Ο έρωτας βρίσκεται στο επίκεντρο της «Αστερόσκονης» της παράστασης που έγραψε και σκηνοθέτησε η Χριστίνα Ματθαίου και το οποίο παρουσιάζεται για 2η χρονιά στο Θέατρο Σημείο.
Πέντε ερωτικές ιστορίες, τοποθετημένες σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας ζωντανεύουν επί σκηνής, για να μας θυμίσουν ότι ο έρωτας είναι αυτός που κινεί τον κόσμο και πως όλοι όσοι ερωτεύτηκαν σε αυτόν τον πλανήτη, το έκαναν κάτω από τα ίδια αστέρια. Η Χριστίνα Ματθαίου μιλάει στο Reader για τον κόσμο της «Αστερόσκονης»:

- Τι βλέπουμε στην παράσταση ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ; Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο. Πώς ήρθε η ιδέα και γιατί αυτός ο τίτλος;
Η «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ» είναι μια παράσταση που μιλάει για τη δύναμη του έρωτα, όχι μόνο ως συναίσθημα, αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη. Ως μια εμπειρία που μπορεί να μεταμορφώσει τον άνθρωπο και, κατ’ επέκταση, τον κόσμο του. Το έργο ξεδιπλώνεται μέσα από ιστορίες που εκτυλίσσονται σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας. Από τον μύθο μέχρι το σήμερα, από την προφορική αφήγηση μέχρι επιστημονικά δεδομένα γύρω από τους πλανήτες και τα αστρικά φαινόμενα, δημιουργούμε ένα σύμπαν όπου όλα συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν. Οι ήρωες ανήκουν σε διαφορετικούς χρόνους, αλλά μοιράζονται το ίδιο βίωμα, τον έρωτα ως ανάγκη διαχρονική.
Η αρχική ιδέα γεννήθηκε από μια απλή, και ταυτόχρονα συγκλονιστική συνειδητοποίηση - σκέψη. Τα άστρα που κοιτάμε στον ουρανό ανήκουν στο παρελθόν. Το φως τους ταξιδεύει χρόνια για να φτάσει σε εμάς. Έτσι, κάθε φορά που κοιτάζουμε τον ουρανό, κοιτάμε το παρελθόν, μια ανάμνηση ενός πράγματος που υπήρξε και δεν υπάρχει πια. Όπως και οι ερωτικές ιστορίες που αφηγούμαστε. Με τον ίδιο τρόπο, όλοι οι ερωτευμένοι που έχουν περπατήσει σε αυτόν τον κόσμο ερωτεύτηκαν κάτω από τα ίδια αστέρια. Υπάρχει μια αόρατη συνέχεια που μας ενώνει.
Ο τίτλος του θεατρικού έργου, είναι «αστΕΡΩΣκονη». Η γραφή δεν είναι τυχαία. Παρατηρώντας τη λέξη «αστερόσκονη», από την οποία προερχόμαστε όλοι, συνειδητοποίησα ότι μέσα της κρύβεται η λέξη «έρως». Αυτή η μικρή αποκάλυψη έγινε ο πυρήνας της σύλληψης. Γιατί ο Έρως δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, είναι μία από τις βασικές δυνάμεις που αναγεννούν τον κόσμο και τον μεταμορφώνουν. Όπως η αστρική ύλη γεννά νέα άστρα, έτσι και ο έρωτας γεννά νέες πραγματικότητες.
Η επιστήμη μας λέει ότι όλοι είμαστε φτιαγμένοι από υλικά που κάποτε ανήκαν σε αστέρια. Με έναν τρόπο, είμαστε κυριολεκτικά αστρική ύλη. Και αν αυτό ισχύει, τότε ίσως ο έρωτας να είναι η στιγμή που αυτή η ύλη θυμάται την προέλευσή της. Στόχος μου ήταν να αναζητήσω τα κοινά στοιχεία που συνδέουν τους ερωτευμένους ανά τους αιώνες, ακόμη κι αν οι κοινωνικές συνθήκες, οι τρόποι έκφρασης αλλάζουν. Τι παραμένει αναλλοίωτο; Η ανάγκη για σύνδεση. Η επιθυμία να μοιραστείς το φως και το σκοτάδι σου με κάποιον άλλον. Η «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ» είναι, τελικά, μια παράσταση που μας καλεί να σταθούμε για λίγο και να κοιτάξουμε ψηλά. Κι αν κάτι μας ενώνει όλους, είναι ότι κάποτε, έστω για μια στιγμή, αγαπήσαμε κάτω από τα ίδια αστέρια.
