Το έγκλημα κατά της Κύπρου δεν ξεκίνησε με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου ή με τον «Αττίλα 1». Είχε ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα με την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας. Τον Νοέμβριο του 1967.
Όταν ένα επεισόδιο σε ένα χωριό της Κύπρου οδήγησε τη χούντα της Αθήνας σε μια προδοτική συμφωνία που αφορούσε την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο.
«Είναι μια πτυχή που πρέπει να ερευνηθεί γιατί από κει για μένα αρχίζει η τραγωδία της Κύπρου», είχε πει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης από το βήμα της Βουλής τον Δεκέμβριο του 1986 σε συζήτηση για τον περιβόητο «Φάκελο της Κύπρου».
Όλα ξεκίνησαν στο χωριό Κοφίνου, νοτιοδυτικά της Λάρνακας. Εκεί μια μικρή παραστρατιωτική ομάδα Τουρκοκυπρίων επιχείρησε να ελέγξει την κεντρική οδική αρτηρία. Η απάντηση της ελληνοκυπριακής πλευράς ήταν άμεση, σκληρή και δυσανάλογη. Μετά από μικρής έντασης ένοπλα επεισόδια, αναλαμβάνει δράση ο στρατηγός Γρίβας ο οποίος εισέβαλε με μεγάλη στρατιωτική δύναμη μέσα στον τουρκοκυπριακό θύλακα και προκάλεσε μακελειό.
H απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας
Μετά από τα όσα δραματικά έγιναν, οι Τούρκοι ήταν με το δάκτυλο στη σκανδάλη και απειλούσαν τους πάντες και τα πάντα. Απαίτησαν να αποσυρθούν οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις από την Κύπρο. Την ίδια ώρα ο Γρίβας πήρε το αεροπλάνο (χωρίς επιστροφή) για την Αθήνα και ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Σάιρους Βανς (είχε οριστεί ειδικός απεσταλμένος) το αντίστοιχο για την Άγκυρα όπου προσπάθησε να αποσοβήσει έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο που έμοιαζε πιο πιθανός από ποτέ.
Εκεί έμαθε πως ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, μαζί με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Ιχσάν Τσαγλαγιαγκίλ, είχαν φτιάξει ένα προσχέδιο συμφωνίας το οποίο περιελάμβανε μόνο τις θέσεις της Άγκυρας.
Αυτό το κείμενο το μετέφερε στην Αθήνα ο Βανς και το διαπραγματεύτηκε με τον Έλληνα ΥΠΕΞ, (διπλωμάτη και πρώην υπηρεσιακό πρωθυπουργό) Παναγιώτη Πιπινέλη ο οποίος το μετέφερε με τη σειρά του στον αρχιπραξικοπηματία Παπαδόπουλο. Η ηγετική ομάδα των χουντικών αποφάσισε να υπογράψει την προδοτική αυτή συμφωνία χωρίς να κάνει καμία συζήτηση με τον Μακάριο. Μόνο ο φιλοβασιλικός στρατηγός Σπαντιδάκης προέβαλε κάποια αντίσταση αλλά ο Παπαδόπουλος ήταν αμετακίνητος.
Όταν ο Μακάριος ενημερώθηκε από τον Αμερικανό πρέσβη στην Κύπρο πως η Αθήνα είχε υπογράψει μια συμφωνία η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε και την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας, ο εμβληματικός πρόεδρος της μεγαλονήσου αρνήθηκε να το κάνει.
Προφανής στόχος ήταν να εκθέσει την χούντα που θα αναγκαζόταν να το κάνει η ίδια. Την τελευταία στιγμή και μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον Βανς ο Μακάριος κατάφερε να αποσοβήσει και τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς.
Στο άκουσμα της είδησης για την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου με προφανή σαρκαστική διάθεση τόνισε: «Η Φαυλοκρατία έστειλε τον Στρατόν του Έθνους εις την Κύπρον και η Στρατοκρατία τον φέρνει πίσω».
Ο Τούρκος πρωθυπουργός Σ. Ντεμιρέλ είπε αργότερα σε Έλληνα συνομιλητή του πως «περίμενα ότι θα υποχωρήσουν οι Έλληνες αλλά όχι ότι θα ξεβρακωθούν»…
Σε ό,τι αφορά τον… υπερπατριώτη Γεώργιο Παπαδόπουλο, όταν κλήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις της Βουλής για εκείνη τη συμφωνία αφού πρώτα αμφισβήτησε τη δυνατότητα της μεραρχίας να αμυνθεί αποτελεσματικά, είπε πως την υπέγραψε επειδή ήθελε να αποτρέψει έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο και επειδή «παρενέβη ο Βανς και όλοι οι άλλοι εσταμάτησαν. Εκπρόσωπος του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών… Τι να κάνουμε;»!
