Μενού
Γιάννης Διονυσίου
Ο Γιάννης Διονυσίου
  • Α-
  • Α+

Μετρημένος, ευθύς και ρεαλιστής, ο Γιάννης Διονυσίου φέρει ακόμα και στον λόγο του τη δωρική ερμηνευτική του παρουσία και την προσήλωσή του στην ανάδειξη των τραγουδιών που μπαίνουν στα χείλη του.

Η μουσική εξάλλου είναι πυρηνικό κομμάτι της ύπαρξής του από παιδί: Πιάνο, βιολί, ψαλτική, η φοίτηση στο Μουσικό Σχολείο Λευκωσίας, οι σπουδές στη Βυζαντινή Μουσική στο ΠΑΜΑΚ όπου μετά και την ολοκλήρωση του μεταπτυχιακού του δίδαξε και Δημοτικό Τραγούδι.

Από την Κύπρο στη Θεσσαλονίκη και τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, έχει διανύσει διαδρομές τόσο χιλιομετρικές όσο και δημιουργικές -και συνεχίζει. Την Αθήνα τη θεωρεί «περαστικό σταθμό». Στο τραγούδι, όμως, μόνο περαστικός δεν είναι: έχει ήδη χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης, τόσο μέσα από σημαντικές συνεργασίες όσο και με ένα κοινό που φαίνεται να αναζητά ξανά την αυθεντικότητα και την απλότητα.

Η συνάντησή μας έγινε με αφορμή το νέο άλμπουμ του με τον Γιάννη Παπαγεωργίου, «Λακούβα», και τις εμφανίσεις του στην «Απανεμιά», με τον Δημήτρη Σίντο στο πιάνο, αλλά η συζήτηση στράφηκε περισσότερο στο θέμα των καλλιτεχνικών επιλογών στην πορεία του.

Γιάννης Διονυσίου και Γιάννης Παπαγεωργίου
Ο Γιάννης Διονυσίου και ο Γιάννης Παπαγεωργίου

Γιατί δεν σου αρέσει η Αθήνα και σκέφτεσαι να φύγεις;

Νομίζω, δεν μου ταιριάζει η Αθήνα. Από τη μία δεν κατάφερε να με κερδίσει και από την άλλη δεν κατάφερα εγώ να προσαρμοστώ στους ρυθμούς της και στον τρόπο ζωής της. Δεν μπορώ να αντέξω την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που είναι τόσο βιαστική, πολλές φορές καιροσκοπική και επιφανειακή σε σχέση με την αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους. Και οι αποστάσεις είναι πολύ μεγάλες. Ίσως να με αγχώνει και να με εγκλωβίζει.

Ούτε γεννήθηκα, ούτε μεγάλωσα, ούτε σπούδασα εδώ. Θα ήθελα κάτι άλλο τώρα. Από την άλλη, υπάρχουν φίλοι και συνεργάτες που σε κάνουν να το ξανασκέφτεσαι, όπως και events που εκτός Αθηνών μπορεί να μην έχεις ως επιλογή. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Αλλά είμαι σε μια ηλικία που ο τρόπος ζωής στην Αθήνα δεν με ικανοποιεί.

Με αυτή τη μετακίνηση που σκέφτεσαι να κάνεις, θα διακοπεί η πορεία που έχεις ξεκινήσει στο λαϊκό τραγούδι;

Όχι, το έχω σκεφτεί. Δεν είναι επιπόλαιη αυτή η απόφαση της φυγής. Πλέον, εάν είσαι τραγουδιστής είναι και λίγο πιο εύκολο αυτό. Είχα την τύχη να καταφέρω κάποια πράγματα εμπορικά και καλλιτεχνικά. Γνωριμίες, συμμετοχές, τη δημιουργία παραστάσεων μουσικών και θεατρικών, συμμετοχή σε τηλεοπτικά προγράμματα, στο ραδιόφωνο. Αν καταφέρεις και το αξιοποιήσεις αυτό προς όφελος μιας καλλιτεχνικής πορείας, νομίζω ότι δεν αποτελεί εμπόδιο πια η απόσταση. Υπάρχει το ίντερνετ, τα social media. Αν έχεις συνεργάτες οι οποίοι ζουν στην Αθήνα, δεν είναι αποτρεπτικό το να ζεις κάπου εκτός Αθηνών στο να συνεχίσεις να κάνεις κάτι.

