Όταν είσαι προέφηβος και ακούς τους γονείς σου να συζητούν κάτι με μανία με τις παρέες τους, τότε καταλαβαίνεις πως αυτό το «κάτι» είναι πολύ σημαντικό· είναι κάτι που κάποια στιγμή θα κληθείς και εσύ ο ίδιος να το αποκρυπτογραφήσεις.
Στη δική μου περίπτωση, οι «Άγαμοι Θύται» ήταν το πρώτο όνομα καλλιτεχνικού σχήματος των 90s που ήταν ταυτόχρονα και λογοπαίγνιο. Ήταν το πρώτο που άκουσα ως προέφηβος εκείνης της εποχής, βλέποντας τους γονείς μου και τους φίλους τους να συζητούν γι' αυτό ζωηρά, να γελάνε, να σχολιάζουν τη μουσική, τα κωμικά νούμερα και τα πρόσωπα που απάρτιζαν το σχήμα — ανάμεσά τους και τον Δημήτρη Σταρόβα.
Μαζί με τον Σταρόβα ήταν ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, η Ρούλα Μανισάνου, ο Γιώργος Κλήμεντος, ο Χρήστος Μητρεντζής, ο Ταξιάρχης Χάνος, ενώ «περάσματα» έκαναν οι Θοδωρής Αθερίδης, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης και Δήμητρα Ματσούκα. Ο Δημήτρης Σταρόβας, πριν και μετά τη συνδημιουργία αυτού του σχήματος, έκανε μερικές χιλιάδες πράγματα: έπαιξε κιθάρα και έκανε ενορχηστρώσεις για λαϊκούς τραγουδιστές, για ροκ σχήματα, για ό,τι εξίταρε το μυαλό και τη φαντασία του.
Εμφανίστηκε στην τηλεόραση, στους «10 Μικρούς Μήτσους», στη σειρά μυθοπλασίας «Είμαστε στον Αέρα» και όχι μόνο. Μέσα σε μια ζωή γεμάτη ήχους και εικόνες, ο Σταρόβας είδε μια πόρτα να ανοίγει και μέσα της να παραμονεύει το τέλος της ζωής του στον πλανήτη Γη. Την έκλεισε με δύναμη και σήμερα, με τη Starovas Band, ετοιμάζεται για καλοκαιρινές συναυλίες. Γι' αυτά και ακόμα περισσότερα μιλήσαμε ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι κάπου στον Χολαργό.

Πώς ξεκινάς να ασχολείσαι με τη μουσική;
Κατά τύχη. Είχα ένα όργανο γυμναστικής, κάτι σαν "walker" με σούστες και λαβές, ήταν πολύ της μόδας τότε. Και ο Σωκράτης, ένας γείτονάς μου στη Θεσσαλονίκη, μου λέει: «Δώσε μου το όργανο να σου δώσω μια κιθάρα». Και αλλάξαμε. Έπαιζα, θυμάμαι, με μία χορδή και απορούσα τι κάνουν τα υπόλοιπα εξαρτήματα. Μου άρεσε όμως· έπαιζα το «Λεμονάκι μυρωδάτο» και διάφορα τέτοια παιδικά τραγουδάκια.
Τελικά έπεισα τη μάνα μου και μου πήρε μια νέα κιθάρα από ένα μαγαζί που πουλούσε πλυντήρια και ηλεκτρικές συσκευές! Ήταν η μοναδική που είχε το κατάστημα. Ένας φίλος που είχε μπαρκάρει τότε και έλειπε δέκα μήνες, όταν γύρισε, την πήρε στα χέρια του και μου έπαιξε ένα λα μινόρε. Μαγεύτηκα. Άκουσα πολυφωνίες που δεν είχα φανταστεί.
Και έπειτα ήρθε το στούντιο Αγροτικόν, του Νίκου Παπάζογλου;
(είναι το 1986 στο παραπάνω βίντεο και παρακολουθούμε μια ηχογράφηση από το στούντιο Αγροτικόν, με τον Δημήτρη Σταρόβα στην ηλεκτρική κιθάρα, μόλις 23 ετών)
Όχι, στην πορεία γνώρισα κι άλλα παιδιά που ψάχνονταν και προσπαθούσαμε να φτιάξουμε γκρουπάκια. Στη Θεσσαλονίκη τότε, στην παραλία κοντά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μαζεύονταν παιδιά και έπαιζαν μουσική. Ερχόμουν κι εγώ από τον Επτάλοφο, τη γειτονιά μου, και ακούγαμε Led Zeppelin, Stones, Bad Company και άλλα φοβερά ροκ πράγματα. Φαντάσου πως πριν ήμουν της disco, μετά όμως με κέρδισε η ροκ.
