Μενού
tyra banks
Tyra Banks | AP
  • Α-
  • Α+

Το νέο ντοκιμαντέρ του Netflix, «Reality Check: Inside America’s Next Top Model», αποκαλύπτει σοκαριστικά περιστατικά κακοποίησης στο βωμό ενός συνήθως ανεκπλήρωτου «wanna be on top». 

Body-shaming, επικίνδυνα κασκαντερικά, ταπεινωτικές δοκιμασίες, λεκτική και σεξουαλική κακοποίηση, ενώ οι κάμερες συνεχίζουν να γράφουν. Ο λαμπερός κόσμος του America’s Next Top Model, του ριάλιτι – φαινόμενο, που στο απόγειο του συγκέντρωνε πάνω από 100 εκατομμύρια τηλεθεατές παγκοσμίως, ξεδιπλώνεται σε όλη του τη σκοτεινιά στο Reality Check του Netflix.

Ένα ντοκιμαντέρ, που φέρνει στο φως το ανατριχιαστικό παρασκήνιο μιας εποχής, η οποία είχε χαρακτηριστεί από τους New York Times ως «η πιο απάνθρωπη στην ιστορία της ριάλιτι τηλεόρασης». 

Το φαινόμενο «Next Top Model» τότε και τώρα

Το ANTM, που προβλήθηκε από το 2003 μέχρι το 2018 σε 24 διαφορετικούς κύκλους, συνδυάζοντας τη λογική ενός διαγωνισμού μοντέλων με το δράμα του ριάλιτι, υπήρξε αμφιλεγόμενο όσο και δημοφιλές. 
                                                                   
Κακότροποι κριτές, ακραίες δοκιμασίες, παρασκηνιακά δράματα, ταπεινώσεις και σκληρή μεταχείριση της σωματικής και ψυχικής υγείας των νεαρών διαγωνιζόμενων δίχασαν το κοινό ακόμα και στην εποχή του. Σε μια εποχή τηλεοπτικής υπερβολής, όπου το ριάλιτι άκμαζε κι έπαιρνε όλο και πιο ακραίες μορφές -με σόου με ταραντούλες, φίδια και κατσαρίδες, όπως το «Fear Factor».

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν όλοι περιοριστήκαμε μπροστά στις οθόνες μας και μια νέα εποχή -μετά το metoo- ξημέρωνε, ένα καινούριο κοινό είχε την ευκαιρία να ανακαλύψει το περίφημο σόου μοντέλων της Αμερικής και να αναρωτηθεί με φρίκη για τις προηγούμενες γενιές: «Μα πώς είναι δυνατόν αυτό να παιζόταν κι εσείς να το βλέπατε;». Παράλληλα, βέβαια, το (ξανα)έκανε viral. 

Το ντοκιμαντέρ Reality Check: Inside America’s Next Top Model, που από την πρώτη του εβδομάδα ανέβηκε στις πρώτες επιτυχίες του Netflix, εμβαθύνει σε αυτή την επιχείρηση αποτίμησης του τηλεοπτικού φαινομένου που εξαπλώθηκε σε πολλές διαφορετικές χώρες (και στην Ελλάδα). Στα τρία επεισόδια του μιλούν όλοι οι βασικοί παράγοντες του σόου, πρώην νικήτριες και κάποιες από τις πλέον συζητημένες διαγωνιζόμενες. Κι οι μαρτυρίες τους φέρνουν στο φως μια πραγματικότητα, που είναι ακόμα πιο σκοτεινή από ό,τι φανταζόμασταν. 

Οι αγνές προθέσεις της Τάιρα Μπανκς 

Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημιουργός, παραγωγός και παρουσιάστρια του σόου, Τάιρα Μπανκς, η οποία δέχτηκε τελικά να μιλήσει εκτενώς και χωρίς όρους, όπως έχουν διευκρινίσει οι σκηνοθέτες Ντάνιελ Σίβαν και Μορ Λούσι.