- Στην παράσταση ξεδιπλώνονται πέντε ερωτικές ιστορίες. Πώς τοποθετούνται αυτές στον χρόνο και χώρο, ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους και σε ποια εποχή τις βλέπουμε να εκτυλίσσονται;
Η παράσταση ξεκινά με ένα κείμενο που μπλέκει τη Θεογονία του Ησίοδου με επιστημονικά δεδομένα για τη δημιουργία του κόσμου και τη θεωρία του Big Bang. Από τη μία ακούμε την επιστήμη, από την άλλη, τους μύθους που περιγράφουν τα αστρικά φαινόμενα σαν ζωντανές, ερωτευμένες οντότητες που γεννούν τον κόσμο. Δύο αφηγήσεις για το ίδιο θαύμα, ειπωμένες με διαφορετική γλώσσα. Αυτή η συνθήκη γίνεται η βάση της παράστασης. Όπως οι πλανήτες αλληλεπιδρούν και συγκρούονται, έτσι και οι ανθρώπινες ιστορίες έρωτα μπλέκονται μεταξύ τους.

Αφετηρία μας αποτελεί ο μύθος των Στρογγυλών Ανθρώπων από το Συμπόσιο του Πλάτωνα. Σύμφωνα με αυτόν, οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι παιδιά των πλανητών, ήταν αρχικά ολόκληροι, στρογγυλοί, ενωμένοι με το άλλο τους μισό. Ο Δίας, φοβούμενος τη δύναμή τους, τους έκοψε στα δύο, κι από τότε είμαστε καταδικασμένοι να αναζητούμε το χαμένο μας κομμάτι. Από εκεί ξεκινά το ταξίδι μας στον χρόνο.
Από τον μύθο των Στρογγυλών Ανθρώπων περνάμε σταδιακά στις ανθρώπινες ιστορίες, ξεκινώντας από τον 15ο με 17ο αιώνα. Εκεί συναντάμε την παραλογή «Ο Γιάννος και η Μαριγώ», μια ιστορία που μας έρχεται κυρίως από την Ήπειρο, παρότι υπάρχουν εκδοχές της και στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα. Εδώ γράφω τη δική μου εκδοχή. Το κείμενο είναι γραμμένο σε έμμετρο λόγο, ακολουθώντας τη δομή των δημοτικών τραγουδιών, και περιγράφει έναν παιδικό, απαγορευμένο έρωτα που δεν κατάφερε να ευδοκιμήσει. Είναι μια ελληνική, βουκολική εκδοχή των ρομαντικών ιστοριών του Μεσαίωνα ή της Αναγέννησης, όπως ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», όπου η μοίρα και οι κοινωνικοί περιορισμοί προδιαγράφουν το τέλος από την αρχή.
Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στη δεκαετία του 1930. Για τη συγγραφή αυτής της ιστορίας αξιοποίησα αποσπάσματα από τις ερωτικές επιστολές του Γιώργου Σεφέρη προς τη Μαρώ, κυρίως από την περίοδο του πρώτου χωρισμού τους, καθώς και στοιχεία από το «Όφις και Κρίνο» του Νίκου Καζαντζάκη. Δεν επιχειρούμε να αναπαραστήσουμε τη βιογραφική ιστορία του Σεφέρη, αλλά δανειζόμαστε τη γλώσσα και το συναισθηματικό της φορτίο. Οι επιστολές εκείνης της περιόδου είναι ποτισμένες από απουσία, έλλειψη και μια σχεδόν εμμονική ανάγκη επικοινωνίας. Αυτό το στοιχείο της εμμονής κράτησα για να δώσω φωνή στο δικό μας ζευγάρι της δεκαετίας του ’30, δείχνοντας πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ο έρωτας όταν η απουσία του άλλου δεν μπορεί να καλυφθεί με κανέναν τρόπο. Η επικοινωνία γίνεται αποκλειστικά μέσω επιστολών, γιατί μας ενδιέφερε ιδιαίτερα να φωτίσουμε όχι μόνο τη γλώσσα κάθε εποχής αλλά και τα μέσα με τα οποία οι άνθρωποι επικοινωνούσαν τον έρωτά τους.
