Μενού
kerkyra23
Ιταλοί στρατιώτες καταλαμβάνουν την Κέρκυρα | YouTube
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Τον Αύγουστο του 1923, η Ελλάδα προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και κυρίως να διαχειριστεί τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν καταφτάσει κυνηγημένοι και φτωχοί.

Η χώρα προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες της ήττας και να διαχειριστεί την πολιτική αστάθεια που είχε ακολουθήσει την Καταστροφή.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους είχε υπογραφεί η Συνθήκη της Λωζάννης ενώ η «Επαναστατική Επιτροπή» υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα που κυβερνούσε την χώρα αναζητούσε τρόπος να σταθεροποιήσει το κράτος.

Την ίδια ώρα, στην άλλη πλευρά της Αδριατικής, η Ιταλία, μόλις λίγους μήνες νωρίτερα είχε αποκτήσει έναν νέο πρωθυπουργό. Ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε ανέλθει στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1922, ύστερα από την περίφημη «Πορεία προς τη Ρώμη» και μέχρι το καλοκαίρια του 1923 είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνει μία επιθετικότερη εξωτερική πολιτική.

Η κρίση που θα ακολουθούσε στα ελληνοαλβανικά σύνορα και θα κατέληγε στην κατάληψη της Κέρκυρας αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη διεθνή δοκιμασία του φασιστικού καθεστώτος.

Ο Μουσολίνι στην εξουσία και η δολοφονία του Τελλίνι

Ο Μπενίτο Μουσολίνι ήδη από το 1919 με τις Ιταλικές Μαχητικές Δέσμες (Fasci Italiani di Combattimento [FIC]) είχε αρχίσει την πορεία του προς την εξουσία με τη βοήθεια των Μελανοχιτώνων του και φυσικά με την συστηματική χρήση βίας εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του.

Τον Οκτώβριο του 1922 η πολιτική κρίση στην Ιταλία κορυφώθηκε. Οι φασιστικές δυνάμεις κινήθηκαν προς τη Ρώμη. Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’ αρνήθηκε να υπογράψει την κήρυξη στρατιωτικού νόμου και στις 29 Οκτωβρίου ανέθεσε στον Μουσολίνι τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Στις 30 Οκτωβρίου ο αρχηγός των φασιστών έφτασε στη Ρώμη και σχημάτισε κυβέρνηση. Την επόμενη ημέρα ανέλαβε τα καθήκοντά του ως πρωθυπουργός του Βασιλείου της Ιταλίας.

Η Ιταλία του 1923 παρέμενε τυπικά και μόνο μία συνταγματική μοναρχία. Ο Μουσολίνι, όμως, εκμεταλλευόταν ήδη τη θέση του προκειμένου να συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερες εξουσίες, να ενισχύει το φασιστικό κόμμα και να προβάλλει διεθνώς την εικόνα μίας Ιταλίας που διεκδικούσε ισχυρότερο ρόλο στη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.

Η Κέρκυρα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στην είσοδο της Αδριατικής, αποτελούσε σημείο ιδιαίτερου στρατηγικούς ενδιαφέροντος για την ιταλική πολιτική.

Το καλοκαίρι του 1923 μία διεθνής επιτροπή εργαζόταν για τη χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Η επιτροπή είχε συγκροτηθεί υπό την εποπτεία της Διάσκεψης των Πρεσβευτών, του διασυμμαχικού οργάνου, που είχε αναλάβει ζητήματα εφαρμογής των μεταπολεμικών ρυθμίσεων.

Επικεφαλής της ιταλικής στρατιωτικής αποστολής ήταν ο στρατηγός Ενρίκο Τελλίνι.

Στις 27 Αυγούστου, ο Τελλίνι και οι συνεργάτες του ξεκίνησαν από τα Ιωάννινα με κατεύθυνση της περιοχή της Κακαβιάς, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Στην αποστολή συμμετείχαν ο ιατρός – ταγματάρχης Λουίτζι Κόρτι, ο υπολοχαγός Μάριο Μπονατσίνι και ο οδηγός Ρεμίτζιο Φαρνέτι. Σε ορισμένες καταγραφές αναφέρεται επίσης ο Αλβανός διερμηνέας Θανάσης Κραβέρι, ο οποίος επέβαινε στο όχημα της αποστολής.

