχων απεικονίζεται σε μία φωτογραφία που έφερε στο φως της δημοσιότητας η εφημερίδα «The New York Times» και σύμφωνα με το ρεπορτάζ βρίσκεται στην πόλη Λισιτσάνσκ στην περιοχή του Λουγκάνσκ και αναμφίβολα πρόκειται για μια από τις πιο φρικαλέες στιγμές από την ώρα που ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Διαβάστε ακόμη: Βλαντίμιρ Πούτιν: «Ερχεται οικονομική παρακμή στην Ευρώπη - Παρανοϊκές οι δυτικές κυρώσεις στη Ρωσία»

Οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας ισχυρίζονται ότι ο ομαδικός αυτός τάφος βρίσκεται στην άκρη της πόλης και είναι μια ανοιχτή τάφρος. Στον τάφο αυτό, όπως λένε οι Ουκρανοί στρατιωτικοί, βρίσκονται οι σοροί περίπου 300 αμάχων μέσα σε πλαστικές σακούλες που σκοτώθηκαν στο Λισιτσάνσκ, το Σεβεροντονέτσκ και το Ρουμπέζνογε από τον περασμένο Απρίλιο.

Κανείς δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να τους κηδέψει. Οι στρατιωτικοί λένε ότι δεν μπορούν να σκεπάζουν την τάφρο καθώς όλα τα μηχανήματα χρησιμοποιούνται για το άνοιγμα χαρακωμάτων.

The referenced media source is missing and needs to be re-embedded.

Το Λισιτσάνσκ βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων της Ουκρανίας. Στο Σεβεροντονέτσκ αυτή τη στιγμή διεξάγονται μάχες, ενώ το Ρουμπέζνογε περιήλθε στα χέρια των ρωσικών στρατευμάτων. Νωρίτερα, ένα βίντεο για έναν μαζικό τάφο στο Λισιτσάνσκ είχε δώσει στη δημοσιότητα ο επικεφαλής της στρατιωτικής διοίκησης της περιοχής του Λουγκάνσκ, Σεργκέι Γκαϊντάι.

Το Λισιτσάνσκ παραμένει η τελευταία μεγάλη πόλη στην περιοχή του Λουγκάνσκ, την οποία δεν έχουν θέσει υπό τον έλεγχό τους τα ρωσικά στρατεύματα. Σήμερα από τους βομβαρδισμούς σκοτώθηκαν τέσσερις άνθρωποι.

Τα ουκρανικά ΜΜΕ στα τέλη Μαΐου είχαν γράψει ότι σε ομαδικό τάφο στην περιοχή του πρώην ανθρακωρυχείου «Μασκόφσκαγια» βρίσκονται θαμμένα περίπου 150 πτώματα. Από το δημοσίευμα των The New York Times δεν γίνεται σαφές αν ο ομαδικός τάφος είναι αυτός στην περιοχή του ανθρακωρυχείου ή αν είναι κάποιος νέος τάφος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, από την έναρξη της στρατιωτικής εισβολής της Ρωσίας έχουν σκοτωθεί περίπου 4.500 χιλιάδες άμαχοι, εκ των οποίων 300 παιδιά.