Μενού

Κόνιτσα: Γιατί οι φωτιές «μετακόμισαν» στα βουνά της βόρειας Ελλάδας;

φωτιά
Φωτιά σε δάσος (Φωτογραφία αρχείου) | Eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Ένας κεραυνός τα ξημερώματα της 31ης Αυγούστου στην Κόνιτσα ήταν αρκετός για να ξεσπάσει φωτιά που για δώδεκα και πλέον ημέρες καίει παρθένο δάσος σε μεγάλο υψόμετρο και σε δύσβατη περιοχή, την ώρα που ακόμα και η βροχόπτωση που σημειώθηκε δεν στάθηκε αρκετή για να τη σβήσει.

Η περίπτωση Κόνιτσας θυμίζει αντίστοιχες πυρκαγιές που έκαιγαν στο παρελθόν επί πολλές ημέρες στα βόρεια της χώρας, όπως στο Παγγαίο, η οποία έκαιγε επί τουλάχιστον οκτώ ημέρες.

Τι σηματοδοτούν αυτά τα φαινόμενα για τα τοπικά οικοσυστήματα και τι αποκαλύπτουν για τις νέες κλιματικές συνθήκες που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;   

Το Reader συνομίλησε με τον Θοδωρή Γιάνναρο, επικεφαλής της ομάδας «FLAME» και κύριο ερευνητή ΙΕΠΒΑ/ΕΑΑ, και με τον Ηλία Τζηρίτη, υπεύθυνο δράσεων για τις δασικές πυρκαγιές της WWF, οι οποίοι ανέλυσαν τη φωτιά στην Κόνιτσα, καθώς και τη νέα κανονικότητα στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.

Διαβάστε ακόμα: Πώς η φωτιά στην Αττική έκανε στάχτη παρθένο δάσος σε λίγα 24ωρα: Η πρόληψη που πρέπει να γίνει «ευαγγέλιο»

«Ανεβαίνουν» οι φωτιές βορειότερα και σε μεγαλύτερα υψόμετρα;

Όπως επισημαίνει ο κ. Γιάνναρος, τα τελευταία χρόνια η εμπειρία δείχνει ότι φωτιές μεγάλης διάρκειας καταγράφονται σε βορειότερα και μεγαλύτερα υψόμετρα, αποδεικνύοντας ότι «πλέον είναι πολύ πιο εύκολο να υπάρξει έναρξη πυρκαγιάς σε μεγάλα υψόμετρα στα βόρεια, συνήθως από κεραυνική δραστηριότητα, όπως στην περίπτωση της Κόνιτσας».

Κατά τον επικεφαλής της ομάδας «FLAME», «οι συνθήκες γίνονται πιο ευνοϊκές όταν έχουμε κεραυνική δραστηριότητα με λίγη ποσότητα βροχής, αυτό που ονομάζουμε ξηρές καταιγίδες, συνεπώς είναι πιο εύκολο να ξεκινήσει μία πυρκαγιά».

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «προς το παρόν η εικόνα που έχουμε δείχνει ότι ξεκινάει μεν η φωτιά, αλλά η ένταση παραμένει σχετικά χαμηλή, συνθήκη ωστόσο που είναι πολύ πιθανό να μεταβληθεί».

Από την πλευρά του, ο κ. Τζηρίτης στέκεται στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, «η οποία συμβάλλει στο να επηρεάζονται και οικοσυστήματα, τα οποία παραδοσιακά είναι πιο ανθεκτικά στις δασικές πυρκαγιές», όπως αυτά στη βόρεια Ελλάδα, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης και παγκοσμίως.

Αυτό δεν σημαίνει ότι παλαιότερα δεν υπήρχαν φωτιές από φυσικά αίτια, όπως κεραυνική δραστηριότητα, στα οικοσυστήματα αυτά, ωστόσο «το ζήτημα είναι αν μακροπρόθεσμα αυτές θα μεγαλώνουν σε μέγεθος και επιπτώσεις».

