Μενού

Πώς οι λαγοκέφαλοι «κατέκτησαν» τις ελληνικές θάλασσες και ποιοι πρέπει να «ανησυχούν» πραγματικά

Λαγοκέφαλος
Λαγοκέφαλος | Shutterstock
  • Α-
  • Α+

Οι λαγοκέφαλοι αποτελούν το «καυτό» θέμα των ημερών, με την παρουσία τους στις ελληνικές θάλασσες να προκαλεί για μία ακόμα χρονιά ανησυχία στον πληθυσμό.

Το συγκεκριμένο ξενικό είδος ζει εδώ και πολύ καιρό στη Μεσόγειο, επηρεάζοντας στον ένα ή στον άλλο βαθμό τα οικοσυστήματα, αλλά και την αλιεία, ωστόσο τα τελευταία χρόνια η παρουσία του έχει γίνει πιο αισθητή.

Το Reader.gr συνομίλησε με τον Γιώργο Κατσέλη, καθηγητή του τμήματος Αλιείας και Υδατοκαλλιεργειών του Πανεπιστημίου της Πάτρας, ο οποίος ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο ξενικά είδη έφτασαν στην περιοχή μας, τον αντίκτυπό τους στο περιβάλλον και στον άνθρωπο, θέτοντας το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση.

«Πολύς ντόρος για το τίποτα»

Ο κ. Κατσέλης είναι εξαρχής ξεκάθαρος: «Πολύς ντόρος για το τίποτα». Επικαλείται έκθεση του 2024 που αναφέρεται στα περιστατικά δαγκωμάτων από λαγοκέφαλους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, σε μία 20ετία (2003-2024) έχουν καταγραφεί 28 περιστατικά, περίπου ένα ανά έτος, με τα 12 να αφορούν λουόμενους, αριθμός πολύ μικρός σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό.

Κατά τον καθηγητή, «το συγκεκριμένο είδος δεν είναι επιθετικό στους ανθρώπους, απλά δυσκολεύεται όταν βρεθεί σε πίεση, όταν "στριμωχτεί" και βγάζει επιθετικότητα ή όταν το πιάνουν ζωντανό και βάζουν το χέρι στο στόμα του».

«Δεν πρόκειται δηλαδή για είδος που βλέπει τον κολυμβητή και κάνει επίθεση. Αν προσθέσουμε το γεγονός ότι μέσα σε 20 χρόνια, τα 12 περιστατικά αναφέρονται σε έναν πληθυσμό εκατομμυρίων ανθρώπων που είτε ήρθαν σε επαφή είτε ήταν κοντά σε λαγοκέφαλο, προφανώς πρόκειται για αμελητέο νούμερο», εξηγεί. 

Ουσιαστικά «συζητάμε για το υπόλοιπο, δηλαδή, για την πιθανότητα να συμβεί κάτι και πώς το διαχειριζόμαστε τότε και όχι για το πόσο σπάνιο είναι να συμβεί κάτι τέτοιο».

Ουσιαστικά ο λαγοκέφαλος αντιδράει όπως θα αντιδρούσε κάθε άγριο είδος αν βρισκόταν σε παρόμοια συνθήκη. Ωστόσο, οι σιαγόνες του ψαριού έχουν μεγάλη δύναμη και τα δόντια του «έχουν τη γνωστή ιδιομορφία που κάνουν πραγματικά ζημιά, κατά βάση ακρωτηριασμό δαχτύλων των άκρων».

Ο κ. Κατσέλης προειδοποιεί επίσης για τις τοξίνες του λαγοκέφαλου, οι οποίες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες και μπορεί να επιφέρουν ακόμα και θάνατο. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε το συγκεκριμένο ψάρι δεν είναι βρώσιμο.

Λαγοκέφαλοι
Λαγοκέφαλοι σε δίχτυα | Eurokinissi

Διαβάστε ακόμα: Λαγοκέφαλοι: Ο πραγματικός κίνδυνος δεν αφορά τις επιθέσεις σε λουόμενους

Πότε και πώς ήρθαν οι λαγοκέφαλοι στις ελληνικές θάλασσες;

Οι αναφορές για την παρουσία λαγοκέφαλου «θα μπορούσαμε να πούμε ότι χρονολογούνται εδώ και περίπου 50 χρόνια και έχουν να κάνουν περισσότερο με το ότι είναι λεσεψιανός μετανάστης, δηλαδή μπήκε στη Μεσόγειο από τη Διώρυγα του Σουέζ».

Ωστόσο, «οι πρώτες "αισθητές" καταγραφές έγιναν τη δεκαετία του 1980, καθώς για να θεωρηθεί ότι υπάρχει ένα είδος, δεν αρκεί η παρουσία ενός ατόμου. Οι λαγοκέφαλοι έγιναν εμφανείς για πρώτη φορά στο Ισραήλ περίπου το 1987 και σταδιακά άρχισαν να εξαπλώνονται σε όλη τη Μεσόγειο», συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών θαλασσών.

Πέραν του λαγοκέφαλου, ακόμα δύο χωροτακτικά είδη που έχουν «εισβάλει» στην περιοχή μας είναι το λεοντόψαρο και η αγριόσαλπα, τα οποία ωστόσο είναι βρώσιμα.

