Όταν κάποιος ακούει τη φράση «Γέφυρα του ποταμού Κβάι» τότε το πιθανότερο είναι πως το μυαλό του θα πάει αμέσως στην επική, οσκαρική ταινία του Ντέιβιντ Λιν. Η ταινία σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα της. Είναι ενδεικτικό πως και το Αμερικανικό και το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχουν κατατάξει ανάμεσα στις καλύτερες όλων των εποχών.
Το ζήτημα, ωστόσο, με τη συγκεκριμένη ταινία είναι πως αν και υποτίθεται πως βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, στην πραγματικότητα αποφεύγει να πει τα όσα είχαν γίνει στην πραγματικότητα.
Ίσως τα όσα έγιναν στην πραγματική Γέφυρα του ποταμού Κβάι δεν μπορούσαν να μεταφερθούν στη μεγάλη οθόνη διότι είναι αδιανόητα σκληρά. Ίσως ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι θεώρησαν πως αν έλεγαν το τι πραγματικά είχε συμβεί εκεί, τότε θα έπρεπε να δημιουργήσουν μία ταινία που λίγοι θα μπορούσαν να δουν.
Σε κάθε περίπτωση μπορεί η κινηματογραφική «Γέφυρα του ποταμού Κβάι» να είναι μια υπέροχη αντιπολεμική ταινία, αλλά η αληθινή Γέφυρα του ποταμού Κβάι έχει να διηγηθεί μια ιστορία ατελείωτου πόνου και απάνθρωπων βασανιστηρίων με «πρωταγωνιστές» χιλιάδες σκλάβους που οδηγήθηκαν στο θάνατο με φρικτό τρόπο.
Η πραγματική ιστορία της Γέφυρας του ποταμού Κβάι
Πριν καν ξεκινήσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Βιρμανία βρισκόταν υπό Ιαπωνική κατοχή. Όταν η μεγάλη ανθρωποσφαγή ξεκίνησε, οι Ιάπωνες είχαν ήδη εκπονήσει διάφορα στρατηγικά σχέδια προκειμένου να εκμεταλλευτούν στρατηγικά τα κατεχόμενα εδάφη.
Μία από τις περιπτώσεις που οι ίδιοι είχαν ξεχωρίσει, ήταν ο ποταμός Μάεκλονγκ (Mae Klong) που βρίσκεται μόλις πέντε χιλιόμετρα από τις πρώτες πόλεις της Ταϊλάνδης και ειδικότερα την πόλη Κάντσαναμπουρί.
Οι Ιάπωνες, λοιπόν, θέλησαν να φτιάξουν μία σιδηροδρομική γραμμή που θα ενώνει τη Βιρμανία με την Ταϊλάνδη και μέσω αυτής θα γινόταν ο βασικός ανεφοδιασμός των αυτοκρατορικών στρατευμάτων που είχαν σαν έδρα τη Βιρμανία.
Το σημείο που θα χτιζόταν η γέφυρα βρισκόταν 120 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα Μπανγκόκ κάτι που έκανε ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για τη δημιουργία μίας νέας γραμμής ανεφοδιασμού.
Η κατασκευή της γέφυρας ξεκίνησε το 1942. Οι πρώτοι «εργάτες» εκεί ήταν Βρετανοί, Ολλανδοί και Αυστραλοί αιχμάλωτοι πολέμου. Προφανώς, λοιπόν, δεν ήταν «εργάτες» αλλά σκλάβοι για τη ζωή των οποίων δε νοιαζόταν κάνεις. Επιπλέον, στα έργα κατασκευής συμμετείχαν και πολλοί ντόπιοι εργάτες οι οποίοι εξαναγκάζονταν με τη βία να δουλεύουν εκεί.
Σύντομα τα έργα στην κατασκευή της γέφυρας μετατράπηκαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως γρήγορα το έργο μετονομάστηκε σε «σιδηρόδρομο του θανάτου».
Το συνολικό μήκος της γραμμής ήταν 415 χιλιόμετρα. Ιάπωνες μηχανικοί υπολόγισαν πως αν όλοι δούλευαν με φυσιολογικούς ρυθμούς και ανθρώπινα ωράρια θα χρειάζονταν περίπου 200.000 εργάτες οι οποίοι σε έξι χρόνια θα είχαν έτοιμο το έργο.
Προφανώς, όμως, τέτοιου είδους... «πολυτέλειες» δεν υπήρχαν. Οι Ιάπωνες στρατηγοί ήθελαν το έργο έτοιμο το συντομότερο δυνατό.