Ο υπεύθυνος δράσεων για τις δασικές πυρκαγιές της WWF φέρνει ως παραδείγματα τις πυρκαγιές σε μεγάλους ορεινούς όγκους στα βόρεια της χώρας, όπως στο Μενοίκιο Όρος, στον Όρβηλο, στο Όρος Φαλακρό και στο Παγγαίο.

Έρπουσες πυρκαγιές

Συμβάντα όπως αυτό στην Κόνιτσα χαρακτηρίζονται ως «έρπουσες πυρκαγιές», αναφέρει ο κ. Γιάνναρος, που σημαίνει ότι «καίνε στον υπόροφο των δασών και σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι ευεργετικές».

Ουσιαστικά υποκαθιστούν την ανθρώπινη παρέμβαση από τη στιγμή που «απομακρύνουν ξερά κλαδιά, πεσμένους κορμούς, χόρτα, μικρούς ξερούς θάμνους, δηλαδή, το "καύσιμο" που τροφοδοτεί τη φωτιά». Ως αποτέλεσμα, «είναι πιο σπάνιο να "πιάσουν" οι κορυφές των δέντρων».

Και ο ίδιος τονίζει τον ρόλο της κλιματικής αλλαγή και ότι σε καμία περίπτωση αυτά τα χαρακτηριστικά μίας φωτιάς «θα πρέπει να αποτελούν αφορμή για εφησυχασμό».

Σύμφωνα με τον ερευνητή, «όπως εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή, είναι ζήτημα χρόνου, χωρίς να γνωρίζουμε πόσο, να αρχίσουμε να βλέπουμε επικόρυφες πυρκαγιές και σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Τότε μπορείτε να φανταστείτε πόσο μεγάλη θα είναι η δυσκολία να τις αντιμετωπίσουμε και πόσο μεγάλη θα είναι η καταστροφή».

Και αυτό διότι στις περιοχές αυτές τα δασικά οικοσύστηματα «δεν είναι προσαρμοσμένα στη φωτιά, όπως για παράδειγμα τα πευκοδάση».

Πότε η φωτιά αποτελεί πρόβλημα

Εκεί ακριβώς ξεκινάει το πρόβλημα και για τον κ. Τζηρίτη, «όταν επηρεαστεί η κόμη των δέντρων, είτε από την ένταση της επιφανειακής φωτιάς ή εάν η επιφανειακή πυρκαγιά γίνει πυρκαγιά κόμης που νεκρώνει τα δέντρα».

Η κατάσταση οξύνεται από τη στιγμή που τα οικοσυστήματα αυτά «δεν έχουν φυσικούς μηχανισμούς αναγέννησης, όπως τα μεσογειακά, αλλά αν αναγεννηθούν, αυτό θα γίνει με πολύ πιο αργούς ρυθμούς από γειτονικές άκαυτες νησίδες, αν υπάρχουν».

Όπως σημειώνει ο υπεύθυνος δράσεων για τις δασικές πυρκαγιές της WWF, «πρέπει να βλέπουμε, εάν η πυρκαγιά είναι επιφανειακή, πόσο έχει επηρεάσει τις κόμες των δέντρων, καθώς και ποια είδη και ποια σημεία, για να μπορεί να είναι κανείς σίγουρος για τις ακριβείς οικολογικές επιπτώσεις».

Φέρνει ως παράδειγμα τη φωτιά στο Παγγαίο, όπου κάηκαν περίπου 15.000 στρέμματα, όμως «η πυρκαγιά πέρασε είτε επιφανειακά, είτε έκαψε αλπικά λιβάδια, τα οποία αναγεννώνται, κατά συνέπεια το οικολογικό αποτύπωμα ήταν μηδαμινό».

Κατά τον ίδιο, «πρέπει να βλέπουμε κάθε φωτιά ξεχωριστά», με την περίπτωση της Κόνιτσας να μην προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα.