Τότε νόμιζα πως αυτά τα τραγούδια μόνο εκείνοι οι ξένοι μπορούσαν να τα παίξουν. Μια μέρα, όμως, ακούω στην παραλία το "Stairway to Heaven". Βλέπω ένα παιδί να το τραγουδάει με απίστευτη φωνή. Ήταν ο Άγγελος Σκορδίλης, δεν ζει πια. Τον θεωρώ δάσκαλό μου. Γίναμε αμέσως αυτοκόλλητοι. Κάποια στιγμή πήγαμε να ηχογραφήσουμε δικά μας κομμάτια στο στούντιο του Νίκου με κάποιον άλλον ηχολήπτη. Έναν μήνα μετά, χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ο Νίκος Παπάζογλου. «Γεια σου, ρε μπαγάσα», μου λέει.
Είχε ακούσει τις ηχογραφήσεις μου και μου πρότεινε να παίξω στην μπάντα του. Ήταν απίστευτη τιμή. Παίξαμε μαζί 3-4 χρόνια με απίστευτους μουσικούς, στα σχήματα «Ταχεία Θεσσαλονίκης» και «Λοξή Φάλαγγα». Το 1986 συμμετείχα στον δίσκο «Μέσω Νεφών». Ήταν ένας δίσκος που πατούσε στο λαϊκό τραγούδι, από έναν άνθρωπο που προερχόταν από τη ροκ. Ήταν κάτι πολύ σημαντικό το να κάνει ένας καλλιτέχνης μια τόσο μεγάλη αλλαγή.
Ό Δημήτρης Σταρόβας θυμάται με ρυθμό πολυβόλου ένα σωρό ονόματα θρυλικών μουσικών της Θεσσαλονίκης και έπειτα μιλάει για τον Νίκο Παπάζογλου με φωνή πιο χαμηλή, σαν ένα μικρό σύννεφο μελαγχολίας να έχει κάνει χαλάστρα στον λαμπερό ουρανό της Μεσογείων. Αυτή η κουβέντα έχει μέλλον.
Ήταν αδιανόητο εκείνη την εποχή για έναν ροκά να αλληθωρίσει προς το λαϊκό τραγούδι, να τολμήσει τέτοιες συνεργασίες;
Κι όμως, ο Νίκος το έκανε και δημιούργησε ένα σύγχρονο λαϊκό τραγούδι. Μετά έγιναν κι άλλες απόπειρες, όπως ο Βασίλης Καρράς με τους Πυξ Λαξ ή ο Θοδωρής Μανίκας με τους 667 και τον Μαργαρίτη. Ο Παπάζογλου, βέβαια, είχε κάνει προσπάθειες ήδη με τα «Δήθεν» και το «Χαράτσι». Αλλά με το «Μέσω Νεφών» έγινε χαμός. Εγώ, Γιάννη, δεν είχα ιδέα τότε τι συνέβαινε. Ήμουν 19 χρονών και μας ανακοινώνει ο Νίκος ότι θα παίξουμε στον Λυκαβηττό. «Εγώ στην Αθήνα;», σκέφτηκα. Κάναμε τρεις παραστάσεις sold out. Εκεί είδα τον Σπάθα, τον Δρόλαπα, μουσικούς που θαύμαζα, να έρχονται στο καμαρίνι να με γνωρίσουν.Τότε κατάλαβα ότι κάτι καλό είχαμε πετύχει.
Τους είδες πού; Στο κοινό;
Ναι, είχαν δει τη συναυλία και μετά είχαν έρθει στο καμαρίνι να με γνωρίσουν. Είχα πάθει πλάκα! Τότε κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί με αυτό το δίσκο, κάτι καλό έχουμε πετύχει. (το βλέμμα του ξεπερνάει εμένα, σαν να φέρνει ξανά μπροστά του τον Σπάθα, τον Δρόλαπα, τον Παπάζογλου.