Η ομάδα κινούνταν στο δρόμο Ιωαννίνων – Αγίων Σαράντα. Το πρωί εκείνης της ημέρας, κοντά στην Κακαβιά, το αυτοκίνητο της ιταλικής αποστολής δέχθηκε ένοπλη επίθεση.

Ο Τελλίνι, ο Κόρτι, ο Μπονατσίνι, ο Φαρνέτι και ο Κραβέρι σκοτώθηκαν. Οι δράστες διέφυγαν και δεν συνελήφθησαν ποτέ αλλά ούτε και ταυτοποιήθηκαν. Κάποιες εκτιμήσεις από ιστορικούς αναφέρουν πως ήταν Αλβανοί πράκτορες της ιταλικής φασιστικής κυβέρνησης, αλλά χωρίς να υπάρχουν ατράνταχτα στοιχεία που να το αποδεικνύουν αυτό πέραν κάθε αμφιβολίας.

Η είδηση έφτασε στη Ρώμη λίγες ώρες αργότερα και ο Μουσολίνι αντέδρασε άμεσα. Η δολοφονία μίας ιταλικής επίσημης αποστολής σε ελληνικό έδαφος χρησιμοποιήθηκε από τη Ρώμη ως βάση για την απαίτηση αποζημιώσεων και συγκεκριμένων μέτρων από την ελληνική κυβέρνηση.

Στις 29 Αυγούστου η ιταλική κυβέρνηση επέδωσε στην Αθήνα τελεσίγραφο. Μεταξύ των απαιτήσεων ήταν η επίσημη ελληνική απολογία προς την Ιταλία, η τέλεση μνημοσύνου παρουσία της ελληνικής κυβέρνησης, η απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία, η διεξαγωγή αυστηρής ανάκρισης στον τόπο της δολοφονίας με τη συμμετοχή του Ιταλού στρατιωτικού ακολούθου, η τιμωρία των δραστών με την εσχάτη των ποινών και η καταβολή αποζημίωσης 50 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών. Ζητούνταν επίσης στρατιωτικές τιμές στις σορούς των θυμάτων κατά τη μεταφορά τους από την Πρέβεζα.

Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε κάποια από τα αιτήματα και απέρριψε εκείνα που θεωρούσε ότι παραβίαζαν την ελληνική κυριαρχία. Παράλληλα, η Αθήνα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, ζητώντας διεθνή εξέταση της υπόθεσης.

Ο Μουσολίνι δεν περίμενε καν να ολοκληρωθεί η διπλωματική διαδικασία. Στις 30 Αυγούστου, σαν έτοιμος από καιρό, έδωσε εντολή στον ιταλικό στόλο να κινηθεί προς την Κέρκυρα.

Η 27ημερη κατάληψη της Κέρκυρας

Μία ημέρα σαν σήμερα, το πρωί της 31ης Αυγούστου 1923, ισχυρή ιταλική ναυτική δύναμη εμφανίστηκε έξω από την Κέρκυρα. Οι ιστορικές καταγραφές διαφοροποιούνται ως προς τον ακριβή αριθμό των πλοίων αλλά η δύναμη περιλάμβανε θωρηκτά, καταδρομικά, αντιτορπιλικά, τορπιλοβόλα, υποβρύχιο και μεταγωγικά με στρατεύματα. Μεταξύ των μεγάλων μονάδων βρίσκονταν το θωρηκτό «Conte di Cavour», το «Duilio» και το «Giulio Cesare», καθώς και τα καταδρομικά «San Giorgio» και «San Marco».

Το γενικό πρόσταγμα των ιταλικών δυνάμεων το είχε ο ναύαρχος Εμίλιο Σολάρι. Περίπου στις 3 το απόγευμα ο πλοίαρχος Αντόνιο Φοσκίνι, συνοδευόμενος από τον υποπλοίαρχο Τσορντίνι, έφτασε στη Νομαρχία και επέδωσε στον Νομάρχη Κέρκυρας Πέτρο Ευριπαίο την ιταλική απαίτηση για παράδοση του νησιού. Η διορία που δόθηκε ήταν μόλις 30 λεπτά.