Άρα το να έχεις δημιουργήσει ένα δίκτυο ανθρώπων, σου δίνει μια ευελιξία ώστε μετά να μπορείς να το λειτουργήσεις από οπουδήποτε;

Ακριβώς. Λέω ότι θα φύγω από την Αθήνα και θα αλλάξει απλά ο τόπος κατοικίας μου. Έτσι κι αλλιώς ταξιδεύω. Έτσι κι αλλιώς η μουσική ταξιδεύει. Με βάση τις επιλογές που έχω κάνει, θεωρώ ότι μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν επέλεξα τη βαθιά νύχτα, τα μπουζούκια, τα σκυλάδικα, να είμαι σεζόν σε ένα μαγαζί.

Πώς ορίζουμε το λαϊκό τραγούδι σήμερα;

Δεν θεωρώ ότι το λαϊκό τραγούδι αλλάζει ορισμό σε κάθε εποχή. Πάντα ζει και υπάρχει με κάποιον τρόπο. Από τη μια, λαϊκά είναι τα τραγούδια που μιλούν άμεσα, χωρίς δεύτερα και τρίτα νοήματα. Κατευθείαν σου λένε αυτό που θέλουν να σου πουν, με έμφαση στον καλό λόγο. Αν και σήμερα βλέπουμε να βαφτίζονται "λαϊκά" τραγούδια που δεν έχουν καμία σχέση με τη λαϊκή κουλτούρα και ευτελίζουν και τη γλώσσα.

Γι’ αυτό σε ρωτάω, γιατί συνήθως όταν λέμε λαϊκό πια σήμερα, εννοούμε λαϊκό-ποπ.

Ναι, ούτε καν λαϊκό-ποπ. Ένα υβρίδιο χωρίς ταυτότητα, ευκαιριακό. Από την άλλη, αν το πιάσουμε από τη μουσική, ξέρουμε πάρα πολύ καλά ποιοι είναι οι λαϊκοί ρυθμοί και οι λαϊκοί μουσικοί δρόμοι και τρόποι στους οποίους μπορούμε να βασιστούμε και να φτιάξουμε μουσική. Γράφεται ακόμα σήμερα λαϊκό τραγούδι και δεν είναι ανάγκη να έχει μπουζούκι μέσα. Λαϊκό τραγούδι γράφει και ο Περίδης και ο Μάλαμας, λαϊκό τραγούδι γράφει και ο Μπάκουλης.

Και ο Λεξ;

Αυτό είναι μια άλλη μορφή. Να σου πω την αλήθεια δεν θα την έβαζα μέσα στο λαϊκό τραγούδι από την άποψη της μουσικής, της μελωδίας δηλαδή.

Αλλά σαν θεματολογία που εκφράζει την καθημερινότητα κοινωνικά;

Η ραπ και το χιπ-χοπ είναι ένα άλλο είδος. Δεν δίνει έμφαση στη μελωδία και στον στίχο ισόποσα, δίνει περισσότερο στον στίχο, στον λόγο δηλαδή. Το λαϊκό τραγούδι δίνει έμφαση και στα δύο. Έχει μια διαχρονικότητα.

Γιάννης Διονυσίου
Ο Γιάννης Διονυσίου

Με ποιους τρόπους υποστηρίζεται σήμερα το λαϊκό τραγούδι; Πώς αναπτύσσεται; Υπάρχει το περιβάλλον να αναπτυχθεί και να προβληθεί;

Νομίζω με τον τρόπο που αναπτυσσόταν πάντα: μέσα στις παρέες. Μέσα στις παρέες που δημιουργούν οι μουσικοί, μέσα από φίλους φίλων μουσικών και κάπως έτσι αυτό μεγαλώνει.

Το ζήτημα της προβολής είναι κάτι άλλο. Διότι πλέον το σύστημα δεν προωθεί κάτι το οποίο χρειάζεται λίγη προσπάθεια για να αποφέρει χρήματα. Προωθεί κυρίως το ευκαιριακό.

