Μενού

Το σινεμά του Ντάριο Αρτζέντο μυρίζει φόβο και μαύρα γάντια: 4 ταινίες για το giallo

Στιγμιότυπο από το Suspiria
Στιγμιότυπο από το Suspiria | Suspiria/ Youtube
  • Α-
  • Α+

Ο Ιταλός σκηνοθέτης Ντάριο Αρτζέντο, ο μαέστρος του «giallo», γίνεται 87 ετών και το γεγονός αυτό αποτελεί εξαιρετική αφορμή για μια κινηματογραφική ανασκόπηση στην φιλμογραφία του.

Ο Ντάριο Αρτζέντο είναι θρύλος για τον ιταλικό τρόμο, ενώ αποτέλεσε ένας από τους διασημότερους εκπροσώπους του «giallo», μαζί με τον Μάριο Μπράβα, επαναπροσδιορίζοντας έτσι στο ευρύ κοινό την έννοια του horror.

Ο Αρτζέντο μέσω του σινεμά που έχει επιλέξει να κάνει μεταφέρει το βάρος του μυστηρίου σε καθαρά οπτική και αισθητική εμπειρία, μπερδεύοντας οριακά με θρασύ τρόπο τα είδη του αστυνομικού μυστηρίου, του τρόμου αλλά και του arthouse σινεμά.

Μπορεί να μην είναι ο πρωτεργάτης του giallo, ωστόσο κατάφερει να το μετατρέψει σε δική του κινηματογραφική γλώσσα.

Τι είναι το giallo

Το giallo σημαίνει «κίτρινο» στα ιταλικά και η ονομασία προέρχεται από τις κίτρινες εξώφυλλες των pulp αστυνομικών μυθιστορημάτων που εξέδιδε ο οίκος Mondadori από τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Στον κινηματογράφο, το giallo εξελίχθηκε σε ένα ιδιότυπα ιταλικό υβρίδιο αστυνομικού μυστηρίου, thriller, horror και συχνά σεξουαλικού/ερωτικού στοιχείου. Η μεγάλη του ακμή ήρθε κυρίως τη δεκαετία του 1970.

Ενδιαφέρον στοιχείο για το πώς επιλέγει το συγκεκριμένο ρεύμα να αντιμετωπίσει το horror, είναι πως δεν εστιάζει μόνο στον δολοφόνο, αλλά και στο πώς βιώνουν οι θεατές το έγκλημα. Με ένα ύφος που πλέον θεωρείται cult, οι δολοφόνοι του giallo κινούνται ανάμεσα σε σκιές, με μαύρα γάντια, με τα χέρια να έχουν πρωταρχικό ρόλο στο «στήσιμο» της κινηματογραφικής εικόνας. Επιπλέον, η ανωνυμία του δολοφόνου που προκαλεί νευρικότητα στον θεατή αποτελεί ταυτοτικό στοιχείο αυτού του είδους.

Διαβάστε επίσης: H «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη είναι η επίσημη υποψηφιότητα της Ελλάδας στα Όσκαρ

Κομβικό ρόλο στο giallo παίζει και το ίδιο το έντονο χρώμα της εικόνας, που δεν λειτουργεί αμιγώς με αισθητικούς όρους, αλλά έχει σκοπό να δημιουργήσει υπερδιέγερση των αισθήσεων. Το κόκκινο του αίματος και το μαύρο του γαντιού, οι περίεργες γωνίες λήψης αλλά και η έντονη δραματουργικά μουσική επένδυση συνθέτουν ένα τοπίο του horror, που πιο πολύ παραπέμπτει σε διηγήματα που πιθανά θα έβλεπες σε κάποια ξεχασμένη γωνία βιβλιοπωλείου παρά στη δόμηση μιας ταινίας.