Συνολικά, στα θαλάσσια οικοσυστήματα της Ελλάδας υπάρχουν τουλάχιστον 250 ξενικά είδη, όπως φύκη, μαλάκια και δίθυρα, με βάση καταγραφή που πραγματοποιήθηκε το 2017, ωστόσο ο κατάλογος αυξάνεται.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, η είσοδος γίνεται από τη Διώρυγα του Σουέζ που έχει ανοίξει, καθώς το οικολογικό «φράγμα» των δύο λιμνών που υπήρχε έχει σπάσει και περισσότερα είδη μεταναστεύουν στη Μεσόγειο. 

Πρόκειται για ένα «φράγμα» αποτελούμενο από πολύ αλμυρές λίμνες με πολύ μεγαλύτερη αλατότητα απ' ότι η Ερυθρά Θάλασσα και η Μεσόγειος. Πρόκειται για τις Little Bitter Lake και Greater Bitter Lake που βρίσκονταν στο νότιο στόμιο της Διώρυγας του Σουέζ, στα νερά των οποίων τα περισσότερα είδη δεν μπορούσαν να επιβιώσουν.

«Οι λίμνες αυτές μετά τη διαπλάτυνση της Διώρυγας τη δεκαετία του 1980 έχασαν σταδιακά τη μεγάλη αλατότητά τους, η οποία τείνει να εξισορροπιστεί με την Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο, συνεπώς το οικολογικό φράγμα μειώθηκε και διάφορα είδη που βρίσκονταν στον Ινδικό Ωκεανό προωθούνται στη Μεσόγειο», εξηγεί ο κ. Κατσέλης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η κλιματική αλλαγή αποτέλεσε έναν ακόμα παράγοντα για τη μετανάστευση ξενικών ειδών, καθώς «η Μεσόγειος ζεσταίνεται και αποκτάει χαρακτηριστικά "τροπικότητας"».

Λεοντόψαρο
Λεοντόψαρο | Shutterstock

Ποιοι επηρεάζονται και ποιοι κινδυνεύουν πραγματικά

Μπορεί η παρουσία του λαγοκέφαλου να μην αποτελεί μεγάλη απειλή για τους λούμενους ούτε και για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, επηρεάζει όμως σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την αλιεία, καθώς οι ψαράδες έρχονται σε επαφή με το είδος με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα, από τη στιγμή που πιάνεται ζωντανό στα δίκτυα».

Στο ίδιο πλαίσιο οι επαγγελματίες του κλάδου δέχονται «μεγάλη πίεση λόγω της καταστροφής των αλιευτικών εργαλείων», αλλά και της μείωσης της ψαριάς, «λόγω μη προσέγγισης άλλων ψαριών στις περιοχές όπου βρίσκονται οι λαγοκέφαλοι».

«Εκεί εντοπίζεται κατά κύριο λόγο το πρόβλημα και όχι τόσο στο γεγονός ότι οι λαγοκέφαλοι τρώνε τα άλλα ψάρια, παρότι γίνεται και αυτό ως ένα βαθμό, καθώς βρίσκονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, δεν έχουν θηρευτές, συνεπώς το είδος καθίσταται χωροτακτικό, το κόστος της αλιείας αυξάνεται και το ψάρεμα γίνεται αποτρεπτικό», εξηγεί ο κ. Κατσέλης.

Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι κατά βάση οικονομικό, χωρίς να αποκλείεται η οικολογική διάσταση, συνεπώς καθίσταται διττό: Από την μία η αύξηση του κόστους της αλιείας και από την άλλη η οικολογική ισορροπία. «Προσπαθείς έτσι να μειώσεις τον πληθυσμό και τις επιπτώσεις της παρουσίας του είδους», επισημαίνει.

Πάντως, όσον αφορά τον γενικό πληθυσμό, ο καθηγητής προειδοποιεί ότι υπάρχει κίνδυνος από την κατανάλωση του λαγοκέφαλου, λόγω των τοξινών.

Και αυτό διότι, όπως σχολιάζει, «οι τοξίνες βρίσκονται σε εσωτερικά όργανα. Αυτό, σε συνδυασμό με την παιδεία που έχουμε στην Ελλάδα, καθώς τα εγχώρια είδη είναι ακίνδυνα, σημαίνει ότι θα διακινδυνεύαμε απώλεια ζωής, συνεπώς απαιτείται μεγάλη προσοχή».

Λαγοκέφαλος αφίσα
Παλαιότερη προειδοποιητική αφίσα για τον λαγοκέφαλο | ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα;

Ο κ. Κατσέλης αναφέρεται σε πρακτικές που εφαρμόζουν άλλες χώρες στην Ανατολική Μεσόγειο, με πρωτεργάτρια την Κύπρο, όπου «έχουν αναπτυχθεί προγράμματα "επικήρυξης" του λαγοκέφαλου και του λεοντόψαρου, με επιδότηση των αλιέων για να ψαρεύουν τα συγκεκριμένα είδη».

Επιπλέον, προωθείται η κατανάλωση του λεοντόψαρου και της αγριόσαλπας. Η τελευταία μάλιστα «συγκαλλιεργείται με άλλα ψάρια, καθώς καταναλώνει φυτικούς οργανισμούς και χρησιμεύει στο καθάρισμα των διχτυών, μειώνοντας έτσι το κόστος της αλιείας. Και τα δύο είδη πωλούνται στην αγορά».

Αντίστοιχα στην Ελλάδα «την τελευταία περίοδο του ΕΣΠΑ έχουν εκπονηθεί προγράμματα που αφορούν την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα -όπου καταγράφονται τα σημαντικότερα προβλήματα- για το πώς θα ισορροπήσει η παρουσία του λαγοκέφαλου με την αλιεία, στο πνεύμα της επικήρυξης που εφαρμόζεται στις άλλες χώρες».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.