Τότε σκέφτηκες να κατηφορίσεις Αθήνα;
Η Αθήνα τότε, ήταν για μας κάτι πολύ μακρινό, ακόμα. Ήταν ένας άλλος πλανήτης για εμάς, ως βλάχοι που ήμασταν (γελάει).
Πάντως και με το ροκ με το λαϊκό και με το βαρύ λαϊκό έχεις καταπιαστεί. Κάτι για τα χρόνια της Vasipap πρέπει να πούμε
Ως ηχολήπτης έχω κάνει 63 δίσκους, λαϊκούς. Μεταξύ αυτών ο Βασίλης Καρράς, ο Ζαφείρης Μελάς. Ήταν μια εποχή που είχε σκάσει η ιδιωτική τηλεόραση και ο κάθε τραγουδιστής μπορούσε να δει τον εαυτό του στην τηλεόραση με δίσκο και βίντεοκλιπ. Η δισκογραφική Vasipap το είχε εκμεταλλευτεί αυτό. Θυμάμαι είχα βρει τότε τον Παντελή Δεληγιαννίδη (μουσικός, υπήρξε μέλος του ντουέτο Δάμων και Φιντίας με τον Παύλο Σιδηρόπουλο) και είχαμε φτιάξει μαζί ένα στούντιο στην Τούμπα και εγώ είχα φέρει όλους τους λαϊκούς καλλιτέχνες που είχα δουλέψει.
Παρένθεση, να σου πω ότι έχω παίξει σε όλα τα σκυλάδικα εκείνης της εποχής, έχω παίξει με τον Μητσιά, τη Μοσχολιού, τη Ρίτα Σακελλαρίου, τον Πουλόπουλο, πρόλαβα αρκετούς. Και όταν πήγα στο στούντιο του Δεληγιαννίδη συνέταιρος, έγινε ένας μικρός χαμός. Για να κλείσεις ώρα, έπρεπε να περιμένεις ένα-δύο μήνες για να βρεθεί κενό. Έκανα ενορχηστρώσεις, έπαιξα κιθάρα...

Ήταν πιο δύσκολο να παίζεις κιθάρα γι' αυτούς τους τραγουδιστές ή να τους κάνεις ηχοληψία;
Έχω παίξει μέχρι τις 12:45, το πρωί (σε λαϊκό μαγαζί) και ήταν δεδομένο ότι θα κάναμε έξι βραδιές την εβδομάδα. Άλλη φορά, θυμάμαι να έρχεται στο μαγαζί μια παρέα στις έξι το πρωί και να ταλαιπωριόμαστε τριάντα άνθρωποι ορχήστρα για πέντε μαλάκες (γελάει). Δεν υπήρχε κανένα όριο.
Ήταν μια δύσκολη δουλειά, χωρίς μουσικό ενδιαφέρον. Δεν είχε βγει ακόμα στο λαϊκό ο Αντώνης Βαρδής, που άλλαξε τα πράγματα. Έφερε πιο ψαγμένες και περίπλοκες μουσικές. Ξεκινάγαμε με «Αχ Χελιδόνι μου» και μετά τρεις χιλιάδες ζεϊμπέκικα. Θυμάμαι δεν έβλεπα το φως της μέρας. Σχόλαγα από τη δουλειά, όταν τελείωνε επιτέλους το πρόγραμμα, πήγαινα για ύπνο και ξυπνούσα τέσσερις και μισή το απόγευμα και πέντε νύχτωνε ξανά!
Τώρα για την ηχοληψία, ασ'τα καλύτερα. Χαμηλό το επίπεδο, τις περισσότερες φορές. Ερχόταν τραγουδιστές και μου έλεγαν ρε Σταρόβα γιατί ακούω την ορχήστρα όταν τραγουδάω; Ε τι θες να ακούσεις; (γελάει), ή μου λέγανε είμαι φάλτσος, κάνε κάτι στην φωνή μου και άλλα τέτοια. Εγώ τους έκανα πλάκα, τους έλεγα το βλέπεις αυτό το κουτί; Θα πατήσουμε αυτό το πλήκτρο και θα συνδεθείς στο Καζαντζηδέητορ, φοβερά λαϊκά θα γράψουμε! Ή τους έλεγα για το Επιτυχέητορ, άλλα μηχάνημα δικής μου έμπνευσης (γελάει).
Και έρχονται κάποια στιγμή οι Άγαμοι Θύται...

