Ήταν η πιο ενδιαφέρουσα εποχή της ελληνικής δισκογραφίας τα 90ς; Ναι ήταν, με ανταγωνισμό από τα 80ς. Πρόκειται για μια εποχή όπου η μεγάλη «μάχη» γινόταν ανάμεσα στην τριπλέτα των δισκογραφικών εταιρειών Sony - Warner - BMG και στις δυνάμεις των EMI- Virgin - Polygram, με την πρώτη να έχει συγχωνευθει με την MINOS και να εδραιώνεται στην κορυφη.
Μάχες μέχρι τελικής πτώσεως
Το ρεπορτάζ του Αλέξανδρου Αδαμάκη από το περιοδικό ΜΕΝ ( Ιούλιος 1995) μας βάζει με τον καλύτερο τρόπο μέσα στο κλίμα της εποχής, καθώς στον πρώτο του μεσότιτλο κιόλας, αναφέρεται σε «χορό κατασκόπων και εκατομμυρίων». Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο πώς η ανακύκλωση στελεχών μέσα σε αυτές τις εταιρείες, δημιουργεί ένα δίκτυο «κατασκόπων» οι οποίοι όταν πάνε στη νέα τους δουλειά, το πρώτο που αποκαλύπτουν είναι το πόσο σκοπεύει να ακριβύνει τα νέα του προϊόντα ο απερχόμενος τους εργοδότης. Αν πχ, ένας νέος υπάλληλος της Sony είχε πληροφόρηση ότι η MINOS θα έβγαζε CD με τιμές αυξημένες κατά 200 δρχ, τότε η Sony θα κοστολογούσε τα δικά της νέα CD με 180 δρχ!
Η κατασκοπεία δεν σταματούσε όμως εκεί. Οι νέοι υπάλληλοι «έδιναν» στους εργοδότες τους και μυστικά σχετικά με τα συμβόλαια των μεγάλων ονόματων. Αν πχ, ο ίδιος υπάλλληλος της Sony ήξερε ότι το συμβόλαιο της Άντζελας Δημητρίου επρόκειτο να λήξει στους επόμενους τρεις μήνες, τότε η νέα του εταιρεία ξεκινούσε να ετοιμάζεται για να κάνει στη λαϊκή τραγουδίστρια μια προσφορά που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί.
Οι πωλήσεις χρυσών (και πλατινένιων;) δίσκων

Ένα πράγμα που αγαπάμε σε αυτά τα θέματα των 90s περιοδικών, είναι οι προβοκατόρικες θεματικές προτάσεις, αυτές που μέσα σε δύο προτάσεις έχουν σκιαγραφήσει με τον πιο κυνικό και αστείο συνάμα τρόπο, το γεγονός για το οποίο γίνεται ντόρος. Καταγράφουμε από το MEN μια από αυτές τις θεματικές προτάσεις:
«Δεν υπάρχει μέρα στις κοσμικές στήλες των εφημερίδων που να μην φιλοξενούνται φωτογραφίες από απονομή χρυσού δίσκου. Για το γεγονός αυτό χρειάζονται ένας φωτογράφος, η Άννα Μαρία Λογοθέτη (γίνεται φωτογράφιση χωρίς την Άννα Μαρία Λογοθέτη;), ένας χαμογελαστός τραγουδίστης, ένας λιγότερο χαρούμενος εκπρόσωπος της εταιρείας και 30.000 πωλήσεις».
Για να συμβούν οι 30.000 πωλήσεις, η ελληνική δισκογραφία εκεινης της εποχής κινήθηκε πολλές φορές με το σύστημα σελφ-σέρβις. Τι ήταν αυτό; Η εκάστοτε εταιρεία αγόραζε αρκετούς από τους δίσκους, τους οποίους προηγουμένως είχε διαθέσει στο εμπόριο και ανάλογα έπραταν και οι καλλιτέχνες σε συνεργασία με τα fan club τους. Ακούγεται χαζό; Δεν ήταν. Ο σκοπός άγιαζε τα μέσα.