Τον Λεξ που ανέφερες πριν και αυτή την "καλή" ραπ και χιπ-χοπ, δεν την προώθησε κανένα σύστημα. Αλλά μεγάλωσε σιγά -σιγά, και με βάση τη δημοτικότητα που έχει αυτή η μουσική στους έφηβους που ασχολούνται πάρα πολύ με το ίντερνετ και με τα social media. Και ένας άλλος παράγοντας που παίζει ρόλο είναι και το χαμηλό μπάτζετ που χρειάζεται για να δημιουργηθεί αυτό το είδος, έτσι ακούστηκε και ξεχώρισαν αυτοί οι άνθρωποι που ξέρουμε τώρα. Ο Λεξ, ο Bloody Hawk και άλλοι που τους θεωρούμε καλούς σε αυτό που κάνουν και ποιοτικούς. Δεν τους προώθησε κανένα σύστημα, κανένα ραδιόφωνο, καμία εταιρεία.

Αναπτύσσεται όλο στο περιθώριο.

Ακριβώς. Και το λαϊκό τραγούδι έτσι ξεκίνησε. Τα ρεμπέτικα ας πούμε, οι μπουζουκομπαγλαμάδες στο περιθώριο ξεκίνησαν. Και αργότερα τα άλλα νέα είδη που έβγαιναν από το λαϊκό τραγούδι, για παράδειγμα το "Νέο Κύμα" από τις μπουάτ. Όλα αυτά από κάπου ξεκινάνε.

Παλιότερα υπήρχαν παραγωγοί, που "έβλεπαν" κάτι, είχαν λεφτά, είχαν γνωριμίες, είχαν κάποιοι από αυτούς μια ρομαντικότητα παραπάνω και έλεγαν "θα το βοηθήσουμε κάπως αυτό, θα βγάλω κι εγώ λεφτά". Γιατί πάντα υπάρχει ένα οικονομικό κίνητρο από πίσω.

Η πρόθεση τώρα είναι στραμμένη κυρίως στο να αποφέρει κέρδος άμεσα;

Τελείως. Για αυτό και αν θες να ακούσεις καινούρια μουσική, καινούρια τραγούδια, δεν θα τα ακούσεις στο ραδιόφωνο. Θα πρέπει να ψάξεις στο ίντερνετ να δεις κάθε μέρα τι καινούργιο βγαίνει. Να ψάχνεις κάθε μέρα να δεις τι βγήκε σήμερα στο YouTube, τι βγήκε σήμερα στο Spotify.

Δεν προτείνει πια το ραδιόφωνο, ούτε οι άνθρωποι του έχουν τον χώρο να το κάνουν.

Ίσως το κρατικό ραδιόφωνο, το Δεύτερο Πρόγραμμα να προτείνει κάποια πράγματα, που ευτυχώς ακόμα εκεί υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνονται. Και ίσως ένα-δυο άλλα ακόμα συστημικά ραδιόφωνα που και πάλι όμως πρέπει να τους ενοχλήσεις και να τους πεις "ξέρεις, έβγαλα αυτό, άκουσέ το". Παλιότερα αυτό το έκαναν εταιρείες. Ενοχλούσαν οι εταιρείες τα ραδιόφωνα ή πλήρωναν διαφημίσεις για να παίξουν αυτό το τραγούδι.

Πλέον ως επί το πλείστον τα ραδιόφωνα και εκτός Αθηνών έχουν αρχίσει και αυτά να βασίζονται σε μια αθηνοκεντρική λογική. Σε playlist, αλλά και στο τι παίζουν στα κεντρικά ραδιόφωνα των Αθηνών. Είναι εκνευριστικό πόσο αθηνοκεντρικό είναι το κοινωνικό καθεστώς σε όλα τα πλαίσια στην Ελλάδα πια.

Επειδή έχεις και μια ακαδημαϊκή πορεία και με το παραδοσιακό τραγούδι θα ήθελα την άποψή σου γύρω από την επιστροφή των νέων στα πανηγύρια.