Ο Αρτζέντο δεν είναι ο δημιουργός του giallo. Προηγείται ο Mario Bava, με το The Girl Who Knew Too Much (1963), που θεωρείται από τις απαρχές του είδους, και κυρίως το Blood and Black Lace (1964), που έδωσε μεγάλη έμφαση στο χρώμα, στη σκηνογραφία και στη στυλιζαρισμένη βία.

Το 1970 κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το The Bird with the Crystal Plumage. Ένας Αμερικανός συγγραφέας γίνεται μάρτυρας μιας επίθεσης και προσπαθεί να ανασυνθέσει αυτό που είδε. Από εκεί ξεκινά ένα από τα βασικά μοτίβα του Αρτζέντο: η αμφιβολία για την ίδια την πράξη της όρασης.

Ο κόκκινος κόσμος του Ντάριο Αρτζέντο

Δεν χρειάζονται συστάσεις για το κινηματογραφικό σύμπαν του Ντάριο Αρτζέντο. Άπαξ και εμβυθιστείς στον κόσμο του δεν χρειάζονται σκηνές-σπλάτερ για να βιώσεις τρόμο, αλλά ο κατάλληλος φωτισμός που διαστρεβλώνει τα είδωλα και τις σκιές, ο κρυμμένος παρατηρητής αλλά και η ίδια η αμφισβήτηση του βλέμματος ως βασικό εργαλείο πλοήγησης σε ένα χώρο, δημιουργούν μια ασφυκτική αίσθηση τρόμου.

Ομολογουμένως, το Suspiria, λόγω και του remake που έγινε αρκετά χρόνια μετά αποτελεί σημείο-σταθμός για τον σκηνοθέτη, παρότι ξεφεύγει από τα σεναριακά και οπτικά κλισέ το giallo. Θα ήταν άδικο όμως να παραμείνουμε στο Suspiria και να μην παραθέσουμε μια σειρά ταινιών του σκηνοθέτη που έμελλαν να αλλάξουν την κινηματογραφική γλώσσα του horror  και του ιταλικού σινεμά.

Από το Deep Red (Profondo rosso, 1975) έως το Suspiria (1977), το Inferno (1980) και το Tenebrae (1982), ο Αρτζέντο μετακινείται από το αστυνομικό μυστήριο στον υπερφυσικό εφιάλτη και, στη συνέχεια, επιστρέφει στο giallo για να εξετάσει σχεδόν εμμονικά τη σχέση ανάμεσα στη βία, το βλέμμα και τη μυθοπλασία. 

Profondo rosso ή το «supreme giallo»

Το Deep Red (Profondo rosso) κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1975 και θεωρείται από τις κορυφαίες στιγμές του giallo και η πρώτη μεγάλη αριστουργηματική ταινία του Argento. Το Βρετανικό ινστιτούτο κινηματογράφου το χαρακτηρίζει «supreme giallo», επισημαίνοντας ακριβώς τη σύνδεση ανάμεσα στο μυστήριο, τη μνήμη και την ίδια την πράξη της παρατήρησης.

Ο πρωταγωνιστής, Μάρκους Ντάλι, ένας Άγγλος πιανίστας που βρίσκεται στη Ρώμη, γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας μιας μέντιουμ, της Χέλγκα. Βλέπει τον δολοφόνο να διαφεύγει, όμως αυτό που αποτυπώνεται στη μνήμη του είναι αποσπασματικό. Μαζί με τη δημοσιογράφο Gianna Brezzi προσπαθεί να ανασυνθέσει το έγκλημα και να εντοπίσει τον δολοφόνο.

Η έρευνα όμως σταδιακά μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι ανάμεσα σε αυτό που έχει πραγματικά συμβεί και σε αυτό που ο Marcus νομίζει ότι είδε.

Το στοιχείο που θα οδηγήσει στη λύση δεν είναι απαραίτητα κρυμμένο κάπου μακριά, αλλά βρίσκεται μπροστά στα μάτια του θεατή. Μπορεί να είναι ένα αντικείμενο, μια εικόνα, μια αντανάκλαση ή μια λεπτομέρεια του χώρου που αποκτά σημασία μόνο εκ των υστέρων.

