«Εγω γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω»! Όταν βρίσκεσαι μπροστά στον θάνατο και γνωρίζεις πως αυτός ο θάνατος δεν θα έρθει γρήγορα αλλά αργά και βασανιστικά και παρ' όλα αυτά επιλέγεις να απαντήσεις με τα λόγια που διαβάσατε προηγουμένως τότε δεν πρέπει να συγκαταλέγεσαι απλά στους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821 αλλά να μετατραπείς σε ένα σύμβολο αυταπάρνησης, πίστη και ανυπότακτου φρονήματος,
Από τα ταπεινά του ξεκινήματα μέχρι την ύψιστη θυσία του, η ζωή του Αθανάσιου Διάκου μοιάζει με πορεία προδιαγεγραμμένη προς το μαρτύριο.
Και όταν λίγο πριν το τέλος, αντίκρισε την ομορφιά της άνοιξης γύρω του φέρεται να είπε: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι».
Το φρικτό τέλος του Αθανάσιου Διάκου δεν αποτελεί απλώς μία τραγική κατάληξη, αλλά είναι μία κορυφαία στιγμή ηρωισμού από έναν άνθρωπο που γνώριζε πολύ καλά πως το δέντρο της λευτεριάς ποτίζεται με αίμα. Και εκείνος πρόσφερε το δικό του απλόχερα.
Ο διάκος που έγινε πολέμαρχος
Ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε πιθανότατα το 1788 στη Φωκίδα, στο χωριό Άνω Μουσουνίτσα το οποίο σήμερα φέρει τιμητικά το όνομά του. Το κοσμικό του Όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.
Στην ευαίσθητη ηλικία των 12 ετών ο Αθανάσιος στάλθηκε από τον πατέρα του να ζήσει σε μοναστήρι. Ο Νικόλαος Γραμματικός έστειλε τον μικρό σαν δόκιμο μοναχό στο μοναστήρι προκειμένου να καταφέρει να ελαφρύνει τα έξοδα της πολυμελούς οικογένειάς του.
Ο Αθανάσιος πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου και πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος.
Δεν έμεινε εκεί, όμως, για πολύ καιρό, σύμφωνα με την παράδοση, όταν ένας τούρκος αγάς θαμπώθηκε από την ομορφιά του και του πρόσβαλε τον ανδρισμό του εκείνος με συνοπτικές διαδικασίες τον... σκότωσε και στη συνέχεια διέφυγε στα βουνά.
Εκεί εντάχθηκε στα σώματα των κλεφτών και αρματολών όπου γρήγορα ξεχώρισε για την ανδρεία και την ευφυΐα του. Έγινε πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά και τότε ήταν που έλαβε το παρατσούκλι «Διάκος» με το οποίο θα έμενε τελικά στην ιστορία.
Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εκεί έγινε το δεξί χέρι του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Από εκεί και πέρα οι δυο τους δημιούργησαν ένα «πανίσχυρο» δίδυμο. Ένα χρόνο πριν ξεσπάσει η Επανάσταση ο Διάκος ήταν πλέον τόσο καπετάνιος στη Λιβαδειά όσο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.
Στις 27 Μαρτίου του 1821 είναι μπροστάρης στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά, έχοντας καταφέρει να στρατολογήσει πάνω από 5000 χωρικούς στον Αγώνα!
Ήταν εκεί όταν απελευθερώθηκε η Λιβαδειά και νιώθοντας ανίκητος κατέλαβε την Αταλάντη και την Θήβα. Κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ορμή του Αθανάσιου Διάκου ο οποίος αν είχε την ανάλογη βοήθεια, αρχές Απριλίου θα είχε καταφέρει να απελευθερώσει και το Ζητούνι, τη σημερινή Λαμία!
Όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, ωστόσο, οι Οθωμανοί θορυβήθηκαν από την έντονη δράση του Αθανάσιο Διάκου και έτσι αποφασίστηκε να σταλούν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέρ, επικεφαλής 8.000 ανδρών, προκειμένου να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη.
Το μαρτυρικό τέλος του Αθανάσιου Διάκου
Την 23η Απριλίου οι Τούρκοι ξεκίνησαν γενική επίθεση κατά μήκος των θέσεων που κρατούσαν οι ελληνικές δυνάμεις. Οι μάχες ήταν δίχως έλεος. Οι Έλληνες πολεμούσαν με ηρωισμό αλλά η «αριθμητική» ήταν – όπως πάντα – αμείλικτη.
Οι γραμμές άρχισαν η μία μετά την άλλη να σπάνε. Ο Δημήτρης Πανουργιάς τραυματίστηκε στην Ηράκλεια, ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης υποχώρησε από τον Γοργοπόταμο για να σώσει ότι μπορούσε από τον στρατό του. Ο Διάκος, όμως, με λιγότερους από 50 άνδρες επέλεξε να θυσιαστεί. Μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί αυτό που έκανε. Το να στέκεσαι απέναντι σε χιλιάδες εχθρούς με λιγότερους από 50 ένοπλους και από αυτούς οι περισσότεροι κατάκοποι και τραυματισμένοι, αυτό είναι θυσία.
Η μάχη στη γέφυρα της Αλαμάνας έγινε την επόμενη ημέρα και ήταν μάχη μέχρις εσχάτων. Ελάχιστοι Έλληνες έμειναν ζωντανοί. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Αθανάσιος Διάκος ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στον ώμο (κάποιες πηγές λένε ότι τραυματίστηκε από σφαίρα, κάποιες άλλες από σπαθί).
