Μενού

Από το χάος και ξανά πίσω: Οι Mayhem ήταν τα αποβράσματα που χρειαζόταν η Black Metal

Mayhem
Μέλη των Mayhem το 1988 | facebook
  • Α-
  • Α+

Η σκέψη μού ήρθε στο άσχετο, διαβάζοντας μία ανάρτηση για την περφορμάνς του γλύπτη Abraham Poincheval, με τον τίτλο «Pierre» (Πέτρα), για την οποία σκάλισε μέσα σε έναν βράχο ένα κουβούκλιο, αρκετό για να χωρά μέσα καθιστός.

Το δεύτερο μέρος του έργου ήταν ένα Προμηθειακό μαρτύριο μίας εβδομάδας, στη διάρκεια της οποίας, κλεισμένος σε αυτή την «εφαρμοστή» φυλακή, ο Poincheval συντηρούταν από ό,τι υγρά και φαγητό είχε πάρει μαζί του.

Το τι ήθελε να αποδείξει το αποφασίζει ο θεατής. Όποιο και αν ήταν το ζητούμενο, αν υπάρχει μία συμπερασματική «κορώνα» πάνω από το έργο, είναι πως ένα αναπόσπαστο συστατικό στην έλξη που ασκεί η τέχνη, είναι σχεδόν ξένο στην αγνή της μορφή, αν μπορούσε να την ορίσει έτσι κάποιος, ως το έργο το ίδιο.

Είναι ο βαθμός στον οποίος ο καλλιτέχνης ενοικεί σε αυτό και αποπνέει το νόημά του, κάτι που βέβαια ο Poincheval κάνει κυριολεκτικά και συνειδητά.

Διαβάστε επίσης: Οι Metallica live στην Αθήνα – Η ιστορία της ανόδου στον θρόνο του metal μέσα από πέντε θρυλικά άλμπουμ

Αλλά και ο Βαν Γκογκ δεν πέθανε μέσα στην κλεμμένη του αθωότητα, σαν ηλιοτρόπιο που κόπηκε απρόθυμα; Σε ένα πιο καθ' ημάς παράδειγμα, ο Καζαντζίδης, που «μελέτησε» τόσο πολύ τη μιζέρια, στο τέλος πέθανε περιτριγυρισμένος από αυτή.

Ο άνθρωπος μπορεί να είναι καλός, κακός και κάπου στο μεταξύ, αλλά στον βαθμό που αυτές οι ποιότητες νοτίζουν την τέχνη του, περισσότερο γίνεται έργο για το βλέμμα που προσπερνά τις ηθικές κρίσεις και, μία στις τόσες, μαρκάρει μία μικρή καμπή στην ιστορία.

Τα παραπάνω γράφονται περισσότερο ως ορντέβρ για όποιον ενδιαφερθεί να διαβάσει αυτή τη σύντομη αναδρομή, για την καριέρα ενός μάτσου από «αποβράσματα» της κοινωνίας, οι οποίοι, παρά την περιγραφή, έφεραν ένα καλλιτεχνικό ρεύμα στην πραγματική του διάσταση.

Mayhem - Νέο καλούπι

Οι Mayhem έκαναν την αρχή τους το 1984 στη γενέτειρά τους του Όσλο, με τους Øystein Aarseth (Euronymous, κιθάρα), Jørn Stubberud, (Necrobutcher, μπάσο) και Kjetil Manheim (ντραμς).

Δήλωναν «επηρεασμένοι» από μπαμπάδες όπως Black Sabbath, Venom, Slayer, Bathory, Motorhead, αλλά στην πραγματικότητα, ζούσαν σε άλλο μήκος κύματος.

Βλέπετε, ένα χαρακτηριστικό του πρώτου κύματος του Black Metal ήταν ότι ακολουθήθηκε από άτομα που ήταν πρώτιστα μουσικοί και showmen, και ουδόλως μύστες της «μαύρης» ιδεολογίας του είδους. 

Πίσω από την εμπορευματοποίηση του σατανισμού και της θανατολαγνείας που ξεκίνησε ως «αστείο» στα 70s και 80s, κάτω από τις θεατρικές εμφανίσεις με corpse paint και μαλλούρα, ήταν λιγότερο ή περισσότερο καθημερινοί άνθρωποι που έκαναν αυτό που γούσταραν.