Το Deep Red είναι τόσο χαρακτηριστικό giallo γιατί η έρευνα δεν είναι απλώς αναζήτηση πληροφοριών αλλά αναζήτηση της σωστής ανάγνωσης της εικόνας.

Η αισθητική της ταινίας είναι εξίσου σημαντική. Ο Αρτζέντο χρησιμοποιεί το κόκκινο, το μαύρο και τα έντονα χρώματα όχι απλώς για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, αλλά για να μετατρέψει τους χώρους σε ψυχολογικά τοπία. Η Ρώμη του δεν είναι η ρεαλιστική πόλη της καθημερινότητας. Είναι ένας λαβύρινθος από σπίτια, δρόμους, διαδρόμους και αντικείμενα που μοιάζουν να κρύβουν μια πληροφορία.

Ο φόβος λοιπόν γεννιέται από μια πολύ συγκεκριμένη αμφιβολία: Κι αν έχω δει την αλήθεια και απλώς δεν την έχω αναγνωρίσει;

Suspiria: Μπαλέτο, κορίτσια και μάγισσες

Δύο χρόνια αργότερα, το 1977, ο Αρτζέντο εγκαταλείπει σε μεγάλο βαθμό τη λογική του κλασικού giallo και περνά στον καθαρό υπερφυσικό τρόμο με το Suspiria. Το BFI το περιγράφει ως ένα φαντασμαγορικό γοτθικό εφιάλτη, βασισμένο σε μια αποπροσανατολιστική «ονειρική λογική» και σε μια υπερρεαλιστική οπτική αισθητική.

Η Suzy Bannion, νεαρή Αμερικανίδα χορεύτρια, φτάνει στη Γερμανία για να σπουδάσει σε μια περίφημη σχολή χορού στο Φράιμπουργκ. Από την πρώτη στιγμή όμως αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Μια μαθήτρια δολοφονείται και η σχολή αρχίζει να αποκαλύπτει ένα σκοτεινό μυστικό.

Σταδιακά η Suzy ανακαλύπτει ότι πίσω από τη σχολή βρίσκεται μια ομάδα μαγισσών και ότι η διευθύντρια, η Ελένα Μάρκος, αποτελεί το κέντρο μιας υπερφυσικής δύναμης. Αλλά η πλοκή δεν είναι πλέον το σημαντικότερο στοιχείο.

Στο Deep Red ο θεατής θέλει να λύσει ένα μυστήριο. Στο Suspiria ο Αρτζέντο θέλει να τον κάνει να αισθανθεί ότι έχει εισέλθει σε έναν κόσμο στον οποίο η λογική δεν λειτουργεί όπως την ξέρει. Η σχολή χορού γίνεται ένας ζωντανός οργανισμός.

Οι διάδρομοι, οι πόρτες, τα δωμάτια και οι σκάλες δημιουργούν έναν χώρο που μοιάζει ταυτόχρονα πραγματικός και ονειρικός. Τα χρώματα είναι υπερκορεσμένα - κόκκινα, μπλε, πράσινα και το φως μοιάζει να έρχεται όχι από τον πραγματικό κόσμο αλλά από έναν εφιάλτη.

Διαβάστε επίσης: Nostalgia alert: Με αυτές τις 10 ταινίες περνούσαμε τα κυριακάτικα μεσημέρια των '00s

Η ταινία γυρίστηκε με την παλιά διαδικασία Technicolor IB, γεγονός που συνέβαλε στην ιδιαίτερη ένταση των χρωμάτων της. Η μουσική των Goblin, που είχαν ήδη συνεργαστεί με τον Αρτζέντο στο Deep Red, γίνεται επίσης οργανικό μέρος της εμπειρίας. Ο κινηματογραφικός χώρος που κατασκευάζει ο ιταλός σκηνοθέτης γίνεται τρομακτικός ακόμα και όταν δεν συμβαίνει τίποτα. Bonus αποτελεί η σκηνή στη πισίνα που δημιουργεί μια αδιανόητη αίσθηση φόβου, πριν ακόμα καν πραγματοποιηθεί.  