Δεν νομίζω ότι έγινε κάποια επιστροφή. Απλώς πλέον τα πάντα τα μαθαίνουμε γρήγορα και άμεσα λόγω των social media. Δεν νομίζω ότι οι νέοι σταμάτησαν ποτέ να πηγαίνουν στα πανηγύρια. Ίσως τα τελευταία λίγα χρόνια να έχει γιγαντωθεί γιατί για κάποιους λόγους έγινε μόδα η παραδοσιακή μουσική.

Θεωρώ ότι αυτό ξεκινά και από τα μουσικά σχολεία. Στις μεγάλες πόλεις μαζεύτηκαν μουσικοί που μπορεί να τελείωσαν μουσικά σχολεία και έγινε δουλειά γύρω από την παραδοσιακή μουσική. Το δημοτικό τραγούδι ίσως και να ήταν ενοχοποιημένο από τις πόλεις. Ίσως και οι γονείς μας να μας πέρασαν αυτό: το να ξεφύγουμε από το χωριό. Οι νεότεροι επειδή βλέπουν ότι δεν αντέχουν στις πόλεις, θέλουν να ξεφεύγουν και αυτό φέρνει τα πανηγύρια, τα κλαρίνα, το παραδοσιακό άκουσμα.

Αυτό φέρνει μαζί του και πολλές κομπανίες νέων ανθρώπων που ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική. Μπορεί να μην γίνεται αυτό σε όλες τις περιπτώσεις εις βάθος και με υπόβαθρο, να γίνεται δηλαδή επιφανειακά η προσέγγιση, αλλά αν αυτός είναι ένας τρόπος να ασχοληθούν οι νέοι με την παραδοσιακή μουσική και να την μελετήσουν, ας είναι. Μπορεί τώρα να βλέπουμε πρώιμα βήματα των αστών που ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική. Γιατί το σπίτι της παραδοσιακής μουσικής είναι η ύπαιθρος, όχι το άστυ.

Ήταν και μια ανάγκη συλλογικότητας; Έμοιαζε αυτό το κύμα προς τα πανηγύρια να ξεπρόβαλε και μέσα από τον κορονοϊό.

Σίγουρα ήταν μια ανάγκη συλλογικότητας. Ήταν λίγο πριν από τον κορονοϊό. Αλλά μετά τον εγκλεισμό και τη συνειδητοποίηση της μοναξιάς, μάλλον έπαιξε κι αυτό ρόλο. Η δράση φέρνει αντίδραση, από το μηδέν πας στο 100.

Πώς σε απασχόλησε ακαδημαϊκά η μουσική;

Σπούδασα Βυζαντινή Μουσική, και το πτυχίο μου και το μεταπτυχιακό μου. Ο βασικότερος λόγος που επέλεξα να ασχοληθώ με αυτό είναι διότι είχα καταλάβει από πολύ νωρίς ηλικιακά το μέγεθος αυτής της μουσικής και φυσικά μου άρεσε. Μιλάμε για μια μουσική η οποία έχει ιστορία πάνω από χίλια χρόνια, η οποία είναι γραπτή, έχει δικό της θεωρητικό σύστημα, δικό της σύστημα γραφής, είναι αμιγώς φωνητική μουσική με μια συνεχή εξέλιξη μέχρι τις μέρες μας.

Την παραδοσιακή μουσική τη γνώρισα αργότερα. Επί της ουσίας άρχισα να μπαίνω σε αυτόν τον ωκεανό της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, με τα τόσα πολλά διαφορετικά ηχο-γεωλογικά τοπία της Ελλάδας, όταν ήρθα στο Πανεπιστήμιο.

Στην Κύπρο έχουμε βιολί-λαούτο ακόμα, αλλά εκεί είχε κάπως αλλοτριωθεί η παραδοσιακή μουσική και τα πανηγύρια. Μετά την εισβολή του '74 όλα αυτά είχαν λίγο «πέσει» και λόγω πένθους. Ό,τι γινόταν, κρατιόταν από τους γάμους. Στην Ελλάδα δεν σταμάτησαν τα πανηγύρια και ο κόσμος που χορεύει. Όταν το είδα αυτό και κατάλαβα τι συμβαίνει στην Ελλάδα, εντυπωσιάστηκα.