Οι Mayhem, πρωτοπόροι του δεύτερου κύματος, είχαν πολύ διαφορετική αφετηρία, που τεχνικά προσιδίαζε περισσότερο στην ίδρυση μίας αίρεσης παρά ενός μουσικού σχήματος. 

Μεταξύ των μελών της μπάντας, ο Eyronymous, ιστορικό μέλος, ντε φάκτο αρχηγός τους -ώσπου τη «βρήκε» από δικό του- δήλωνε «θεϊστικός σατανιστής» και μηδενιστής, και όντας η πιο επιδραστική «φωνή» του συγκροτήματος, έμελλε να καθορίσει την κάθε άλλο παρά συνηθισμένη πορεία τους.

Μία πορεία που δεν στιγματίστηκε μόνο από τη «μαύρη δίνη» στην ιδεολογική σύλληψη της μπάντας, που λες και είχε βάλει στοίχημα να συμπεριλάβει όσες περισσότερες αντικοινωνικές και μισανθρωπικές κλίσεις ήταν δυνατό.

Σατανισμός, παγανισμός, οντινισμός, ναζισμός, μίσος, φόνος, τρομοκρατία, μέσα από το «Μαύρο Δάσος» της Νορβηγικής ψυχοσύνθεσης, τα κεντρικά μέλη των Mayhem ενσάρκωσαν αυτό που οι ανήσυχοι γονείς εκείνη την εποχή φαντάζονταν ότι είναι το Black Metal.

Dead is Dead

Στα πρώτα τους βήματα, άλλαζαν τραγουδιστές σαν να ξεσκαρτάριζαν χαρτιά τράπουλας. Έψαχναν για τον «μπαλαντέρ» που θα είχε εκείνο το «κάτι».

Για καιρό τους έλειπε, καθώς οι Nils Svensson, Stele, Maniac, και Kittil Kittilsen πέρασαν και έφυγαν, μέχρι την είσοδο του Dead (Περ Ίνγκβε Όλιν) το 1988. Ας πούμε ότι ο Dead δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ για να βρει το ψευδώνυμό του. 

Είχε φημολογούμενα τέτοια εμμονή με τον θάνατο, που ακόμα και ένας νεκροθάφτης θα δυσκολευόταν να του πει κάτι καινούριο. 

Μάζευε νεκρά ζώα και τα κρατούσε σε χαρτοσακούλες, τις έκλεινε για να «μπουκώνουν» και τις άνοιγε πριν τα live για να...ντερλικώνει με τη μυρωδιά του θανάτου.

Έθαβε τα ρούχα του σε νωπό χώμα, τα ξέθαβε και τα φορούσε λίγο πριν τις παραστάσεις, για να μυρίζει πάντα σαν φρέσκο πτώμα. Οι αυτοτραυματισμοί στις ζωντανές εμφανίσεις δεδομένοι, και κερνούσε ακόμα και το κοινό «μεζέδες» από τη φρικιαστική συλλογή του από roadkill.

Περ Ίνγκβε Όλιν, κατά κόσμον «Dead»
Περ Ίνγκβε Όλιν, κατά κόσμον «Dead»

Ο Stian «Occultus» Johannsen, που ανέλαβε εκ νέου τα φωνητικά μετά τον Dead, είχε πει γι' αυτόν ότι «Δεν έβλεπε τον εαυτό του ως άνθρωπο, νόμιζε ότι ήταν ένα ον από έναν άλλο κόσμο. Είχε οράματα, πίστευε ότι το αίμα είχε παγώσει στις φλέβες του, ότι ήταν νεκρός. Ήξερε ότι θα πέθαινε».

Πολλοί τον συζητούσαν, λίγοι ενδιαφέρθηκαν να ακούσουν τις πραγματικές ανησυχίες ενός παιδιού με κατάθλιψη. Γιατί άλλωστε, όταν έχεις μπροστά σου μία κινούμενη καρικατούρα που ζωντανεύει τις μυστικιστικές σου φαντασιώσεις; Σαν «φίλοι» που σου βάζουν το τσιγάρο στο στόμα, η διεστραμμένη αγάπη του κοινού για τον Dead και η διευκόλυνση από τα άλλα μέλη, τον έκλεισε σε ένα κουτί μοιρολατρίας και αυταπάτης.

Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα του, στις 8 Απριλίου 1991, ο 22χρονος τότε Dead αυτοκτονεί βάναυσα, λες και σκοπός δεν ήταν απλά να αφήσει τον «μάταιο τούτο κόσμο», αλλά να μπει σε έναν άλλον μετά ματωμένων βαΐων και κλάδων.

Κόβει τις φλέβες στους καρπούς και τον λαιμό του, και με τις τελευταίες δυνάμεις του, γυρνά την κάνη μίας καραμπίνας στο κούτελό του. Το όπλο ανήκε στον Euronymous.

«Συγγνώμη για το αίμα. Κανείς δεν θα με καταλάβει, αλλά ως σύντομη εξήγηση, δεν είμαι άνθρωπος, αυτό είναι ένα όνειρο και πρόκειται να ξυπνήσω», γράφει στο τελευταίο του σημείωμα.

Η βιτρίνα των Mayhem

Ο Euronymous ήταν πάντα κάθαρμα, αλλά δεν ήταν ένα πλάσμα τόσο «ωμό» και αυθόρμητο όσο άλλα μέλη της μπάντας. Πάντως ήταν αρκετά ρεαλιστής για να κατανοεί  ότι αν έπαιρνε την ίδια του τη ζωή, δεν θα συναντούσε τον «αφέντη» του. Δεν είχε όμως πρόβλημα να τροφοδοτεί τους ιδεασμούς του Όλιν.

Διαβάστε ακόμα: Extasy Extano: H ιστορία του χορευτικού ύμνου των '90s - Tι σήμαινε τελικά ο τίτλος

Ήταν επίσης δαιμόνιος επιχειρηματίας. Ο Dead είχε την τύχη, ατυχία, πείτε το όπως θέλετε, να τον βρει πρώτος ο Øystein μετά το τετελεσμένο. Ίσως πάντα περίμενε τη στιγμή που θα γινόταν ο ιδρυτής μίας αίρεσης. Απτόητος από το σοκαριστικό θέαμα, εξετάζει τη σκηνή της αυτοχειρίας. Κάτι πολύ καλό υπάρχει εδώ. 

Μετακινεί λίγο το κουφάρι του Dead, το δίκανο και τις λεπίδες, για να στήσει το τέλειο πλάνο. Φωτογραφίζει τον φίλο του για να φαίνεται όσο πιο γραφικά η οπή στο κεφάλι του. Το marketing ήταν ανήθικο, απάνθρωπο, και τέλειο για τη βιτρίνα του.

Δεν αμέλησε να μαζέψει και μερικά από τα κομμάτια του κρανίου του και να τα πλέξει σε κολιέ, ένα σουβενίρ από την όλη ιστορία. Εκείνη η τελευταία φωτογραφία του Dead, έγινε το εξώφυλλο για το θρυλικό live bootleg «Dawn of the Black Hearts».

Φιλική προειδοποίηση, μην το ψάξετε αφού φάτε...

Δείξε μου τον εχθρό σου...

Η μουσική τους ήταν πάντα αξιόλογη, ωμή σκληρή και επιμελώς ατημέλητη. Οι «χειρισμοί» του Euronymous ήρθαν σαν «σκοτεινή ύλη» που έδωσε βάρος και μυθική υπόσταση στο σύμπαν του. Αλλά ήταν και άγγελος κακών.

Λίγο καιρό μετά την αυτοκτονία του Dead τα πράγματα έγιναν λίγο άβολα. Ο Necrobutcher, φρικιασμένος, παραιτείται για να αποφύγει, όπως έχει πει, «να σκοτώσει κάποιον» εκεί μέσα, και το συγκρότημα συνέχισε τις πρόβες του με τον Occultus στα φωνητικά, για το κομβικό «De Mysteriis Dom Sathanas».