Καταρχήν, με τον Ιεροκλή ήμασταν φίλοι πολλά χρόνια πριν το `90, που έγιναν οι Άγαμοι. Και πάντα λέγαμε να κάνουμε κάτι μουσικό και θεατρικό. Και το κάναμε τελικά, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, σε ένα μαγαζί που ονομαζόταν Υ-Βόλταζ. Και λέγαμε πώς να ονομαστούμε. Μας άρεσαν τότε τα λογοπαίγνια πολύ. Και λέμε Άγαμοι Θύται. Αυτό μας ήρθε, αυθόρμητα, δεν μας άρεσε το Συνεταιρισμός Καλλιτεχνών Θεσσαλονίκης, τι να κάνουμε; (γελάει). Το μεγάλο το μπαμ έγινε όταν παίξαμε στην Αθήνα, το 1992, μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα και γέμισε η πόλη με μεγάλες αφίσες που έγραφαν Γιώργος Νταλάρας Άγαμοι Θύται.
Η γιαγία που παιζει ο Ιεροκλής, ήταν η γιαγιά Ζαφείρω, η δική του. Την οποία την κάνει ίδια όμως. Ο χαρακτήρας που κρατήσαμε μέχρι σήμερα. Όλα τα άλλα κείμενα, οι μονόλογοι, τα ντούετα, τα τρίο, ήταν βασισμένοι στο εκάστοτε κείμενο της κάθε παράστασης.
Και ύστερα έρχεται η τηλεόραση, με Λάκη Λαζόπουλο ή Θοδωρή Μανίκα;
(Το σκέφτεται λίγο), μάλλον ο Θοδωρής...
Στο «Είμαστε στον Αέρα»

Ήταν τότε η πρώτη φορά σε τηλεοπτική σειρά. Ήταν μια εποχή που ήταν προνόμιο να σε βλέπουν στην τηλεόραση και να αποκτάς αναγνωρισμότητα. Η πρώτη μου εμφάνιση στην τηλεόραση όμως, ήταν σε ένα αφίερωμα για τον Νίκο Παπάζογλου στην κρατική τηλεόραση, ακόμα σώζεται ένα κομμάτι του. Μετά, ήταν κάποιο εορταστικό πρόγραμμα, αν θυμάμαι καλά και κάποιες βιντεοσκοπήσεις σε παραστάσεις των Άγαμων. Μετά ήρθε το Είμαστε στον Αέρα.
Έχω ακούσει μια ιστορία, πως έχεις κάνει το Θεσσαλονίκη -Αθήνα σε ελάχιστες ώρες, σαν ραλίστας, ύστερα από συναυλία των Άγαμων, για να προλάβεις γύρισμα της σειράς, στο αυτοκίνητο σου ήταν και η Δήμητρα Ματσούκα
Δεν το θυμάμαι, αλλά δεν αποκλείω να έχει συμβεί. Η Δήμητρα, πέρα από τη συνεργασία στη σειρά, ήταν και σε κάποιες παραστάσεις μας, όταν μόλις είχε βγει από τη σχολή. Της είχαμε δώσει το ρόλο της Βίκυς Καγιάκ (χαμογελάει).
Σου άρεσε η τηλεόραση; Ένιωθες άνετα με τον φακό;
Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερο πρόβλημα. Ανέκαθεν επεδίωκα να έχω μια πολυχρωμία σε όσα καταπιανόμουνα. Γι' αυτό βέβαια, ας πούμε πως ευθύνονται και οι Άγαμοι, που από το ξεκίνημα τους ήταν κάτι πολύχρωμο, που ήταν και μουσικό και θεατρικό, πολλά πράγματα μαζί. Τότε λοιπόν, τα έγραφε όλα ο Ιεροκλής, τα κείμενα, τα μουσικά αποσπάσματα και μου ερχόταν και μου έλεγε, ρε μαλάκα βοήθησε με λίγο, αφού έχεις ταλέντο! Και εγώ άκουγα για ταλέντο και γελούσα και του έλεγα καραγκιοζιλίκια δεν κάνω εγώ, είμαι μουσικός. Αλλά από τη δεύτερη χρονιά, το `91, όταν ήρθε και ο Αθερίδης, άρχισα να τον βοηθάω και στην υποκριτική, έκανα τον εγγονό της γιαγιάς, διάφορα πράγματα. Μ'αρέσει η υποκριτική. Είμαι και φανατικός σινεφίλ.