Οπότε η παραδοσιακή μουσική ήρθε κάπως παράπλευρά σε όλο αυτό. Επέλεγα μαθήματα από την κατεύθυνση της παραδοσιακής μουσικής, είχα επαφή και αναπτύξαμε με πολλούς συμφοιτητές μου σχέσεις καλλιτεχνικές και φιλικές από την παραδοσιακή κατεύθυνση. Ήταν μια περίοδος με πολλά ερεθίσματα που θεωρώ ότι έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα διαμόρφωσή μου ως καλλιτέχνη.

Υπήρξαν και άνθρωποι που η συνάντηση μαζί τους σε οδήγησε σε κάτι άλλο από αυτό που είχες αρχικά στο μυαλό σου; Τι είχες στο μυαλό σου τότε;

Στα 20 σου χρόνια είσαι φτερό στον άνεμο. Παρόλα αυτά, εγώ είχα στο μυαλό μου ότι ήθελα να γίνω μουσικός και να έχω μια "open-minded" λογική στη μουσική. Αυτό το χρωστάω και στη μουσική μου ανατροφή από την Κύπρο ακόμα, στους δασκάλους μου εκεί και στο περιβάλλον, στο ωδείο, στο μουσικό σχολείο.

Ότι καλλιεργήθηκε η λογική ότι "ναι, υπάρχει αυτό, αλλά υπάρχει και το fusion, υπάρχει ο σεβασμός στην παράδοση αλλά δεν είναι κάτι το οποίο το προσεγγίζουμε, δεν το αγγίζουμε, το πειράζουμε". Και όλο αυτό ήρθε να επιβεβαιωθεί και να εδραιωθεί στο Πανεπιστήμιο με τις κατευθύνσεις που μας έδιναν τότε οι καθηγητές μας εκεί: ο Σωκράτης Σινόπουλος, ο Θύμιος Ατζακάς, ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος, ο Ηλίας Παπαδόπουλος, ο Πατήρ Νεκτάριος που είχα στη βυζαντινή, ο Λευτέρης Τσικουρίδης. Άνθρωποι που μας βοήθησαν στο να ανοίξουμε το μυαλό μας.

Η φωνή σου άλλαξε μέσα από τις σπουδές;

Και μέσα από τις σπουδές και μέσα από τη μελέτη την προσωπική.

Η ψαλτική μού έδωσε τη φωνητική αυτοπεποίθηση. Αν κάτι είναι ένα πολύ σημαντικό πράγμα που κρατάω από τη μελέτη μου και την ενασχόλησή μου με τη βυζαντινή μουσική, είναι η αυτοπεποίθηση που χτίστηκε σιγά-σιγά σε σχέση με τη φωνή μου. Διότι στο ψαλτήρι δεν έχεις κάποιο όργανο να σε συνοδεύει, είναι μόνο η φωνή σου. Άρα είναι μόνο η φωνή σου και το κείμενο, τα λόγια.

Θεωρώ ότι οι σπουδές και το πανεπιστήμιο πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κίνητρο για να ψαχτείς παραπάνω, δίνοντάς σου τα εφόδια.

Η μετάβαση στην Αθήνα πώς έγινε;

Η αφορμή για να έρθω στην Αθήνα ήταν κάτι προσωπικό. Τα αίτια ήταν διάφορα, και καλλιτεχνικά και επαγγελματικά και προσωπικά. Τα 10 χρόνια που έζησα στη Θεσσαλονίκη ήταν πάρα πολύ γεμάτα με εμπειρίες προσωπικές, καλλιτεχνικές, επαγγελματικές και αισθάνθηκα κάποια στιγμή ότι έφτασα σε ένα «ταβάνι». Ότι ήθελα να κάνω κι άλλα πράγματα. Αλλά εκεί δεν μπορούσα να τα πραγματοποιήσω. Το επαγγελματικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον στη Θεσσαλονίκη είναι πιο περιορισμένο. Έχοντας μια επαφή με την Αθήνα και με τον τρόπο που λειτουργούν εδώ τα πράγματα και ξεκίνησα τις επαφές, τις γνωριμίες, τις συμμετοχές σε διάφορα project και όλα αυτά που ακολούθησαν.