Αυτό δεν κράτησε πολύ. Ο Occultus εγκαταλείπει και αυτός, μετά από επανειλημμένες απειλές του Euronymous πως θα τον σκότωνε

Αυτή την περίοδο, το υπαρξιακό παράδοξο των Mayhem, αυτή η δημιουργία που γεννιέται από το χάος, βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της σε μία βραδύκαυστη συνεργασία.

Για να αναπνέει κάποιος τον ίδιο αέρα με τον Euronymous έπρεπε, αν όχι το ίδιο μεγαλομανής, ισχυρογνώμων και χειριστικός, να είναι τουλάχιστον τόσο αρρωστημένος και κοινωνιοπαθής για να κερδίσει τον σεβασμό του.

Euronymous
Euronymous

Στα τέλη του 1992 υπήρξαν δύο νέες προσθήκες, μία ήταν ο Attila Csihar των Tormentor. Η άλλη, η φαρμακερή, αυτή του Varg Vikernes, που έγραφε ήδη ιστορία με το solo act των Burzum, και ήρθε σαν για να γράψει τον επίλογο.

Ο Varg μπορεί και να ήταν όσα φθονούσε να είναι ο Øystein, αλλά του απαγόρευε το πρακτικό του πνεύμα. Η συνεργασία τους ήταν φλέβα χρυσού, περισσότερο από επιδραστική και ουδόλως από οικονομική άποψη, όχι μόνο για την παραγωγή των Mayhem, αλλά και για τα ιστορικά άλμπουμ των Burzum που κυκλοφόρησε η δισκογραφική του Euronymous, Deathlike Silence Productions, με έδρα το δισκοπωλειο του, Helvete.

Από την άλλη, ο Euronymous έβρισκε στον εαυτό του να επισκιάζεται από έναν ροκ-σταρ παγιδευμένο στο σώμα ενός ρατσιστή, ναζιστή και παγανιστή που έκανε ακτιβισμό τις πεποιθήσεις του, ενώ την ίδια στιγμή έπρεπε να είναι και ο μάνατζέρ του. Ναι, του καθόταν στον λαιμό.

Ο Varg ήταν σαν ένα «παιδί αγρίμι» πάνω από μία μυρμηγκοφωλιά. Στο μυαλό του, είχε την «αποστολή» να κάψει, κυριολεκτικά, τα προπύργια του χριστιανισμού, του «εισβολέα» που επικράτησε στο Σκανδιναβικό πάνθεον και έσβησε τη μνήμη των ρούνων.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1993 είχε κάψει τουλάχιστον επτά κεντρικές εκκλησίες στη Νορβηγία, μία από αυτές ανήμερα των Χριστουγέννων του 1992. Οι εμπρησμοί του ήταν εκδίκηση, τους φωτογράφιζε και τους χρησιμοποιούσε για εξώφυλλα και προωθητικό υλικό. Στα σόου, έβαζε το κοινό να κάνει πρόποση στις επιτυχίες του.

Επιστροφή στο χάος

Τη δεκαετία του '90, η αστυνομία και τα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να δίνουν όλο και περισσότερη αρνητική προσοχή στο Helvete και το συγκρότημα. Οι εμπρησμοί, τα εγκλήματα μίσους και το γενικότερο κλίμα φόβου που έχει καλλιεργηθεί από τον Varg και την υπόγεια μουσική σκηνή μονοπωλούν τις φυλλάδες.

Η νορβηγική σκηνή, ο επώνυμος «Black Circle», πολύ πέρα από έναν πνευματικά ορισμένο χώρο ομόσταυλων, έχει γίνει κανονική «λέσχη» αντικοινωνικού εγκλήματος και μαζικής υστερίας.

Ο Euronymous κατεβάζει ρολά στο μαγαζί. Οι οικονομικές και καλλιτεχνικές διχογνωμίες, γύρω από τον Øystein και τον Varg, ξεφεύγουν και παίρνουν αποστάσεις. Αλλά ο Vikernes δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Η εχθρότητα είχε φτάσει σε σημείο βρασμού, τη στιγμή που οι Νορβηγικές αρχές αρχίζουν να εισβάλλουν στο «αντίσκηνο» της Black Metal και να διώκουν μουσικούς.