Διαβάστε Επίσης: «Ερχόμουν με φόρα από το μείον άπειρο!»: Ο Ρένος Χαραλαμπίδης πίσω από τις ταινίες του
Ναι, σε είδαμε και σε ταινίες, από το 2000
Ισχύει, έχω κάνει πολλά, παρά το νεαρό της ηλικίας μου! (γελάει).
Μπαίνει λοιπόν το 2000, έχεις κάνει ήδη ένα σωρό πράγματα στην μουσική, στην τηλεόραση, στο σινεμά. Πώς αυτοπροσδιορίζεσαι πια;
(μικρή σιωπή) «Κοίτα αν με ρωτήσει κάποιος μετά από τόσο καιρό, τι δουλειά κάνω, θα του πω ότι είμαι μουσικός. Κάπου εδώ όμως, πρέπει να πω ότι υπήρξα και τυχερός, γιατί βρέθηκα στα καλύτερα σχήματα. Δεν το επεδίωξα όμως αυτό, Γιάννη. Είμαι κωλόφαρδος.Δεν έχω σηκώσει το τηλέφωνο να πω «κάνω αυτό».
Με την Starovas band έιναι η πρώτη φορά που κάνω αυτή την πρωτοβουλία. Μέχρι τότε, με έβρισκαν, μου έλεγαν θα κάνω αυτό, έρχεσαι; Και έτσι προέκυπταν αυτά τα όμορφα πράγματα. Θεωρώ λοιπόν, τον εαυτό μου ευλογημένο. Τα πράγματα γίνονταν από μόνα τους».
Το τραγούδι του εντέχνου πώς προέκυψε;
Είναι το φόρτε μου, τα μουσικά gangs! Mου αρέσει να διακομωδώ καταστάσεις.
Έρχονταν ποτέ έντεχνοι τραγουδιστές να σου εκφράσουν κάποια ενόχληση;
Ποτέ, ίσως κάποιοι να το σκέφτηκαν, αλλά για να είσαι έντεχνος, πρέπει να είσαι κι ανοιχτόμυαλος, έτσι δεν είναι;

Do it. Γιατί το γράφει η μπλούζα σου αυτό; Δεν είναι τυχαίο φαντάζομαι
Μου αρέσει να το επικοινωνώ, ειδικά μετά την περιπέτεια της υγείας μου. Ο άνθρωπος έχει δυνάμεις που δεν φαντάζεται. Αυτό που κρατάω είναι ότι πράγματα που νομίζουμε ότι θέλουν δεκαετίες για να αλλάξουν, τελικά αλλάζουν πολύ πιο εύκολα απ' όσο νομίζουμε.
Εγώ όταν σε έβλεπα να το παλεύεις και να βγαίνεις νικητής από αυτήν την περιπέτεια, θυμόμουν το «Μέγα το Μυστήριο της Ζωής» των Άγαμων. Μήπως κι αυτή η περιπέτεια έμοιαζε με ένα μυστήριο της ζωής που βρήκε τη λύση του;
Καμιά φορά μας παρασύρει η καθημερινότητα και ξεχνάμε πράγματα που δεν θα έπρεπε. Η ζωή όντως είναι ένα μυστήριο και δεν έχω κανένα σκοπό να το λύσω. Μου αρέσει που είναι ανεξερεύνητη, είναι μαγική. Πόσο μάλλον για 'μένα που έιμαι ένας άνθρωπος που από τα 20 φοβόμουν για το πως θα γεράσω. Όμως μ' αρέσει η ζωή. Τώρα θα μου πεις, γιατί έκανες ότι μπορούσες για να τη διακόψεις. Ε, τώρα έβαλα μυαλό, στα γεράματα.
Μέσα μου νιώθω 25 - 30 κι αυτό που βλέπω απ' έξω δυσκολεύομαι
Περιπου. Τα «είμαι όσο αισθάνομαι» είναι παπαριές. Είναι δυνατό να αισθανθώ πως είμαι 20; Αμέσως θα διαψευστώ. Το να μεγαλώνεις είναι πολύ όμορφο.