Inferno ή πως ο χώρος γίνεται παγίδα

Το Inferno, του 1980, αποτελεί συνέχεια του Suspiria και επεκτείνει τον μύθο των Τριών Μητέρων. Αν στο Suspiria η κακία βρίσκεται στη σχολή χορού, στο Inferno μεταφέρεται σε ένα μυστηριώδες κτίριο της Νέας Υόρκης.

Η Ρόουζ ανακαλύπτει ένα βιβλίο που αναφέρεται στις Τρεις Μητέρες, μυστηριώδεις υπερφυσικές μορφές που συνδέονται με τρία κτίρια σε διαφορετικές χώρες. Όταν αντιλαμβάνεται ότι το ίδιο της το σπίτι μπορεί να αποτελεί ένα από αυτά, ζητά τη βοήθεια του αδελφού της Mark.

Το κτίριο του Inferno δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά μετατρέπεται σε πρωταγωνιστής, σε έναν τεράστιο λαβύρινθο. Δωμάτια επικοινωνούν παράξενα μεταξύ τους, σκάλες οδηγούν σε απρόβλεπτα σημεία, υπόγειοι χώροι πλημμυρίζουν, πόρτες κρύβουν περάσματα.

Ο θεατής χάνει την αίσθηση του προσανατολισμού και αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό είδος φόβου από εκείνον του Suspiria.Στο Inferno φοβάσαι επειδή δεν μπορείς να καταλάβεις τον χώρο.

Η φωτογραφία χρησιμοποιεί έντονα βασικά χρώματα και μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ενώ τα σκηνικά συνδυάζουν γοτθικά και art deco στοιχεία. Το βρετανικό ινστιτούτο σινεμά περιγράφει το κτίριο ως έναν «λαβύρινθο» γεμάτο μυστικά δωμάτια και ξεχασμένες σκάλες.

Tenebre: Η επιστροφή στο Giallo

Το Tenebrae, γνωστό και ως Tenebre, κυκλοφόρησε το 1982 και αποτελεί επιστροφή του Αρτζέντο στο giallo μετά το υπερφυσικό δίπτυχο Suspiria και Inferno.

Ο Peter Neal είναι Αμερικανός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων που ταξιδεύει στη Ρώμη για να προωθήσει το τελευταίο του βιβλίο, Tenebrae. Σύντομα, όμως, ένας δολοφόνος αρχίζει να διαπράττει εγκλήματα εμπνευσμένα από το βιβλίο του. Η πραγματικότητα αρχίζει να αντιγράφει τη μυθοπλασία.

Και έτσι ο Αρτζέντο επιστρέφει στο βασικό ερώτημα του giallo: Ποιος βλέπει και ποιος κατασκευάζει την ιστορία;

Το Tenebrae είναι πιο ψυχρό οπτικά από το Suspiria και το Inferno. Εκεί όπου οι προηγούμενες ταινίες χαρακτηρίζονταν από γοτθική ατμόσφαιρα και υπερκορεσμένα χρώματα, εδώ κυριαρχούν οι καθαρές γραμμές, η μοντέρνα αρχιτεκτονική, το έντονο φως και οι λευκές επιφάνειες. 

Και η κάμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σε μια από τις χαρακτηριστικές μεγάλες κινήσεις της ταινίας, η κάμερα κινείται γύρω από ένα κτίριο, αποκαλύπτοντας σταδιακά τον χώρο και δημιουργώντας την αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθεί.

Γι' αυτό και ο Argento παραμένει τόσο σημαντικός για την ιστορία του giallo και του horror. Δεν ενδιαφέρεται απλώς να αφηγηθεί μια ιστορία φόβου, αλλά να μετατρέψει την ίδια την κινηματογραφική εικόνα σε αντικείμενο φόβου.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.