Οι ψεύτικες πωλήσεις δημιουργούσαν ρεύμα υπέρ του τραγουδιστή. Η δισκογραφική εταρεία μπορεί να έχανε πόρους, από τα ποσοστά που κρατούσε η λιανική, όμως κατάφερνε να τοποθετήσει τον καλλιτέχνη της σε προνομιακή θέση στις διαπραγματεύσεις του με τα κέντρα διασκέδασης.
Πάλι κάτι μικρό, από το ίδιο άρθρο: «ο Πανταζής και η Άντζελα είναι πιο προσεκτικοί. Παρακολουθούν τα τσαρτς καθημερινά και φροντίζουν να διατηρούνται πάντα στις πρώτες θέσεις μέχρι να κυκλοφορήσει ο νέος τους δίσκος, που κι αυτός φυσικά θα γίνει χρυσός. [...] οι ιδιοίς πόροις «χρυσωμένοι» διαπραγματεύονται υψηλότατα μεροκάματα στα κέντρα που εργάζονται, άλλωστε εδώ βρίσκονται τα χοντρά λεφτά. Ταυτόχρονα όμως, βοηθούν και την εταιρεία με την οποία συνεργάζονται, ώστε να εντυπωσιάσει τους ξένους ιδιοκτήτες, μια που κάθε εβδομάδα απονέμει κι ένα χρυσό δίσκο!».
Τι άλλο μάθαμε για τη δισκογραφία του 1995

- Τα βίντεοκλιπς δεν πληρώνονταν πάντα από τις εταιρείες. Συχνά έβαζαν από την τσέπη τους και οι ίδιοι οι τραγουδιστές.
- Ο Σάκης Ρουβάς πούλαγε αρκετά CD; Μάλλον όχι, δεν βάζουμε το χέρι μας στην φωτιά. «Οι 12χρονοι φαν του αργούν να μαζέψουν πενηντάρικο-πενηντάρικο τα λεφτά για ένα δίσκο».
- Τα ελληνικά τσαρτς ήταν αξιόπιστα. Όχι τόσο. «Όσο ότιδήποτε ελληνικό».
- Υπήρχαν κυνηγοί ταλέντων; Μάλλον αυτός ο χαρακτηρισμός ήταν υπερβολικός. Υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι που απλώς άκουγαν κασέτες και σίγουρα κάποιοι εξαιρετικοί παραγωγοί που μπορούσαν να εντοπίσουν τον εκάστοτε σταρ, οπουδήποτε. Ο Γιάννης Δουλάμης, που μας είχε δώσει μια ζουμερή, κινηματογραφική συνέντευξη στο Reader, είναι ένας από αυτούς.
Συγκοινωνούντα δοχεία
Μπορούσε να δουλεύει κάποιος σε μια δισκογραφική εταιρεία και παράλληλα, σε ένα ραδιόφωνο; Βεβαίως, γιατί όχι και σε ένα μουσικό περιοδικό; Υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις όπου συγκεκριμένοι άνθρωποι εργάζονταν και στην πηγή παραγωγής ενός δίσκου αλλά και στα μέσα προώθησης του, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ένα δίκτυο ικανό να απογειώσει το όνομα και την εκάστοτε δισκογραφική κυκλοφορία ενός καλλιτέχνη.Το παράδειγμα των περιοδικών Ποπ Κορν και Ποπ και Ροκ που είχαν αρχισυντάκτες/διευθυντές εργαζόμενους σε συγκεκριμένες δισκογραφικές εταιρείες, ήταν χαρακτηριστικό.
Πόσο κράτησε όλο αυτό;
Με τον ερχομό της νεάς χιλιετίας, όταν σιγά-σιγά κάθε σπίτι είχε μια δική του σύνδεση Ίντερνετ και όλοι οι έφηβοι της εποχής πάλευαν ώρες για να κατεβάσουν ένα τραγούδι των Linkin Park ή έστω το "Livin' La Vida Loca" του Ricky Martin, το μοντέλο κατανάλωσης μουσικής άλλαξε. Η κατοχή ενός CD έγινε κάτι παρωχημένο. Η πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς φακέλους αρχείων με τραγούδια, μέσω νόμιμου ή παράνομου τρόπου, επικράτησε κατά κράτος. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.