Από τη δεκαετία του 1950 έως το 2012 ξεδιπλώνεται η τρίτη ιστορία, η πραγματική ιστορία αγάπης των παππούδων μου, του Γιώργου και της Μέμης. Πρόκειται για μια αφήγηση που δύσκολα αφήνει κάποιον ασυγκίνητο, γιατί κουβαλάει αλήθεια και βιωμένη εμπειρία. Εδώ ο λόγος γίνεται προφορικός και η ιστορία αποκτά έναν ιδιότυπο διάλογο με το κοινό. Θυμίζει εκείνες τις οικείες οικογενειακές αφηγήσεις που ακούγονται τα καλοκαίρια στις βεράντες των νησιών. Είναι ίσως η πιο γήινη ιστορία της παράστασης, και ταυτόχρονα αυτή που μιλά πιο καθαρά για τον έρωτα που αντέχει στον χρόνο. Η δική μας εκδοχή του απόλυτου έρωτα και του για πάντα.
Στη δεκαετία του 1980 παρακολουθούμε τον έρωτα ενός νεαρού αγοριού για τον Μπίλι Μπο. Αυτή η ιστορία γίνεται αφορμή για να μιλήσουμε για το AIDS και για το πώς το βίωσε η ελληνική κοινωνία. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου διαπίστωσα ότι υπήρχαν ελάχιστες καταγραφές για εκείνη την περίοδο, πέρα από προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που δέχτηκαν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και κάποιες αναφορές στη ζωή του Μπίλι Μπο. Το βιβλίο για τη ζωή του - Και το όνειρο πάγωσε- και κάποια αφιερώματα στη Μηχανή του χρόνου, είναι λίγα από τα ελάχιστα στοιχεία που καταγράφονται για την περίοδο αυτή στην Ελλάδα. Σαν ακόμα να κουβαλάμε το στίγμα αυτής της εποχής. Αυτό από μόνο του λέει πολλά για το πόσο δύσκολα και σιωπηλά αντιμετωπίστηκε το θέμα. Εδώ ο έρωτας αγγίζει τα όρια της ερωτομανίας, είναι ένας έρωτας προς ένα πρόσωπο που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ. Αισθητικά και γλωσσικά προσπαθήσαμε να αποδώσουμε την αίσθηση μιας βιντεοκασέτας των ’80s, με μια ελαφριά θεατρική υπερβολή και με χαρακτήρες που μπορούν να συνομιλούν μεταξύ τους αλλά και να απευθύνονται άμεσα στο κοινό.
Και τέλος φτάνουμε στο 2025. Είναι η ιστορία που, με έναν τρόπο, γέννησε ολόκληρο το έργο. Η δική μου προσωπική επαφή με τον έρωτα παρουσιάζεται μέσα από ηχητικά μηνύματα, σαν σύγχρονες εξομολογήσεις που αφήνονται σε έναν τηλεφωνητή. Απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο «εσύ» — «αυτή η ιστορία είναι για εσένα». Είναι η μόνη ιστορία που δεν παρουσιάζεται αυτόνομα σε ένα σημείο της παράστασης, αλλά λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στις υπόλοιπες και στις κοσμογονικές αφηγήσεις για το σύμπαν, διαπερνώντας ολόκληρη τη δραματουργία.