Σύμφωνα με το «Ερευνητικό Κέντρο Σιδηροδρομικής Γραμμής Ταϊλάνδης-Βιρμανίας», οι καταγεγραμμένοι αιχμάλωτοι πολέμου που εργάστηκαν για την κατασκευή της γραμμής ήταν 30.131 Βρετανοί, 17.990 Ολλανδοί, 13.004 Αυστραλοί και 686 Αμερικανοί.
Για τους Ασιάτες μπορούν να γίνουν μόνο εκτιμήσεις. Υπολογίζεται ότι συνολικά εργάστηκαν περίπου 90.000 Βιρμανοί, 75.000 Μαλαισιανοί, 7.500 Ινδονήσιοι και 5.200 Σιγκαπουριανοί.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν ακόμα και 18 ώρες, ακόμα και όταν νύχτωνε προκειμένου το έργο να παραδοθεί το συντομότερο δυνατό. Οι εχθροί τους ήταν πάρα πολλοί:
Μέσα στην απέραντη ζούγκλα, είχαν να αντιμετωπίσουν ακραίες θερμοκρασίες και τροπική υγρασία. Η ιατρική περίθαλψη ήταν έννοια βγαλμένη από σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι πολέμου ή Ασιάτες σκλάβοι υπέφεραν από μαλάρια, δυσεντερία, χολέρα, ή/ και τύφο και έπρεπε να εργάζονται χωρίς ανάπαυση.
Η τροφή που λάμβαναν ήταν ένα μικρό πιάτο με ρύζι που κάποιες φορές συνοδευόταν από λίγο κρέας. Χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν από υποσιτισμό. Και όταν πέθαιναν δεν είχαν καν το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή κηδεία. Η συντριπτική πλειονότητα θάφτηκε σε πρόχειρους τάφους που άνοιξαν άλλοι σκλάβοι δίπλα ακριβώς από τα έργα κατασκευής προκειμένου να μη χάνεται πολύτιμος χρόνος.
Ο κάθε σκλάβος ή αιχμάλωτος πολέμου έπρεπε να φέρει σε πέρας συγκεκριμένη «ποσότητα» δουλειάς. Αν δεν το έκανε τον περίμεναν φρικτά βασανιστήρια και ανελέητοι ξυλοδαρμοί. Αν οι φρουροί έβλεπε πως κάποιος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην ταχύτητα των εργασιών τον παρέδιδαν σε εκτελεστικό απόσπασμα που έστηνε σκηνικό εικονικής εκτέλεσης, διαλύοντας έτσι και τα τελευταία ψήγματα ηθικού που μπορεί να είχαν.
Το «Πέρασμα της Κολάσεως» και οι χιλιάδες θάνατοι
Ένα από τα χειρότερα σημεία του έργου ήταν ένας βραχώδης λόφος. Εκεί οι Ιάπωνες αντί να ανοίξουν μία σήραγγα θεώρησαν προτιμότερο να δημιουργηθεί μία μεγάλη τομή στη βάση της οποίας θα μπουν οι ράγες.
Εκεί οι εργασίες δε σταματούσαν ποτέ. Ούτε τη νύχτα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, τα φανάρια που είχαν μαζί τους οι «εργάτες» να δημιουργούν ένα θέαμα που από μακριά έμοιαζε σαν να είναι πέρασμα για την κόλαση!
Υπολογίζεται πως στην κορύφωση της κατασκευής οι εργασίες προχωρούσαν με ρυθμό περίπου μισού μιλίου την ημέρα! Η σιδηροδρομική γραμμή ολοκληρώθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1943 και ήταν βαμμένη με αίμα.
Περίπου 13.000 αιχμάλωτοι πολέμου πέθαναν κατά τη διάρκεια των εργασιών. Από τους 200.000 Ασιάτες εργάτες, εκτιμάται ότι πάνω από 90.000 πέθαναν — πολλοί αγνοούνται ακόμα και σήμερα. Το σύνολο των νεκρών φτάνει περίπου τις 100.000 ψυχές.
Όταν οι Σύμμαχοι κατάλαβαν πως οι Ιάπωνες χρησιμοποιούν τη γέφυρα για να αποφεύγουν τις θαλάσσιες οδούς αποφάσισαν να την καταστρέψουν. Αντίθετα, με αυτό που περιγράφει η ταινία (σύμφωνα με την οποία την έριξαν οι αιχμάλωτοι με σαμποτάζ) βρετανικά βομβαρδιστικά, μία ημέρα σαν σήμερα, στις 24 Ιουνίου 1945, σχεδόν την κατέστρεψαν το σιδερένιο τμήμα καταστράφηκε, αλλά η λιθόκτιστη βάση έμεινε εν μέρει άθικτη.
