Ήμασταν στο γραφείο, όμως εκείνο το πρωινό θύμιζε περισσότερο Σάββατο παρά καθημερινή. Η Ναταλία Τσαλίκη είχε φτάσει στο ραντεβού μας στην ώρα της. Χαμογελαστή, με το βλέμμα και τις κινήσεις της, δημιουργεί ένα περιβάλλον οικειότητας. Από την πρώτη στιγμή που την άκουσα στην άλλη άκρη της γραμμής, την περίμενα κάπως έτσι. Πριν αρχίσουν όλα, θέλω να μάθω πώς πίνει τον καφέ της. Ο «διπλός καπουτσίνο, προς γλυκό, με γάλα βρώμης» φτάνει και έτσι μπορώ να πατήσω το Rec για να ξεκινήσει και επίσημα η συνέντευξη.
Συζητήσαμε πολλά, μεταξύ άλλων, για τα νεανικά της χρόνια στο πατρικό της στη Φωκίωνος Νέγρη και για την επιλογή της να γίνει ηθοποιός ως μια προσωπική επανάσταση. «Καμιά φορά που σκέφτομαι το παρελθόν μου, δεν με αναγνωρίζω μέσα σε αυτό», αναλογίζεται όταν τη ρωτάω γι' αυτό.
Φέτος, κλείνει σαράντα δύο χρόνια, κάνοντας αυτό που αγαπά. Θέατρο, τηλεόραση, σινεμά. Η Ναταλία Τσαλίκη έχει αναμετρηθεί με σημαντικά έργα και ρόλους, έχει πάρει ρίσκα και έχει αφήσει πίσω της εμβληματικές ερμηνείες να συνοδεύουν το όνομά της.

Αυτήν την περίοδο, ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της ταινίας «Η Βαλίτσα», της νέας κινηματογραφικής παραγωγής της Tanweer, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαθανάση, συμμετείχε στη νέα σειρά της ΕΡΤ «Το Τελευταίο Νησί», ενώ πρόκειται να ξεκινήσει γυρίσματα και για τον δεύτερο κύκλο της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς του Star «Τα Φαντάσματα». Παράλληλα, συνεχίζει να διδάσκει στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Πράξη Επτά.
Επιλέγει να δίνει λίγες συνεντεύξεις. Αυτή είναι μια από αυτές:
«Καμιά φορά σκέφτομαι το παρελθόν μου και δεν με αναγνωρίζω»
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στη Φωκίωνος Νέγρη. Το σπίτι μου δεν αποτελούσε ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον. Η μητέρα μου ήταν ένας αρκετά σκληρός άνθρωπος. Ο πατέρας μου ταξίδευε συνέχεια. Για να επιβιώσω μέσα στην αστάθεια και να βρω κάπου να στηρίζομαι, ενστικτώδικα ήθελα να με δυναμώσω.
Ο πατέρας μου είχε τρία πτυχία, επομένως ήθελε και εγώ να ακολουθήσω σπουδές στο Πανεπιστήμιο. Πιέστηκα ως προς αυτό χωρίς να το συνειδητοποιήσω. Τον παίδεψα τον εαυτό μου, ίσως περισσότερο από ό,τι έπρεπε. Τα λέω τώρα εκ των υστέρων όλα αυτά, τότε δεν το καταλάβαινα.
Έδωσα και πέρασα στη Φιλοσοφική σχολή. Έκανα τα πρώτα εξάμηνα και ύστερα την εγκατέλειψα. Η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ελεύθερη και ότι βρήκα το πού ανήκω, ήταν όταν πέρασα στο Εθνικό. Υπήρχε μια αντίδραση από τον πατέρα μου για τη στροφή μου στην υποκριτική, η οποία ξεπεράστηκε, δεν γινόταν κι αλλιώς. Οι γονείς μου μπορεί να μην ήταν σταθεροί ήταν όμως ανοιχτόμυαλοι.

| Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Τα λέω τώρα αυτά, αλλά, καμιά φορά που σκέφτομαι το παρελθόν μου, δεν με αναγνωρίζω μέσα σε αυτό. Φυσικά με έχει διδάξει και με έχει κάνει αυτό που είμαι, αλλά δεν το κουβαλάω, είναι μεγάλο φορτίο».
«Ήθελα και θέλω να κάνω πράγματα που οι άλλοι δεν τα φαντάζονται για μένα»
«Τέλειωσα αριστούχος από τη σχολή. Υπήρχε τότε μια συνθήκη, οι πρώτοι δύο ή τρεις αριστούχοι να παίζουν κατευθείαν στις παραστάσεις του Εθνικού. Έπαιξα τον πρώτο μου ρόλο στο Εθνικό, στην Κεντρική Σκηνή στο “Ένας Μήνας στην Εξοχή” (1984), σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν.
Καθότι όμως επαναστάτρια, μετά από αυτή τη δουλειά έφυγα από το Εθνικό, παρόλο που και συνέχεια είχα εκεί επαγγελματικά - μάλιστα μου είχαν προτείνει να διδάξω στη σχολή ορθοφωνία. Μου είχε δοθεί και μια υποτροφία για το Παρίσι. Τα αρνήθηκα όλα αυτά. Ήμουν πολύ ανήσυχη και δεν ήθελα τον εύκολο δρόμο.
Έφυγα και έκανα μια δουλειά στο φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τη λαϊκή όπερα “Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη”. Ζήτησα μάλιστα η ίδια από τον Μίμη Πλέσσα να λάβω μέρος και να υποδυθώ την Ευρυδίκη. Σε αυτήν την δουλειά, γνώρισα και τον άνδρα μου.
Διαβάστε Επίσης: «Μεγαλώνοντας, αντί να δουλεύω λιγότερο, δουλεύω περισσότερο» - Ο Γιάννης Στάνκογλου στο Reader
Δεν ήτανε πάντα στρωμένα τα πράγματα, έμεινα και χωρίς δουλειά. Πλήρωσα τα όχι που είπα γιατί ίσως υπερεκτίμησα τον εαυτό μου. Εκ των υστέρων, θα ήθελα να είχα κάνει δύο-τρεις δουλειές που είχα απορρίψει. Είχα την αίσθηση ότι μου αξίζουν πιο σπουδαίες προτάσεις από την αρχή, ενώ δεν ισχύει αυτό, πρέπει λίγο - λίγο να προσπαθείς».
«Ήθελα και θέλω να κάνω πράγματα που οι άλλοι δεν τα φαντάζονται για μένα. Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα το κόλλημα στη φυσιογνωμία. Το θεωρώ λίγο αναχρονιστικό αυτό και γι' αυτό και επεδίωξα μόνη μου να κάνω πράγματα κόντρα με την εμφάνισή και την ιδιοσυγκρασία μου. Για παράδειγμα επέλεξα να ανεβάσω τη “Βασίλισσα της Ομορφιάς” του Martin McDonagh, ένα ρόλο πιο σκληρό. Κι από τότε, ψάχνω έργα πιο τολμηρά και αποκαλυπτικά. Οι σκηνοθέτες και οι παραγωγοί που έχουν στα χέρια τους τα έργα και κάνουν τις προτάσεις δεν μπορούν να φανταστούν έναν ηθοποιό σε διαφορετικά πράγματα που δεν τον έχουν συνηθίσει».
Ο μεγάλος δάσκαλος
«Μεγάλος δάσκαλος για μένα είναι η κόρη μου. Ήθελα να είμαι πάντα δίπλα της, σε αντίθεση με ό,τι είχα βιώσει εγώ στο σπίτι μου. Τα πιο πολλά, τα έχω μάθει εγώ από εκείνη - πολλές φορές ερήμην της - κι όχι εκείνη από μένα
Δεν θεωρώ ότι ο γονιός πρέπει να είναι φίλος με το παιδί του. Σέβομαι το ότι κρατάει κάποια πράγματα για τον εαυτό της και την παρακολουθώ κρατώντας την απόσταση που εκείνη επιλέγει, και δίνοντάς της τομ χώρο που χρειάζεται. Μου έχει πει μία μεγάλη κουβέντα ο ψυχαναλυτής: Το χέρι του παιδιού σου θα το κρατάς μέχρι τη στιγμή που θα το αφήσει το ίδιο».