- Έχουν γίνει (πιο) περίπλοκες οι σχέσεις σήμερα; Στην εποχή του situationship και των εφαρμογών online dating, είναι οι άνθρωποι το ίδιο ανοιχτοί να αφεθούν και να βιώσουν μια ερωτική ιστορία;
Νομίζω ναι, έχουν γίνει πιο περίπλοκες οι ανθρώπινες σχέσεις συνολικά, όχι μόνο ερωτικά. Και ίσως έχουμε γίνει κι εμείς πιο κλειστοί, πιο επιφανειακοί. Όχι απαραίτητα γιατί οι άνθρωποι αισθάνονται λιγότερο, αλλά γιατί ζούμε στην εποχή του fast food σε όλα. Καταναλώνουμε ιδέες, τέχνη, εικόνες, ανθρώπους, σχέσεις, συναισθήματα και τα απορρίπτουμε με την ίδια ταχύτητα που τα καταναλώνουμε. Δεν υπάρχει υπομονή να σταθούμε κάπου ουσιαστικά ή, καμιά φορά, να αφήσουμε απλώς τα πράγματα να έρθουν. Φυσικά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε μια ιστορία αγάπης με βάθος. Απλώς νομίζω ότι είναι πιο σπάνιο. Θέλει μεγαλύτερη γενναιότητα σήμερα να αφεθείς.
Η λογική του situationship και των εφαρμογών online dating ενισχύει αυτή την αίσθηση διαρκούς επιλογής. Σαν να υπάρχει πάντα κάτι καλύτερο ένα swipe πιο πέρα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν χάσει την ικανότητά τους να αγαπούν βαθιά. Απλώς οι ιστορίες με ουσία και διάρκεια μοιάζουν να είναι πιο σπάνιες ή ίσως χρειάζονται μεγαλύτερη συνειδητότητα για να υπάρξουν.
Δεν απορρίπτω τις εφαρμογές dating. Απλώς εμένα δεν μου ταιριάζουν, δεν μου λειτουργούν. Μάλλον ανήκω στους τελευταίους ρομαντικούς «δεινόσαυρους» που πρέπει να κοιταχτούν στα μάτια για να ερωτευτούν. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κοιτάζω τη φωτογραφία ενός ανθρώπου και διαλέγω, σαν να ψάχνω μοντέλο από κάστινγκ.
Και βέβαια, ενώ τα λέω όλα αυτά, σκέφτομαι την ιστορία των θείων μου του Τάκη και της Ανθούλας, που είναι σαν να έχει βγει από τις «Νύφες» του Βούλγαρη. Είχαν δει ο ένας τον άλλον μόνο από φωτογραφίες. Ο θείος (που τώρα κοντεύει τα 90), την διάλεξε από μια φωτογραφία και η θεία (δεν λέμε ηλικία) ταξίδεψε με το «Πατρίς» μέχρι την Αυστραλία για να παντρευτούν. Και τελικά ερωτεύτηκαν βαθιά. Με έναν τρόπο, η ιστορία τους είναι ο προ-προπάππους του online dating.
Οπότε ίσως το πρόβλημα να μην είναι το μέσο. Το μέσο είναι απλώς ο δίαυλος. Στην επικοινωνία νομίζω χάνεται η μπάλα. Αυτό που εμένα με λυπεί είναι ότι δεν υπάρχει πια τόση διάθεση για face to face. Μπορεί να είσαι με τον άλλον σε απόσταση τριών μέτρων, μέσα στο ίδιο μπαρ, και αντί να έρθει να σου μιλήσει, να σου στείλει μήνυμα μέσω εφαρμογής. Δεν πιστεύω ότι αγαπάμε λιγότερο. Ίσως όμως φοβόμαστε περισσότερο να εκτεθούμε. Κι έρωτας, χωρίς έκθεση, δεν γίνεται.

- Μιλάμε διαφορετικά σήμερα για τον έρωτα; Δεδομένου ότι η κάθε εποχή έχει τις δικές της αντιλήψεις, λέξεις κλπ.