Τη νύχτα της δολοφονίας, στις 10 Αυγούστου 1993, ο Varg πήρε το αμάξι και, με τον δεύτερο κιθαρίστα του, Snorre Westvold Ruch (Blackthorn), οδήγησε από το Μπέργκεν, στο Όσλο. Προορισμός ήταν το σπίτι του Euronymous.

Άφησε τον Snorre στο αυτοκίνητο και ανέβηκε στον επάνω όροφο. Ακολουθεί ένα κυνηγητό, στο χάος του οποίου ο Varg σηκώνει ένα μαχαίρι από την κουζίνα, και διαπερνά με αυτό τον Øystein 23 φορές, μέχρι θανάτου. Καταδικάστηκε σε 21 χρόνια κάθειρξη για τον φόνο, αλλά και την τρομοκρατική του δράση.

Γράφοντας, χρόνια αργότερα στο blog του για τα κίνητρά του, ο Vikernes ισχυρίζεται πως ο Euronymous είχε εκτοξεύσει τις συνηθισμένες απειλές και εναντίον του, σε ένα φλύαρο κείμενο που προδίδει και άλλους λόγους, όπως οι επιχειρηματικές κινήσεις γύρω από το Helvete και την Deathlike Silence, και καταγγελίες από τον πρώην συνάδελφό του που τον είχαν στείλει στο κρατητήριο.

Σε μία ακούσια αυτοσατυρική παράγραφο, γράφει: «Αυτοί που με επικρίνουν για τη δολοφονία ενός συμπατριώτη μου Νορβηγού κάνουν λάθος.

Ο Euronymous ήταν στην πραγματικότητα Λάπωνας, όπως φαίνεται καθαρά από τις φωτογραφίες του. Τα μογγολικά χαρακτηριστικά του προσώπου του είναι έκδηλα, τα μαλλιά του είναι τυπικά λαπωνικά (λεπτά και ίσια) και όπως οι περισσότεροι Λάπωνες, ήταν πολύ κοντός».

Η δίκη του Varg Vikernes
Η δίκη του Varg Vikernes

Η τύχη του Euronymous κατά κάποιον τρόπο συμπορεύτηκε με αυτή της Black Metal σκηνής ως «γιάφκα» για ευάλωτους, απροσάρμοστους εφήβους. Στον απόηχο των εγκλημάτων, οι λόγοι για όλη αυτή την αναμπουμπούλα έμοιαζαν μικροπρεπείς, περιττοί, οριακά γελοίοι.

Την ίδια στιγμή, μία ασταμάτηση ορμή αλλάζει την τροχιά του μουσικού υποείδους. Ο Vikernes, στο παραπάνω blog, μέσα στις γενικότερες ασυναρτησίες για συνωμοσία εναντίον του και κατασκευασμένα πειστήρια, από αόρατους «εχθρούς» που ήθελαν να «σβήσουν το άστρο του», λέει κάτι σωστό. Η επιρροή του στον πραγματικό κόσμο ήταν επικίνδυνη και απρόβλεπτη, και τερματίστηκε για καλό.

Ίσως ο απότομος επίλογος στην ιστορία των Mayhem να ήταν και ο ιδανικός. Το διαμέτρημα των ανθρώπων δεν ήταν το σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι είχαν αφήσει στη μουσική παράδοση μία από τις πιο καλογραμμένες horror ιστορίες της, ένα σενάριο μαύρης κωμωδίας για τον εκφυλισμό των παιδιών της μεσαίας τάξης, και το τι συμβαίνει όταν η κοινωνία τους αγνοεί.

Γενιές συνεχιστών εμπνεύστηκαν από εκείνα τα χαραμισμένα παιδιά που χάθηκαν στο χάος που τους έβγαλε. Ιστορικά μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι εξαιτίας τους η Black Metal έλαβε μία διάσταση πιο «σοβαρή», αλλά και έναν δυνατό αφηγηματικό κορμό, που έκανε το είδος τόσο cult και τόσο ανθεκτικό.

Τουλάχιστον τα νεότερα παιδιά, συγκριτικά, είναι μια χαρά.

Varg Vikernes
Varg Vikernes
Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.