L.O.V.E.
«Το Άκρως Οικογενειακόν (2001) είναι μια σειρά η οποία τροφοδοτούσε τον κόσμο με μια άλλη γλώσσα ως προς τη συνθήκη της οικογένειας, με μια τρυφερότητα και μια γλύκα. Με μια ζεστασιά την οποία επιδίωξα και εγώ και ο Γιάννης (σ.σ. Μπέζος) ακόμη και επεμβαίνοντας στο κείμενο. Θυμάμαι κάποιες οικογενειακές σειρές , που έδειχναν τότε τις συγκρούσεις των γονιών με τα παιδιά, με τσακωμούς, βία ως προς την επικοινωνία, και δεν το ήθελα καθόλου αυτό.
Συνεργαζόμασταν με τους σεναριογράφους και θέλαμε να βγει μια δουλειά και ένα αποτέλεσμα που να δείχνει τον δρόμο επικοινωνίας των γονιών με τα παιδιά. Γι’ αυτόν τον λόγο νομίζω έχει πετύχει και η σειρά και την βλέπουν μέχρι σήμερα.
Τηλεόραση και σίριαλ είχα κάνει αρκετά πιο πριν. Δεν με προβλημάτισε καθόλου όταν μας πρότειναν να κάνουμε τη σειρά μαζί με τον Γιάννη. Χαρήκαμε πολύ γι’ αυτή τη συνεργασία μας. Μετά το Άκρως Οικογενειακόν μάς πρότειναν ξανά να κάνουμε το τηλεοπτικό ζευγάρι για άλλη δουλειά. Και ακόμη ένας λόγος της επιτυχία της σειράς ήταν που δεν δέχτηκα να κάνω το ίδιο. Θα έχανε την αξία του ό,τι είχαμε κάνει έως τότε».
«Για να ακουμπήσω την καρδιά σου, πρέπει να έχω κάνει τη διαδρομή μου»
«Θεωρώ ότι όσο μεγαλώνουμε πρέπει να ανοιγόμαστε. Αυτό συνεπάγεται και την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Δεν φοβάσαι πια να εκτεθείς ή να πληγωθείς ,γιατί έχεις βρει τα εργαλεία σου και τον τρόπο να ξανασηκώνεσαι.
Οφείλουμε να τρέφουμε τον εαυτό μας με εμπειρίες ώστε να μπορούμε να προσεγγίσουμε πιο εύκολα τους ρόλους και να μπορεί το κοινό να αντιληφθεί ότι "κάτι" γίνεται εκεί πάνω, ότι του λέμε την αλήθεια. Για να ακουμπήσω την καρδιά σου πρέπει να έχω ταλαιπωρηθεί, πρέπει να έχω κάνει τη διαδρομή μου. Η δουλειά μας δεν ανθίζει, αν δεν υπάρχει και μια ταυτόχρονη άνθηση του εαυτού μας, μέσα από τις εμπειρίες και τα τραύματά μας.
Για να έχεις διάρκεια στο χρόνο και να έρθει ο κόσμος να σε δει ξανά σε μια παράσταση, σημαίνει ότι κάτι περιμένει στο επόμενο ραντεβού από σένα. Περιμένει να σε δει κάπως αλλιώς. Όχι μόνο τι ρόλο θα παίξεις και τι έργο θα του παρουσιάσεις, αλλά πόσο "καινούργιος" είσαι στην παρουσίαση αυτού του ρόλου. Το κοινό το μόνο που έχει να κάνει είναι να αφεθεί. Η τέχνη έχει παρεξηγηθεί, δεν απαιτεί να έχεις διαβάσει εκατό βιβλία. Οι μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές όπως ο Σαίξπηρ, ο Ίψεν ή ο Ευριπίδης, δεν έγραφαν για τους λίγους».


«Θεωρώ ότι αυτό που δίνουμε στη σκηνή είναι υπεραρκετό ως προς τη σχέση μας με το κοινό. Μου έχει τύχει πολλές φορές να είμαι σε παράσταση που, να επακολουθεί συζήτηση με το κοινό, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί χρειάζεται αυτή η επεξήγηση μετά από μια παράσταση. Το έργο τέχνης δεν χρήζει ανάλυσης, αν είσαι ανοιχτός. Δεν απευθύνεται στη λογική, αλλά στην καρδιά.
Φυσικά, θα διαχωρίσω το να έρθει κάποιος να μου πει δυο λόγια που θα αισθανθώ ότι είναι από την καρδιά του. Αυτό είναι η πιο βαθιά ανταμοιβή. Το να έρθει απλώς για να βγάλουμε φωτογραφίες κλπ δεν μου λέει κάτι.
Διαβάστε Επίσης: Φίλιππος Πλιάτσικας: «Δύο τύποι από το Μενίδι, με τα μαύρα τους τα χάλια, μάζεψαν 100.000 κόσμο»
Είμαι πολέμιος της λέξης πρέπει. Είναι σαν υποτιμά τον εαυτό του ο καλλιτέχνης όταν νομίζει ότι πρέπει να κάνει κάποια πράγματα για να είναι αρεστός το κοινό. Είναι σαν να πιστεύει ότι δεν φτάνει αυτό που προσφέρει μέσα από τη δουλειά του και πρέπει να τροφοδοτήσει το κοινό και με κάτι άλλο.

Αντί επιλόγου
«Κάτι που λέω πολλές φορές. Μακάρι οι άνθρωποι να μεγαλώναμε με την επίγνωση ότι γεννηθήκαμε για να είμαστε ευτυχισμένοι. Μας μεγαλώνουν με έναν τελείως αντίθετο τρόπο, με έναν τρόπο που μας καταπιέζει, χωρίς να το κάνουν επίτηδες φυσικά και οι γονείς μας.
Υπάρχουν δύο τρόποι να μεγαλώσεις. Ο ένας είναι σκληραίνοντας και με μίσος για τον εαυτό σου και για τη ζωή και ο άλλος, μαλακώνοντας και αφαιρώντας πράγματα που σε βαραίνουν. Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί, που δεν δίνουν καμιά αξία στη ζωή τους, και ζουν σαν λαθρεπιβάτες…
Εγώ ταλαιπώρησα αρκετά τον εαυτό μου από μικρή, και αυτό έφτασε σε ένα πικ κάποια στιγμή, με μια δική μου κατάθλιψη. Αυτό με δίδαξε πολλά, και κυρίως πώς να ξανασηκώνομαι.
Το ότι αγαπάω τον εαυτό μου, το λέω τώρα που είμαι 69 χρονών. Δεν το έλεγα στα 25, δεν το έλεγα στις 40, το λέω τώρα. Η ζωή είναι πιο ελαφριά από’ ότι νομίζουμε, εμείς τη βαραίνουμε. Αυτό θα ήθελα να πω στον εαυτό μου και να το ξέρω από παιδί».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.