Ποιο κομμάτι έπαιξες στην κιθάρα όταν τελείωσες από αυτή την περιπέτεια;
Είναι μια τραυματική εμπειρία. Από τη στιγμή που έπαθα το ισχαιμικό, δεν είχα κανένα κινητικό πρόβλημα, μόνο στην ομιλία. Και στο νοσοκομείο έκανα πρόβες στα χέρια μου, να θυμάμαι ακόρντα. Λέω εντάξει, στην κιθάρα δεν θα έχω πρόβλημα. Όταν βγήκα, στο κέντρο αποκατάστασης, ζήτησα από έναν φίλο μου να μου φέρει μια κιθάρα. Γεμάτος αγωνία, αρχίζω να παίζω το Whole Lotta Love και μετά λύπης μου, διαπιστώνω πως δεν έχω καμιά σχέση με το ρυθμό.
Εγώ; Πού το παρατσούκλι μου ήταν «ο Σταρόβας κατάπιε μετρονόμο»; Ήταν μεγάλο το σοκ. Είχα πρόβλημα συγχρονισμού στα χέρια, πολύ μεγάλο. Με τις πρόβες όμως το πέτυχα, επέστρεψα στις δυνατότητες μου, σε ένα 90%. Με την ομιλία το παλεύω ακόμα, είμαι περίπου στο 75%».
Και τώρα Starovas band...

Αυτό το οφείλω σε μεγάλο βαθμό, στον κύριο αυτόν (δείχνει τον Τάκη Μουζάκη, τον συνεργάτη του, γνωστό από πολλές ακόμα συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως η Αρλέτα, οι Πυξ Λάξ, ο Διονύσης Τσακνής και πολλοί ακόμα), ο οποίος έβαλε πρώτος το ερώτημα, μετά από τόσα χρόνια που ήμουν σε μπάντες τόσων καλλιτεχνών, γιατί να μην δημιουργήσω τη δική μου;
(σοβαρεύει απότομα, μάλλον θέλει να με ψαρώσει)
Κοίτα, το όνομα το θεωρούσα too much, γιατί εκτός από όμορφος και πλούσιος είμαι και μετριόφρων (γελάει). Εδώ ρε φίλε το έκανε ο Τζόνι Βαβούρας και αντέχει, 50 χρόνια και ακόμα παίζουν μαζί οι Vavoura Band! (συμπληρώνει ο Τάκης Μουζάκης)
Συγνώμη που επιστρέφω σε προηγούμενο θέμα, αλλά δεν μπορώ να μην σου ζητήσω κάτι, μια ιστορία από τα παρασκήνια του «Είμαστε στον Αέρα».
Βέβαια! Είχα πάει σε μια αλυσίδα ηλεκτρονικών, δεν υπάρχει πια η εταιρεία, για να πάρω ένα κινητό τηλέφωνο. Τότε εγώ στη σειρά αυτή, υποδυόμουν έναν χεβιμεταλλά, τον Νάσο Καράκωστα, που δεν μίλαγε πολύ. Πάω λοιπόν να αγοράσω το κινητό και ο υπάλληλος με ακούει που του λέω για το μοντέλο που με ενδιαφέρει, μου λέει αχ, μιλάτε τελικά! Γελάσαμε πολύ...
Δώσε μου τρεις ανθρώπους που θεωρείς ότι σ' έχουν επηρεάσει όσο κανείς άλλος
(Το σκέφτεται για λίγο). Δεν θα σου πω τρεις, θα πω τέσσερις. Αρχικά, ο Ιεροκλής Μιχαηλιδης. Έίμαστε φίλοι και συνεργάτες τόσα χρόνια. Ακόμα και οι καυγάδες μας με τον Ιεροκλή ήταν δημιουργικοί, είμαστε έτσι κι αλλιώς δημιουργικοί χαρακτήρες, ο ένας συμπληρώνει τον άλλον.
Ήταν σχολείο για μένα οι Άγαμοι. Τολμήσαμε νέα πράγματα. Γνωρίσαμε επίσης ένα σωρό σπουδαίους ανθρώπους: τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Διονύση Σαββόπουλο.... μέσα από μια συνάντηση 2 ωρών, έφευγες με συμπυκνώμένη σοφία ετών
Μετά σίγουρα θα σου πω και τον Νίκο Παπάζογλου, τον άνθρωπο που με έβγαλε από τα συνοικιακή γκρουπάκια και όλα όσα σου έχω πει.