Υπάρχει μόνο μία ερώτηση, στην οποία αρνείται να επεκταθεί, σχετική με τη ρήξη της με τον στενό φίλο, συνεργάτη και πρώην δημιουργικό διευθυντή του σόου, Τζέι Μανουέλ. Κι ίσως αυτή να είναι η πιο ανθρώπινη και πειστική στιγμή της. Απέναντι στα πιο σοβαρά δηλώνει αθώα, αφελής ή αναρμόδια.

Το ANTM, σύμφωνα με την Τάιρα Μπανκς ξεκίνησε με τις αγνότερες των προθέσεων από την επιδίωξη της να εκδημοκρατίσει τη βιομηχανία της μόδας, να καταρρίψει ταμπού και στερεότυπα και να στείλει μηνύματα συμπερίληψης. Να δώσει ευκαιρίες στις καλλονές κάθε μικρής πόλης της Αμερικής, να τους διδάξει τα μυστικά και να τις στείλει να διαπρέψουν στις διεθνείς πασαρέλες. Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι. Κι αν η μόδα ήταν η αφορμή, στην πορεία το ριάλιτι επικράτησε. 

Όπως, άλλωστε, αποκαλύπτει η πλειονότητα των πρώην διαγωνιζόμενων, το ANTM δεν τους άνοιξε δρόμους στον χώρο του μόντελινγκ. Αντιθέτως τις σφράγισε με το στίγμα του ριάλιτι σταρ, κλείνοντας τις πόρτες των μεγάλων πρακτορείων.

«Είσαι χοντρή, να πας σε μάντρα!»

Στο ξεκίνημα του, το σόου κρίθηκε πρωτοποριακό. Έφερε στην αμερικανική τηλεόραση εικόνες συμπερίληψης και ποικιλομορφίας.

Παράλληλα, όμως, τα ιδανικά του συγκρούονταν με πρακτικές που αναπαρήγαγαν ακριβώς τα στερεότυπα, που υποτίθεται πως πολεμούσαν.

Οι διαγωνιζόμενες ζυγίζονταν δημοσίως κι άκουγαν προσβλητικά σχόλια για τα κιλά τους. Στο τέλος κάθε επεισοδίου, δέχονταν αυστηρότατη κριτική από μια επιτροπή επαγγελματιών του χώρου, οι οποίοι θεωρούσαν ιερό καθήκον τους να ενημερώσουν κάποια από τα πιο όμορφα κορίτσια της Αμερικής ότι στην πραγματικότητα ήταν χοντρές, έμοιαζαν με αγελάδες, είχαν κοιλιές, φαρδιά οπίσθια και δόντια που απαιτούσαν ξήλωμα. 

Κάποιοι από τους κριτές -ο φωτογράφος Νάιτζελ Μπάρκερ, ο δημιουργικός διευθυντής Τζέι Μάνουελ- το έκαναν αυτό με μια δόση μεταμέλειας. Άλλοι, όπως η Τζάνις Ντίκινσον, το έκαναν με αγαλλίαση, κραυγάζοντας υπερβολές τύπου “πρέπει να χάσει 150 κιλά!” ή «είναι χοντρή, να πάει να δουλέψει σε μάντρα!». 

Τα σκληρά και προσβλητικά σχόλια, που απευθύνονταν σε 20χρονα κορίτσια εξελίχθηκαν σε σήμα κατατεθέν” του σόου. Κι ας μη μας ξενίζουν, καθώς τα είδαμε και στις ελληνικές εκδοχές του σε διάφορες παραλλαγές όπως “από την πρώτη στιγμή που μπήκες, είδα ένα κορίτσι χωρίς ταλέντο”, “με αυτό το μαλλί δεν έχεις ευκαιρία να γίνεις τίποτα και καμία”, “πώς αισθάνεσαι, χάλια; Καλά κάνεις, κι εγώ θα αισθανόμουν χάλια στη θέση σου” και αστειάκια που παρομοιάζουν επίδοξο μοντέλο με “τον Στάθη Ψάλτη με περούκα” -τα οποία προκαλούν γέλια στην ομήγυρη και κλάματα στη διαγωνιζόμενη, που εγκαλείται και για έλλειψη χιούμορ.