Ο Ευριπαίος αρνήθηκε να παραδώσει την Κέρκυρα και προσπάθησε χωρίς επιτυχία να επικοινωνήσει με την Αθήνα προκειμένου να λάβει οδηγίες αντιμετώπισης της κρίσης. Όλα αυτά, βέβαια, έγιναν χωρίς λόγο διότι (όπως έκαναν και την 28η Οκτωβρίου του 1940) οι Ιταλοί επιτέθηκαν πριν εκπνεύσει το τελεσίγραφο!

Τα πυροβόλα των πολεμικών πλοίων άρχισαν να βάλλουν εναντίον της πόλης και των δύο φρουρίων της. Στο Παλαιό Φρούριο είχαν εγκατασταθεί μικρασιάτες πρόσφυγες ενώ στο Νέο Φρούριο εκτός από τους πρόσφυγες υπήρχε και η Σχολή Χωροφυλακής. Παράλληλα, οι Ιταλοί χτύπησαν και τον Άγιο Ρόκκο.

Ο βομβαρδισμός διήρκεσε περίπου 25 λεπτά. Ο απολογισμός ήταν 15 νεκροί και 30 τραυματίες. Τα περισσότερα από τα θύματα ήταν πρόσφυγες και ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά. Μετά από αυτό ο νομάρχης έδωσε εντολή να υψωθεί λευκή σημαία στο Παλαιό Φρούριο. Οι βομβαρδισμοί σταμάτησαν και περίπου 7.000 Ιταλοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στη Κέρκυρα και σύντομα κατέλαβαν τα δύο φρούρια αλλά και στρατηγικής σημασίας σημεία της πόλης.

Η Κέρκυρα δεν είχε οργανωμένη στρατιωτική δύναμη ικανή να προβάλει αντίσταση στην ιταλική επιθετικότητα. Μέσα σε λίγες ώρες το νησί είχε καταληφθεί (όπως και οι Παξοί) και οι αρχές είχαν τεθεί υπό ιταλικό έλεγχο.

Η Ελλάδα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, όμως το ζήτημα μεταφέρθηκε τελικά στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών. Εκεί έγινε ξεκάθαρο από την αρχή πως η Βρετανία και η Γαλλία δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να συγκρουστούν με την Ιταλία για την Κέρκυρα. Η Διάσκεψη απαίτησε από την Ελλάδα να κάνει συγκεκριμένες υποχωρήσεις ενώ την ίδια ώρα η Ιταλία συνέχιζε την κατάληψη της Κέρκυρας σαν να μην τρέχει κάτι.

Στις 13 Σεπτεμβρίου η Διάσκεψη των Πρεσβευτών κατέληξε σε απόφαση που έδινε λύση στην κρίση. Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να καταβάλει 50 εκατομμύρια ιταλικές λίρες, να τελέσει μνημόσυνο για τους δολοφονηθέντες και να ενεργήσει ανακρίσεις για την ανεύρεση των δραστών της δολοφονίας, υπό την επίβλεψη Διεθνούς Επιτροπής.

Οι όροι αυτοί ικανοποίησαν την Ιταλία που αποφάσισε να τερματίσει την κατάληψη του νησιού η οποία συνολικά κράτησε 27 ημέρες. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 τα ιταλικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Κέρκυρα και η ελληνική σημαία κυμάτισε ξανά στα δύο φρούρια.

Στην κερκυραϊκή παράδοση (αν και υπάρχουν διάφορες και αντικρουόμενες αναφορές) έμεινε η εικόνα ενός άνδρα που, την ώρα που οι Ιταλοί επιβιβάζονταν, φώναζε παρατεταμένα «κουκουρίκου» από την περιοχή του Νέου Φρουρίου. Σύμφωνα με την παράδοση οι Ιταλοί φέρεται να έλεγαν στους Κερκυραίους ότι θα έφευγαν όταν θα... λαλούσε ο ξύλινος πετεινός.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...