«Το πρόβλημα ξεκινάει εάν οι πυρκαγιές επαναλαμβάνονται ή αν μεγαλώνουν σε ένταση και καταστρέφουν την κόμη των δέντρων και σε αυτό συμβάλλει το θέμα της κλιματικής αλλαγής, διότι κάνει τα δάση πιο ξηρά», εξηγεί ο κ. Τζηρίτης.

Τονίζει πάντως ότι δεν πρέπει μία πυρκαγιά να αποτελεί παράγοντα πανικού. Αντίθετα, ένα συμβάν στη βόρεια Ελλάδα αποτελεί αφορμή «για να δώσουμε μια σημασία και σε αυτές τις περιοχές».

Ολιστική προσέγγιση στη διαχείριση των δασών

Στο πλαίσιο αυτό, ο Θοδωρής Γιάνναρος υπογραμμίζει τη σημασία της διαχείρισης των δασών. «Όταν μιλάμε για διαχείριση τοπίου, προφανώς δεν μιλάμε για περιοριστικά δάση. Έχουμε τα εργαλεία που περιλαμβάνονται και στο νέο νόμο της Πολιτικής Προστασίας, όπου προβλέπεται μεταξύ άλλων προδιαγραμμένη καύση και ελεγχόμενη βόσκηση».

Σε κάθε περίπτωση, «πρόκειται για στοχευμένα μέτρα, έπειτα από μελέτη κινδύνου και προτεραιοποίησης των περιοχών. Προφανώς μπορεί να υπάρξουν μέρη στα οποία να είναι πολύ δύσκολο, για τεχνικούς λόγους, να εφαρμοστεί οποιοδήποτε μέτρο, όμως δεν είναι παντού το ίδιο».

Ο επικεφαλής της ομάδας «FLAME» προτείνει μία ολιστική προσέγγιση στη διαχείριση του τοπίου και την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, «ξεκινώντας από τη μελέτη κάθε περιοχής ξεχωριστά, με στόχο να καταγραφούν οι κίνδυνοι που υπάρχουν, να ακολουθήσει προτεραιοποίηση και στη συνέχεια να εφαρμοστούν τα κατάλληλα μέτρα, στον βαθμό που είναι εφικτό».

Διαβάστε ακόμα: «All season» περιβαλλοντική κρίση στην Ελλάδα: Πώς η απουσία χιονιού βοηθάει τις πυρκαγιές το καλοκαίρι

«Διαφορετικά είναι ζήτημα χρόνου -ίσως πέντε, ίσως δέκα χρόνια- μία έρπουσα πυρκαγιά όπως στην Κόνιτσα, να σκαρφαλώσει ξαφνικά στα δέντρα και να εξελιχθεί σε μεγάλης έντασης επικόρυφη πυρκαγιά, με καταστροφικά αποτελέσματα», σημειώνει.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να απομακρυνθούν τα λεγόμενα «καύσιμα σκάλας» -λειτουργούν σαν σκάλα για τη φωτιά- όπως τα πεσμένα φύλλα και κλαδιά, τα χόρτα κλπ, καθώς η φωτιά ξεκινάει πάντα από το έδαφος, ανεβαίνει στους θάμνους και ακολουθούν τα μικρότερα και τελικά τα μεγάλα δέντρα.

«Αυτό σημαίνει να διαχειριζόμαστε τα δάση μας, να μπορούμε να απομακρύνουμε φωτιές όπως αυτή στην Κόνιτσα. Σε ένα βαθμό τουλάχιστον, γιατί ακόμη δεν έχει γίνει αποτίμηση της ζημιάς», επισημαίνει ο Θοδωρής Γιάνναρος και καταλήγει:

«Αν υποθέσουμε ότι έμπαινε τώρα δεύτερη φωτιά στην ίδια περιοχή, δεν θα έβρισκε τρόπο να ανέβει από το έδαφος στα δέντρα δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε μεγάλης έντασης επικόρυφη πυρκαγιά».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.