Ακραίες, ταπεινωτικές και σκληρές δοκιμασίες 

Το Reality Check: Inside America’s Next Top Model εστιάζει σε κάποιες από τις πλέον συζητημένες σκηνές όπως π.χ. στο ξέσπασμα θυμού της Τάιρας Μπανκς απέναντι σε διαγωνιζόμενη που μόλις έχει διώξει, στην οποία ουρλιάζει μπροστά στα μάτια δεκάδων εκατομμυρίων θεατών: «Σε στήριξα! Όλοι σε στηρίξαμε! Πώς τολμάς;». 

Η Μπανκς αξιοποιεί την ευκαιρία να δηλώσει μετάνοια. «Το παρατράβηξα και το έχασα», λέει. Αντίστοιχη είναι η αντίδραση της και απέναντι στις επιλογές των φωτογραφικών δοκιμασιών, που όσο εξελίσσονταν οι κύκλοι γίνονταν και πιο ακραίες. 

Τα επίδοξα μοντέλα φορούσαν ταραντούλες και λιμοκτονούσαν. Η αφοσίωση τους στην υψηλή μόδα απαιτούσε να κάνουν «blackface» (στη διαβόητη φωτογράφηση «ανταλλαγής εθνοτήτων» στον 4ο κύκλο), να βάλουν ψεύτικο αίμα και να προσποιηθούν ότι είναι δολοφονημένα θύματα ένοπλης βίας ή να απλώσουν ψεύτικο εμετό για να αναπαραστήσουν τη βουλιμία ή να χρησιμοποιήσουν αληθινούς, πραγματικούς άστεγους ως «σκηνικά αντικείμενα», με σκοπό να πουλήσουν παντελόνια. 

Η Μπανκς αντιτείνει ότι όλα αυτά «εσείς -το κοινό- τα ζητούσατε!», αν και παραδέχεται ότι, βλέποντας την εκπομπή με τα σημερινά κριτήρια, «είναι πρόβλημα και καταλαβαίνω γιατί». Το ερώτημα, όμως, επανέρχεται: με ποια κριτήρια τότε ήταν αποδεκτά; Με ποια κριτήρια π.χ. μια πεντακάθαρη περίπτωση σεξουαλικής παρενόχλησης κατέληξε σε επίπληξη του θύματος, γιατί είχε το θράσος να το πει δημοσίως; Κι ακόμα περισσότερο με ποια κριτήρια η σεξουαλική εκμετάλλευση ενός λιπόθυμου κοριτσιού αντί να αποφευχθεί, έγινε τηλεοπτικό θέαμα; 

Η πιο ανατριχιαστική ιστορία 

Η πιο ανατριχιαστική ιστορία που αφηγείται το ντοκιμαντέρ είναι αυτή της Σάντι Σάλιβαν από τον δεύτερο κύκλο. Τότε παρουσιάστηκε ως μια μεθυσμένη απιστία, σήμερα δείχνει ολοφάνερα ως σεξουαλική επίθεση, που όχι απλά δεν εμποδίστηκε από την παραγωγή, αλλά καταγράφηκε, προβλήθηκε -κι έκανε υψηλή τηλεθέαση. 

Το περιστατικό έγινε στο Μιλάνο, όπου ταξίδεψαν οι φιναλίστ του κύκλου. Ύστερα από μια μέρα γεμάτη οντισιόν στην οποία η κάθε μια είχε τον Ιταλό συνοδό της, η βραδιά συνεχίστηκε στην πολυτελή κατοικία που τους είχε παραχωρηθεί. Το κρασί έρεε άφθονο. Ένα βολικά τοποθετημένο τζακούζι τους περίμενε. Οι μνήμες θόλωσαν και οι παραγωγοί, με τη δικαιολογία ότι γύριζαν ένα “ντοκιμαντέρ”, δεν θεώρησαν απαραίτητο να διακόψουν αυτό που ακολούθησε.