Επίσης ο Λάκης Λαζόπουλος. Από τη μια μέρα στην άλλη, μου άνοιξε δρόμους σε κάτι που δεν ήξερα ότι μπορούσα να κάνω, την υποκριτική. Με τους Μήτσους φαντάσου ότι κάναμε 65% τηλεθέαση, μας έμαθε αμέσως όλη η Ελλάδα. Το ίδιο συνέβη και με το Τσαντίρι. Και φυσικά ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, με τον οποιό επί μια δεκαετία ζήσαμε πολλά όμορφα πράγματα, ήταν ένας σταθμός στη ζωή μου η συνεργασία μαζί του.
Κλείνοντας, επειδή μιλήσαμε για σκυλάδικα, θα είναι κρίμα να μη θυμηθούμε μια ιστορία απ' όσα έζησες κι εκεί...
Πόσο χρόνο έχεις; Μπορώ να σου πω πολλές Ας πούμε αυτή. Ήτανε ένα μαγαζί, Αλόμα νομίζω λεγόταν, στη Νέα Ηρακλειά Σερρών. Πρόκειται για μια κωμόπολη που έχει μια πλατεία που χωρίζει την κυρίως πόλη με τον μαχαλά, εκεί που ζούσαν οι Ρομά. Στην περίπτωση μου, ο μπουζουκτζής του μαγαζιού, ο Κωστάκης ήταν Ρομά, με φιλοξενούσε στη γιαγιά του. Απίστευτες εικόνες είδα κι εκεί, άλλος κόσμος σε σχέση με εμάς. Στο μαγαζί λοιπόν, στο Αλόμα, ένας πελάτης είχε μια τραγουδίστρια που του έκανε κονσομασιόν και κάτι δεν του άρεσε, μάλλον του έφυγε η κοπέλα. Ο τύπος έφυγε επίσης, εξαφανίστηκε για λίγο. Όταν εμφανίστηκε στο μαγαζί, οδηγούσε το αγροτικό και χωρίς να το σκεφτεί και τόσο, μπούκαρε μέσα. Διέλυσε τη τζαμαρία, την έκανε κομμάτια και έβγαλε το πιστόλι.
Η σφαίρα που έριξε πέρασε δίπλα από το χέρι μου. Στο τσακ τη γλίτωσα...
Πατάω το τέλος στην εγγραφή μας και λίγο αργότερα χαιρετιόμαστε με τον Δημήτρη Σταρόβα. Καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος συνεχίζει να ασελγεί δίχως έλεος στη λεωφόρο Μεσογείων και τους γύρω δρόμους, φέρνω ξανά στο μυαλό μου την κουβέντα μας συνειδητοποιώ πως αρκετοί από εμάς, σε κάθε μεγάλη δοκιμασία, κάνουμε σαν να έχουν τελειώσει όλα. Λίγοι αντιλαμβάνονται πως όταν η ζωή μας δείχνει έτοιμη να φτάσει στο φινάλε της, μια bonus «ζωή» ενεργοποιείται ξαφνικά, είναι το ένστικτο της επιβίωσης. Όταν ακούμε τις προσταγές του, ακόμα κι ένα θαύμα μπορεί να συμβεί.
Την Παρασκευή 5 Ιουνίου, στο Θέατρο Βράχων, ο Δημήτρης Σταρόβας και η μπάντα του παρουσιάζουν το “Star Ovation – Summer Edition”, ένα πρόγραμμα γεμάτο αγαπημένα τραγούδια που αντλεί έμπνευση από την ατμόσφαιρα των παλιών, αυθεντικών beach parties — με κασετόφωνο, παρέες και φωτιές δίπλα στη θάλασσα.
Στο ιδιαίτερο αυτό “Beach Party στο Θέατρο Βράχων”, στη σκηνή θα συναντηθούν με εκλεκτούς καλεσμένους, δημιουργώντας μια βραδιά με ξεχωριστή ενέργεια και τη γοητεία μιας μικρής “ιστορικής” μουσικής συνάντησης. Τις συμμετοχές αυτές ο Δημήτρης θέλει και πάλι να τις κρατήσει “μυστικές” ώστε να υπάρχει το ζητούμενο «σασπένς» ως μέρος της παράστασης.
Τη σκηνοθετική επιμέλεια και την παρουσίαση έχει αναλάβει ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.