Ήταν μια περίοδος δύσκολη πρακτικά, διότι ήρθα στην Αθήνα το 2020. Ακριβώς μετά την πρώτη καραντίνα. Από τη μια ήταν κάπως πιο θολό το τοπίο γιατί δεν έβλεπες καθαρά τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά από μια άλλη άποψη ήταν πιο δύσκολο να χαωθείς μέσα στη χάβρα. Είχαμε ξαφνικά όλοι πολύ χρόνο τότε. Οπότε τότε ηχογραφήθηκε και ο πρώτος δίσκος, η "Πρώτη Βόλτα", εν μέσω καραντίνας. Και ξεκίνησα να οργανώνω το πρώτο μου προσωπικό εγχείρημα με φίλους μουσικούς που και αυτοί σιγά-σιγά άρχισαν να κατεβαίνουν από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα.

Ποια πράγματα ξεχωρίζεις και λες ότι πέτυχες για σένα στις καλλιτεχνικές σου αναζητήσεις αυτά τα 5,5 χρόνια στην Αθήνα;

Έμαθα πώς λειτουργεί η παραγωγή ενός άλμπουμ. Κατάλαβα ακριβώς ποια είναι τα βήματα που χρειάζεται να ακολουθήσει κάποιος για να κυκλοφορήσει μια δουλειά. Δεν απείχε πολύ από αυτό που σκεφτόμουν. Και έτσι καταφέραμε να κυκλοφορήσουμε δύο ολοκληρωμένες συλλογές τραγουδιών.

Επειδή συμμετείχα σε αρκετά μεγάλα project και συναυλίες ως τραγουδιστής και γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους, μουσικούς και τραγουδιστές του χώρου άρχισα πλέον να μπαίνω στη λογική τού πώς λειτουργεί και η διαχείριση του κόσμου.

Η τηλεόραση και οι μεγάλες συναυλίες με πολύ κόσμο μπορεί ξαφνικά να σε κάνουν αναγνωρίσιμο στο δευτερόλεπτο. Αυτό χρειαζόταν μια διαχείριση από μέρους μου. Δεν έφτανε μόνο το να πάρω το μικρόφωνο και να τραγουδήσω. Είναι πάρα πολύ εύκολο να ξεφύγεις από τον στόχο σου, να καβαλήσεις και το καλάμι, να ξεφύγεις ακόμα και από τις αρχές σου πολλές φορές αν δεν το διαχειριστείς αυτό σωστά.

Αν ο άλλος κάνει γκελ για ένα διάστημα και του έρχονται προτάσεις από παντού και από ετερόκλιτα περιβάλλοντα, μπορεί να πάει εκεί που έχει την εύκολη άνοδο και το εύκολο χρήμα. Θέλει δύναμη αυτό για να το ισορροπήσεις. Και πολλές φορές να πεις και "όχι" σε πράγματα που μπορεί να ακούγονται γοητευτικά ή ελκυστικά αλλά τελικά να μην έχουν να λένε τίποτα ουσιαστικό. Αυτό είναι ένα πράγμα που ακόμα μαθαίνω να το διαχειρίζομαι.

Έμαθα πώς λειτουργεί η πιάτσα για να το πούμε λαϊκά.

Μέσα από ποιες διεργασίες ήρθε αυτός ο δίσκος με τον Γιάννη Παπαγεωργίου που από ό,τι διάβασα γνωρίζεστε πολλά χρόνια.

Με τον Γιάννη γνωριζόμαστε από τα φοιτητικά μας χρόνια, από το '10. Γνωριστήκαμε σε μια πρόβα συνόλου ρεμπέτικης μουσικής. Εκείνος ως κιθαρίστας. Και δημιουργήσαμε ένα τρίο, με τον επίσης συμφοιτητή μας και Κύπριο Κώστα Ιακώβου τους "ΓιαΓιαΚω" (Γιάννης-Γιάννης-Κώστας). Για περίπου 4 χρόνια βρισκόμασταν στα σπίτια, κάναμε πρόβες, βγάζαμε κομμάτια και παίζαμε σε καφενεία, σε ταβέρνες. Ο Γιάννης ασχολούταν ήδη με την τραγουδοποιία και ήταν και ο πρώτος που πήρε την απόφαση να κατέβει στην Αθήνα.