Το τελικό επεισόδιο, στο οποίο η Σάλιβαν, που είχε σοβαρή σχέση στην πατρίδα της, φαίνεται να φιλιέται παθιασμένα με έναν από τους άνδρες, πριν ξυπνήσει με κλάματα στο κρεβάτι της, παρουσίασε το συμβάν ως μια απλή περίπτωση απιστίας, με τον εύγλωττο τίτλο «The Girl Who Cheated». 

Δύο δεκαετίες μετά, η Σάλιβαν, σε μια συγκινησιακά φορτισμένη συνέντευξη, ανακαλεί τη βραδιά και τα γεγονότα που ακολούθησαν: «Δεν νομίζω ότι είχα φάει καθόλου ή ότι είχα κοιμηθεί. Θυμάμαι να μπαίνω στο τζακούζι. Και μετά θυμάμαι απλώς τον τύπο να με κοιτάζει κι εγώ να τον κοιτάζω, και ήμουν ήδη αρκετά μεθυσμένη. Ό,τι έγινε μετά είναι απλώς θολό. Το μόνο που θυμάμαι είναι… να τον νιώθω πάνω μου. Είχα σβήσει, πρέπει να λιποθύμησα. Κανείς δεν έκανε τίποτα για να το σταματήσει. Και τα κατέγραψαν όλα, όλα».

Η Σάλιβαν λέει ότι μετά το περιστατικό ζήτησε να τηλεφωνήσει στον σύντροφο της. Η παραγωγή το δέχτηκε, μόνο με τον όρο ότι θα το κινηματογραφούσε. Η σκηνή του τηλεφωνήματος μεταδόθηκε κανονικά. Η Σάλιβαν κλαίει, όπως κι ο έκπληκτος σύντροφος της, που την αποκαλεί «χαζή σκύλα».

Το τηλέφωνο κλείνει, ενώ η κάμερα μένει πάνω στη Σάλιβαν, που είναι κουλουριασμένη σε εμβρυϊκή στάση, με ολόκληρο το σώμα της να τρέμει από τους λυγμούς. Σε επόμενη σκηνή, η Μπανκς στέκεται αδερφικά δίπλα της, νουθετώντας την: «Πρέπει να παλεύουμε ενάντια στις σαρκικές μας επιθυμίες...». Ή πώς το θύμα μετατρέπεται σε θύτη. 

Το «τέρας» που λέγεται ριάλιτι 

Ανάμεσα σε αυτές τις σπαρακτικές αναμνήσεις, οι δημιουργοί ρωτούν μια εμφανώς αμήχανη Μπανκς για την υπόθεση. Η απάντησή της είναι επιεικώς μη ικανοποιητική: «Θυμάμαι την ιστορία της. Είναι λίγο δύσκολο για μένα να μιλήσω για την παραγωγή, γιατί δεν είναι ο τομέας μου». Ο παραγωγός, Κεν Μον, που ήταν επικεφαλής αφήγησης, δείχνει λίγο πιο ειλικρινής. «Αντιμετωπίζαμε το Top Model ως ντοκιμαντέρ» λέει. «Και τα κορίτσια το γνώριζαν». 

Βεβαίως, η άποψη ότι η νηφαλιότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για συναίνεση δεν ήταν καθόλου περιθωριακή στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, ουδείς από τους εμπλεκόμενους αναλαμβάνει την παραμικρή ευθύνη για την υπόθεση της Σάντι, που ονειρευόταν να φύγει από τη δουλειά του σούπερ μάρκετ -και σε αυτό επέστρεψε. 

Κι εδώ ακριβώς προκύπτει τελικά το πιο ισχυρό «κατηγορώ» του Reality Check απέναντι στην «άμοιρη ευθυνών» ριάλιτι τηλεόραση, που όπως λέει και ο κάποτε δημιουργικός διευθυντής του σόου Τζέι Μανουέλ: «Το ριάλιτι είναι ένα τέρας. Αν δεν αιμορραγεί και δεν πρωτοστατεί, τότε δεν λειτουργεί…».  

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...