Ναι, σίγουρα μιλάμε διαφορετικά για τον έρωτα σε κάθε εποχή. Κάθε περίοδος έχει τις δικές της λέξεις, τους δικούς της κώδικες, τις δικές της κοινωνικές αντοχές. Στην ουσία όμως, και αυτό ήταν κάτι που συνειδητοποίησα δουλεύοντας την «Αστερόσκονη», χρησιμοποιούμε διαφορετικές λέξεις για να περιγράψουμε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Σε κάθε ιστορία της παράστασης υπάρχει μια φράση που, με εντελώς διαφορετικό ύφος και γλώσσα, λέει το ίδιο πράγμα.
Από τον 15ο–17ο αιώνα ακούμε: «Κάλλιο στον τάφο θε να μπω, παρά μη ζω κοντά σου.»
Το 1937 διαβάζουμε: «Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει, Θεέ μου πόσο την αγαπώ, και έπειτα μια ιδέα του θανάτου φανερώθηκε κοντά με αυτή τη φράση.»
Στη δεκαετία του 1950: «Άμα έναν άνθρωπο τον αγαπάς τόσο πολύ, γίνεστε σαν τα λουλούδια. Δυο λουλούδια που μεγαλώνουν μαζί στην ίδια γλάστρα. Κι αν ξεριζώσεις το ένα, θα δεις μετά από λίγο να μαραίνεται και το άλλο.»
Το 1980: «Ξέρεις ποιο είναι το αστείο; Η πρώτη μου σκέψη δεν ήταν “Θεέ μου, έχω AIDS”, αλλά αν έχω, θα παρακαλούσα χίλιες φορές να το είχα κολλήσει από σένα.»
Όλες αυτές οι φράσεις, όσο διαφορετικές κι αν ακούγονται, στην πραγματικότητα λένε αυτό που σήμερα θα λέγαμε πολύ απλά: «πεθαίνω για σένα».
Αυτό που επίσης παρατήρησα μελετώντας τις εποχές είναι ότι οι ερωτευμένοι πάντα επιστρατεύουν στοιχεία της φύσης για να μιλήσουν για τον έρωτα. Ο έρωτας περιγράφεται πάντα σαν φυσικό φαινόμενο, σαν κάτι που ξεπερνά τον άνθρωπο. Άρα αλλάζει το λεξιλόγιο, αλλά όχι η ένταση. Αλλάζει ο τρόπος, όχι το βίωμα. Και ίσως αυτό να είναι και το πιο παρηγορητικό, ότι, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, ο έρωτας εξακολουθεί να μας βρίσκει με τον ίδιο τρόπο.
- Με ποια ερωτική ιστορία συνδέεστε περισσότερο και γιατί;
Πρακτικά συνδέομαι με όλες τις ιστορίες. Σε καθεμία έχω κρύψει κομμάτια μου. Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα μιλούσα εγώ για τον έρωτα αν ζούσα στον 17ο αιώνα, στο ’30, στο ’80. Οπότε, με έναν τρόπο, όλες με αφορούν και με περιέχουν. Είναι σαν η κάθε ιστορία να κρύβει ένα κυρίαρχο συναίσθημα από όλα αυτά που σου δημιουργεί ο έρωτας, γιατι όλοι περνάμε από όλα τα συναισθήματα όταν ερωτευόμαστε.
Σίγουρα όμως η ιστορία της δεκαετίας του ’50 και η ιστορία του σήμερα είναι αυτές με τις οποίες εμπλέκομαι πιο έντονα συναισθηματικά, γιατί είναι δικές μου. Η μία είναι οικογενειακή, βιωμένη, με πρόσωπα που αγάπησα και αγάπησαν βαθιά. Η άλλη είναι καθαρά προσωπική. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αυτές τις δύο τις ένιωθα τελείως διαφορετικά όταν έγραφα το έργο απ’ ό,τι τις νιώθω τώρα. Τότε ήμουν μέσα σε έναν μεγάλο έρωτα, σε μια τρέλα που με ενεργοποιούσε. Τώρα που δεν βιώνω κάτι τόσο έντονο, τις βλέπω αλλιώς. Πιο ψύχραιμα. Και ίσως λίγο πιο τρυφερά και αστεία.