Πάντα του έλεγα του Γιάννη "κάνουμε κάτι, γράψε κανένα τραγούδι" και πριν από 3 χρόνια τού λέω "το κάνουμε τελικά αυτό;". Μου στέλνει ένα φάκελο με 20 τραγούδια που είχε ήδη γράψει, πιο λαϊκότροπα. Τα ακούσαμε μαζί, καταλήξαμε σε κάποια και στην πορεία, όσο ηχογραφούσαμε, ο Γιάννης έγραψε άλλα τρία ακριβώς για αυτή την περίσταση. Φτάσαμε στο σημείο να έχουμε 11 τραγούδια που αισθανόμασταν και οι δύο ότι καλό είναι να τα συμπεριλάβουμε και τα 11 γιατί κάτι έχουν να πουν όλα αυτά μαζί.

Είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε και τον τίτλο και τελικά αυτό ήρθε και με το κομμάτι, γιατί η "Λακούβα" είναι μέσα σε αυτά τα τρία που έγραψε μετά. Ήταν μια πάρα πολύ ωραία περίοδος εκείνη της παραγωγής, των ηχογραφήσεων, των διαβουλεύσεων για το με ποιους μουσικούς θα συνεργαστούμε και πού θα ηχογραφήσουμε. Φτάσαμε τελικά το προηγούμενο καλοκαίρι του '25 να έχουμε ολοκληρώσει τη διαδικασία. Και κυκλοφόρησε το πρώτο τραγούδι τον Νοέμβριο και έπειτα από τρεις εβδομάδες το άλμπουμ και τώρα κυκλοφορεί και σε βινύλιο. 

Λες στο δελτίο τύπου για τις "προσωπικές σας λακούβες". Ποιες ήταν αυτές οι κακοτοπιές που αποφύγατε ή που πέσατε και σηκωθήκατε;

Προσωπικές κακοτοπιές πάντα θα υπάρχουν, κάποιες θα τις αποφεύγουμε και κάποιες μπορεί και να μη θέλουμε να τις αποφύγουμε. Αλλά και από τις κακοτοπιές πάλι κάτι παίρνεις, κάτι μαθαίνεις.

Νομίζω ότι η επιλογή τού να κυκλοφορήσει αυτό το άλμπουμ ως ανεξάρτητη παραγωγή –που εγώ την ανέλαβα τελικά μετά από μια μεγάλη βόλτα που έκανα στις εταιρείες– νομίζω είναι η πιο σωστή απόφαση.

Επειδή καλλιτεχνικά λες αυτό που ήθελες να πεις χωρίς να παρεισφρήσουν άλλων οι απόψεις;

Και αυτό, αλλά και ότι αισθάνομαι ότι το ανέλαβα από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι δημιούργημά μου στο ζήτημα της παραγωγής και ευθύνη μου.

Λέει λοιπόν ο Γιάννης "τον παλιό το δρόμο πάντα επέλεγα κι ας αργήσω λίγο μέσα μου έλεγα". Αυτό είναι μια φιλοσοφία που σας ακολουθεί;

Αν το πάρουμε κυριολεκτικά μιλάμε για τον δρόμο, την παλιά Εθνική οδό και όχι τη νέα. Αν το πάρουμε πιο μεταφορικά, ίσως να επιλέγουμε μια λογική άλλων χρόνων προσπαθώντας να κρατηθούμε από τη χειμαρρώδη συμπεριφορά του καιρού μας, τον βομβαρδισμό πληροφοριών.

Ποιο τραγούδι του δίσκου θα μπορούσε να είχε γραφτεί πριν 50 χρόνια;

Νομίζω όλα. Ήταν ένα από τα βασικότερα κριτήρια που είχαμε στην επιλογή των τραγουδιών το να είναι διαχρονικά.

Κάνεις λοιπόν τώρα εμφανίσεις στην "Απανεμιά" έναν μικρό χώρο, με ιστορία Γενικά οι χώροι έχουν σχέση με το μουσικό αποτέλεσμα; Αλλάζει ο τρόπος που τραγουδάς σε κάθε χώρο;

Δεν αλλάζει πάρα πολύ. Αλλάζει ο τρόπος που τραγουδάω κυρίως από τραγούδι σε τραγούδι, από είδος σε είδος. Ναι μεν καλό είναι να κρατάμε ένα προσωπικό στυλ χωρίς να μιμούμαστε άλλους, από την άλλη όμως το κάθε είδος και ο κάθε συνθέτης χρειάζεται μια ξεχωριστή προσέγγιση ανάλογα και με το τι λέει το τραγούδι. Εκεί έγκειται η ερμηνευτική δεινότητα ενός τραγουδιστή: στο να έχει διάκριση.