Δυστυχώς, στη διάρκεια των βομβαρδισμών έχασαν τη ζωή τους πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου και πολλοί Ασιάτες σκλάβοι. Οι Ιάπωνες προσπάθησαν να επισκευάσουν τη γέφυρα, αλλά ο σιδηρόδρομος δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει πλήρως.
Μετά το τέλος του πολέμου, η γέφυρα ανακατασκευάστηκε σε μεγάλο βαθμό. Κάποια από τα αυθεντικά μεταλλικά τόξα υπάρχουν ακόμη και σήμερα, ενώ άλλα είναι μεταγενέστερες προσθήκες.
Η γέφυρα παραμένει μνημείο θυσίας και υπενθύμιση της φρίκης του πολέμου αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα τουριστικά αξιοθέατα της Ταϊλάνδης αφού απέχει λίγες ώρες με το αυτοκίνητο από την Μπανγκόκ.
Δύο ανατριχιαστικές μαρτυρίες για τη Γέφυρα του ποταμού Κβάι
Όσοι βγήκαν ζωντανοί από αυτή την κόλαση επιχείρησαν να επουλώσουν τις πληγές τους αλλά αυτό μόνο εύκολο δεν ήταν. Κάποιοι αυτοκτόνησαν, κάποιοι κατέληξαν σε ψυχιατρεία κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να μοιραστούν τα όσα βίωσαν προκειμένου να δείξουν το τι είναι ικανός ο άνθρωπος να κάνει στον άνθρωπο.
Ένας από αυτούς ήταν ο Έρνεστ Γκόρντον, ο οποίος ήταν ένας από τους βρετανούς αξιωματικούς που πιάστηκαν αιχμάλωτοι και στάλθηκαν στα καταναγκαστικά έργα. Η μαρτυρία του είναι συγκλονιστική:
«Κάθε μέρα ήταν μία πάλη ενάντια στον θάνατο. Δεν υπήρχε γιατρειά, μόνο λάσπη, πείνα, πόνοι και βασανιστήρια. Ο θάνατος ήταν δίπλα μας, είτε από την ασθένεια, είτε από το ξύλο, είτε απλά επειδή δεν άντεχες άλλο.
» Μα το πιο τρομακτικό ήταν όταν βλέπαμε ανθρώπους να χάνουν την ανθρωπιά τους. Να κλέβουν την τροφή του διπλανού τους. Να σκοτώνουν για ένα κομμάτι ψωμί. Το στρατόπεδο ήταν μία κόλαση.
» Και όμως, μέσα σε εκείνη την κόλαση, κάποιοι φώτιζαν το σκοτάδι. Θυμάμαι έναν στρατιώτη που μοιραζόταν το φαγητό του με πιο αδύναμους. Πέθανε από πείνα. Μα η θυσία του μας έδωσε πίστη ότι η ανθρωπιά δεν είχε πεθάνει ακόμα» έγραψε ο Γκόρντον.
Αντίστοιχα, ο επίσης βρετανός αξιωματικός Χάρολντ Άτσερλι, που αιχμαλωτίστηκε στη Σιγκαπούρη και εργάστηκε στον «Σιδηρόδρομο του Θανάτου», καθηλώνει με τη δική του μαρτυρία:
«Θυμάμαι να σκάβουμε μέσα στη ζούγκλα, τα πόδια μας μέσα στη λάσπη και τα κουνούπια να μας κατατρώνε ζωντανούς. Είχαμε αρχίσει να χάνουμε την αίσθηση του χρόνου — οι μέρες και οι νύχτες ήταν ίδιες: μια αδιάκοπη κόπωση.
Ο γιατρός του στρατοπέδου —χωρίς φάρμακα, μόνο με αυτοσχέδια εργαλεία— έσωζε ζωές με απίστευτη αφοσίωση.
Δεν ξεχνώ ποτέ έναν νεαρό Ολλανδό που έσκαβε δίπλα μου. Κάποια μέρα, κατέρρευσε. Ο Ιάπωνας φρουρός τον χτύπησε τόσο άγρια με το ξύλο, που δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Και κανείς μας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κοιτάζαμε και σωπαίναμε. Από φόβο… και από τρόμο».
- Τέμπη: Φραστική επίθεση από τον δικηγόρο Καπερνάρο στον Πάνο Ρούτσι - «Κάνε καμία απεργία - Ρε κάθαρμα»
- Γιώργος Μαζωνάκης: Επειγόντως στο νοσοκομείο με σοβαρά συμπτώματα - Τι εξετάζουν οι γιατροί
- Τα αυτογκόλ της κυβέρνησης, το ταξίδι που άφησε ο Μητσοτάκης και το επόμενο κόμμα της Καραγεωργοπούλου
- Οι Κινέζοι της Αθήνας γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά: «Έχουμε πολλά κοινά με τους Έλληνες»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.