Αυτό που κατάλαβα μέσα απ’ όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι στον έρωτα τα πράγματα πρέπει να λέγονται όταν «τα κάρβουνα είναι ακόμα ζεστά». Δεν μπορείς να τον βάλεις στο συρτάρι και να πεις «θα το δω αργότερα». Ο έρωτας είναι ανυπόμονος. Είναι καψούρα. Κι η καψούρα, αν δεν τη φωνάξεις τρεις το πρωί με τέρμα τη μουσική, αν δεν τη ζήσεις στο απόλυτο, μένει μέσα σου και στο τέλος σε καίει. Οπότε τώρα μάλλον συνδέομαι περισσότερο με το φινάλε του έργου. Με αυτό που λέω το δικό μου “μανιφέστο” για τον έρωτα. Εκεί που ξεκινάω λέγοντας:
«Πώς φεύγει ο έρωτας; Ξυπνάς μια μέρα και δεν είναι εκεί… Πού πάει;» Και νομίζω πως τελικά αυτή η απορία, αυτή η σιωπή μετά την έκρηξη, με συγκινεί περισσότερο απ’ όλα.
- Πώς θέλετε να νιώσει το κοινό όταν φεύγει από την παράσταση;
Εύχομαι, πρώτα απ’ όλα, το κοινό να νιώσει όσο βλέπει την παράσταση. Να μη μπει στη διαδικασία να την αναλύσει, αλλά να την αφήσει να τον αγγίξει. Να δει τις ιστορίες μας με ανοιχτή καρδιά, όχι απαραίτητα με ανοιχτό μυαλό. Να αφεθεί για λίγο και να παρασυρθεί στον κόσμο μας.
Θα ήθελα, για αυτά τα 100 λεπτά, να κλείσουν κινητά, smart watch, ειδοποιήσεις. Να σταματήσει ο χρόνος. Να συνδεθούν με αυτούς τους πέντε ανθρώπους πάνω στη σκηνή και, μαζί, να φτιάξουμε ένα κοινό σύμπαν. Μια κοινή ανάσα. Και όταν φύγουν, δεν θέλω απαραίτητα να έχουν καταλάβει κάτι συγκεκριμένο. Θέλω να έχουν συγκινηθεί ή έστω μετακινηθεί με όποιον τρόπο. Να έχει ανοίξει μέσα τους μια μικρή ρωγμή. Να σκεφτούν έναν δικό τους έρωτα. Να στείλουν ίσως ένα μήνυμα που δεν έστειλαν ποτέ. Να πουν μια κουβέντα που κρατάνε μέσα τους.
Και τους δίνουμε τη δυνατότητα να το κάνουν. Στο φουαγιέ του θεάτρου υπάρχει ένας τοίχος με post-it και ένα τηλέφωνο που μπορείς να αφήσεις το μήνυμά σου στον έρωτα. Να το γράψεις. Να το ψιθυρίσεις. Να το τολμήσεις. Αν φύγουν με την αίσθηση ότι, σε ένα τόσο τεράστιο σύμπαν, δεν είναι μόνοι, τότε νομίζω ότι η παράσταση θα έχει πετύχει τον σκοπό της.
***
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο-Σκηνοθεσία: Χριστίνα Ματθαίου
Μουσική Σύνθεση/Επιμέλεια: Μυρτώ Στύλου
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Επιμέλεια Κίνησης: Μαριάννα Τσικμανλή
Βοηθός Σκηνοθέτιδας: Ορέστης Στύλος
Ηχοληπτική Επιμέλεια: Χρήστος Γαλάζιος
Φωτογραφίες / Trailer: Βασίλης Τσεμπερλίδης, Μάνος Αρχάβλης
Κατασκευή κοστουμιών: Σούλα Χριστοπούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παίζουν με αλφαβητική σειρά: Μαρίνος Ευτυχίου, Λίνα Λαζαρή, Μανόλης Μαυρομάτης, Ελευθερία Παγκάλου, Μαριαλένα Σκαρώνη.
Στην παράσταση ακούγονται οι φωνές των: Άρτεμις Γρύμπλα, Μπάμπη Αλεφάντη.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.