Ο κόσμος μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα μιας εμφάνισης;

Προφανώς και μπορεί. Διότι μπορεί εσύ να θέλεις να πεις κάτι, αλλά πρέπει και ο άλλος να θέλει να το ακούσει ή να έχει διάθεση να το ακούσει. Κι αν είναι και λίγο μουδιασμένος, να καταφέρνεις τελικά να τον πάρεις μαζί σου, να τον πείσεις.

Τι ηλικίες βλέπεις μπροστά σου όταν τραγουδάς;

Η αλήθεια είναι ότι παλιότερα που το πρόγραμμά μας ήταν λίγο πιο λαϊκό, βασισμένο σε παλιούς λαϊκούς τραγουδιστές και συνθέτες συνηθίζαμε να βλέπουμε πιο μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους. Βλέπαμε και νέους, αλλά όσο περνάει ο καιρός οι νέοι αυξάνονται. Και αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Είναι ωραίο ότι νέοι άνθρωποι έρχονται είτε για να ακούσουν καινούριο υλικό, αλλά και λαϊκά τραγούδια παλιά.

Μετά τις εμφανίσεις στην "Απανεμιά" ποια είναι τα σχέδια;

Παράλληλα με την "Απανεμιά" με αυτό το project που ετοιμάζουμε τώρα με τον Δημήτρη Σίντο, κάνουμε και εμφανίσεις με τη "Λακούβα". Παίζουμε τα περισσότερα τραγούδια από το άλμπουμ, αλλά μπλεγμένα ανάμεσα σε άλλα κομμάτια, και τραγούδια που έχουμε τραγουδήσει κατά καιρούς οι δυο μας με τον Γιάννη αλλά και άλλα τραγούδια αγαπημένα πιο παλιά που θεωρούμε ότι ταιριάζουν. Οπότε είναι δύο παράλληλα projects.

Παίξαμε στην Αθήνα, στην Κύπρο, στη Θεσσαλονίκη, τώρα θα πάμε στην Καβάλα και στον Σταυρό Θεσσαλονίκης και στον Βόλο σε μέρη όπου μπορούν να μας φιλοξενήσουν.

Επίσης τον Μάρτιο θα δώσουμε δύο συναυλίες μαζί με το σχήμα Piandaemonium, που είναι 6 πιάνα, 12 πιανίστες. Θα παρουσιάσουμε το "Άξιον Εστί", μια μεταγραφή για 6 πιάνα. Το παρουσιάσαμε ήδη μία φορά στο Αρχαίο Θέατρο του Δίου στην Κατερίνη το καλοκαίρι και τώρα θα δώσουμε άλλες δύο παραστάσεις τον Μάρτιο στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη.

Τις εμφανίσεις με τον Δημήτρη Σίντο θα τις συνεχίσετε;

Μπορεί να πάμε και σε άλλα μέρη εκτός Αθηνών. Αλλά η αλήθεια είναι ότι στην Αθήνα νομίζω ότι ο καταλληλότερος χώρος για να γίνει κάτι τέτοιο είναι η "Απανεμιά", γι' αυτό και τον διάλεξα από την αρχή. Προτιμώ έναν μικρό χώρο.

Γενικά τους προτιμάς τους μικρούς χώρους;

Εξαρτάται από το project. Νομίζω ότι αν πας σε έναν μεγάλο χώρο θα χάσεις λίγο τη ζεστασιά, την αμεσότητά και πρέπει να προσπαθήσουμε εμείς ως μουσικοί περισσότερο για να δημιουργήσουμε στον ακροατή την έννοια του "συμμετέχειν". Όταν έχεις έναν μεγάλο χώρο με απόσταση, είναι πιο δύσκολο να “αγκαλιάσεις” ή “να σε αγκαλιάσουν”.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...