Ο πολέμαρχος, χωρίς δυνάμεις, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Μεταφέρθηκε δεμένος στη Λαμία, ενώ καθ' οδόν δεχόταν τα περιπαικτικά σχόλια του όχλου. Όταν τον οδήγησαν μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη εκείνος τον θυμήθηκε από την εποχή που οι δυο τους ήταν μαζί με τον Ανδρούτσο στην αυλή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα και επειδή θαύμαζε τις πολεμικές αρετές του και τον ηρωισμό του, του πρότεινε να εξισλαμιστεί προκειμένου αφενός να γλιτώσει τον θάνατο και αφετέρου να ζήσει μία ζωή πλουσιοπάροχη.
Ο Αθανάσιος Διάκος, ωστόσο, αρνήθηκε τον συμβιβασμό και επέλεξε τον θάνατο λέγοντας: «Εγω γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω»!
Τότε ο Κιοσέ Μεχμέρ διέταξε τον θάνατο του ρουμελιώτη οπλαρχηγού αλλά με διαδικασία αργή και βασανιστική. Έδωσε ειδική εντολή στους Τούρκους που θα τον βασάνιζαν να προσέξουν να μην πεθάνει προκειμένου ο φρικτός θάνατός του να αποτελέσει παράδειγμα.
Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν θάνατος διά ανασκολοπισμού και εκτελέστηκε την ίδια μέρα, δηλαδή μία ημέρα σαν σήμερα, στις 24 Απριλίου 1821.
Αφού του κάρφωσαν καρφιά στα πέλματα των ποδιών του, αφού του έριξαν καυτό λάδι στα πόδια, την πλάτη και το στήθος, αφού έσπαγαν με βελόνες τις φουσκάλες που δημιουργούσε στο σώμα του το καυτό λάδι, τον έδεσαν ανάσκελα σε ένα σαμάρι με τα πόδια ανοιχτά.
Ένας τούρκος άρχισε να χώνει την άκρη μιας μυτερής ξύλινης σούβλας στη βουβωνική χώρα του Αθανάσιου Διάκου ο οποίος, πλέον, οδυρόταν από τους πόνους.
Στη συνέχεια ο τούρκος με μικρές και προσεκτικές κινήσεις έφτασε τη σούβλα μέχρι στην πλάτη του Διάκου και από εκεί την έβγαλε από το δεξί αυτί! Όταν τελείωσε αυτό το απάνθρωπο βασανιστήριο, άλλοι τούρκοι έδεσαν σφιχτά το σώμα του με την σούβλα προκειμένου να μην σκιστεί το δέρμα και τον ακούμπησαν σχεδόν όρθιο σε ένα δέντρο.
Τότε προς γενική κατάπληξη αφού όλοι περίμεναν πως ακόμα και αν δεν έχει πεθάνει τότε ξεψυχάει, ο Διάκος είπε: «Δεν βρίσκεται από σας κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει με πιστόλα και να με γλυτώσει από τους Χαλδούπιδες;».
Ήταν η στιγμή που εξοργισμένος ο Χαλήλ Μπέης διέταξε να ανάψουν φωτιά, και να τον γυρίζουν ελαφρώς, ώστε να ψηθεί ζωντανός. Ο Αθανάσιος Διάκος άφησε την τελευταία του πνοή καρφωμένος στην σούβλα, ύστερα από δέκα ώρες φρικτών και απάνθρωπων βασανιστηρίων. Το πτώμα του, οι τουρκικές αρχές το πέταξαν σε ένα ρέμα και το άφησαν άταφο για έξι ημέρες.
Η παράδοση λέει πως την επόμενη ημέρα, μία εβδομάδα μετά δηλαδή, ένας Έλληνας πήρε το πτώμα του πολέμαρχου, έβγαλε τη σούβλα, το έπλυνε, το καθάρισε και το έθαψε κοντά σε ένα εξωκκλήσι αλλά δεν έβαλε από πάνω κανένα αναγνωριστικό σημάδι προκειμένου να μην καταλάβουν τίποτα οι τούρκοι.
Λέγεται πως το 1860 έγινε μία πρώτη προσπάθεια να βρεθούν τα οστά του. Σε ένα σημείο κάπου εκεί κοντά στο ξωκκλήσι βρέθηκε ένας ανθρώπινος σκελετός και επειδή τριγύρω δεν βρέθηκε κάποιος άλλος θεωρήθηκε πως ήταν του Αθανάσιου Διάκου.
Τα οστά συγκεντρώθηκαν, τοποθετήθηκαν σε ένα ξύλινο κουτί και θάφτηκαν πάλι στο ίδιο σημείο, έχοντας όμως αυτή τη φορά από πάνω πέτρες και έναν ξύλινο σταυρό.
- «Μην το βάζετε κάτω»: Η απάντηση της Λάουρα Κοβέσι στην ερώτηση του Reader από τους Δελφούς
- Κοινωνικός Τουρισμός 2026: Για ποια ΑΦΜ ανοίγει σήμερα η πλατφόρμα - Πώς θα κάνετε αίτηση
- Πώς είναι να γίνεται κάτω από το σπίτι σου το έγκλημα που βλέπεις στις ειδήσεις
- «Μαλλιά κουβάρια» στο Happy Day: Πέταξε το κινητό ο Βερύκιος – «Είσαι ξινισμένη καραβάνα»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.