Η καταστροφική κόντρα Αθήνας – Λευκωσίας
Στην πραγματικότητα το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας, ουδέποτε είδε με «καλό μάτι» τον Μακάριο. Όλα, όμως, άλλαξαν στις 2 Ιουνίου του 1971. Τότε ο Μακάριος πήγε επίσημη επίσκεψη στη Μόσχα κάτι που δεν άρεσε καθόλου στους χουντικούς. Ο αποκαλούμενος και «αόρατος δικτάτωρ» Δημήτριος Ιωαννίδης πίστευε ότι ο Μακάριος είχε απεμπολήσει την «Ένωση», ήταν φιλοκομμουνιστής και φοβόταν το πνεύμα ανεξαρτησίας του. Από τον Απρίλιο του 1974 εξύφαινε σχέδιο για την ανατροπή του. «Πρέπει να τελειώνουμε με τον Μούσκο» φέρεται να είχε πει σε μια συγκέντρωση κυβερνητικών στελεχών.
Ο Μακάριος είχε προειδοποιηθεί και από τον Αβέρωφ και από τον Καραμανλή και από τον Παπανδρέου. Στη μεγαλόνησο, ωστόσο, απλά πάρθηκαν κάποια επιπλέον μέτρα ασφαλείας προκειμένου να περιοριστεί η δράση του Γρίβα και της ΕΟΚΑ Β'.
Νέα όξυνση στις σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας ήλθε το 1972 με τη μυστική εισαγωγή από τον Αρχιεπίσκοπο όπλων από την Τσεχοσλοβακία, τα οποία τελικά παραδόθηκαν στις δυνάμεις του ΟΗΕ για φύλαξη.
Δυστυχώς, για την Κύπρο ο Ιωαννίδης όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του και τόσο απομακρυνόταν το ενδεχόμενο μιας ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Αρχικά υπήρχε η εξέγερση του Πολυτεχνείου και η ανατροπή του αρχιπραξικοπηματία Γεώργιου Παπαδόπουλου από τον «αόρατο δικτάτορα» όπως χαρακτηριζόταν ο Ιωαννίδης. Επιπλέον, στις 24 Ιανουαρίου 1974 πεθαίνει ο Γρίβας και ο έλεγχος της ΕΟΚΑ Β' περνάει στα χέρια του Ιωαννίδη. Τίποτα, πλέον, δεν μπορεί να σταματήσει την πορεία προς τον όλεθρο.
Η απόφαση για ανατροπή του Μακάριου, πάρθηκε από τον Ιωαννίδη και μία ομάδα «σκληρών» αξιωματικών» (τον «πρόεδρο της Δημοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη και τους Ανδρουτσόπουλο και Μπονάνο). Η εκτέλεση της επιχείρησης, ανατέθηκε στον Ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση, με βοηθό τον Διοικητή των Καταδρομών της Εθνοφρουράς, Συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Κομπόκη.
Η αφορμή για την επιτάχυνση των εξελίξεων δόθηκε την 1η Ιουλίου 1974, όταν το Υπουργικό Συμβούλιο της Κύπρου αποφάσισε τη μείωση της στρατιωτικής θητείας σε 14 μήνες και του περιορισμού των ελλαδιτών αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς. Ο Ιωαννίδης δε θα άφηνε ατιμώρητο τον Μακάριο.
Το πρωί της 15 Ιουλίου 1974 ο Μακάριος, που είχε επιστρέψει από διήμερο στο εξοχικό του, δεχόταν μια επίσκεψη από μια ομάδα ελληνοπαίδων από την Αίγυπτο. Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά μέχρι που τη στιγμή που τα παιδιά άκουσαν πυροβολισμούς. Ο Μακάριος αφού κοίταξε τους άνδρες της φρουράς του και θεώρησε πως τίποτα σοβαρό δε συμβαίνει, είπε στα παιδιά να συνεχίσουν τη βόλτα τους. Τα πυρά, ωστόσο, πύκνωσαν και, πλέον, ήταν σαφές πως κάτι σοβαρό γινόταν. Όλοι κατάλαβαν με τι είχαν να κάνουν όταν το προεδρικό μέγαρο δέχθηκε τις πρώτες βολές από τα τεθωρακισμένα της Εθνικής Φρουράς.
Ο Μακάριος, ντυμένος με πολιτικά ρούχα και φορώντας τραγιάσκα κατάφερε και διέφυγε από μια άγνωστη, μικρή έξοδο στα δυτικά του μεγάρου και με κινηματογραφικό τρόπο έφτασε μαζί με τους άνδρες της φρουράς του στη Μονή Κύκκου και από εκεί πήγε στην Παφο.
Μέχρι το μεσημέρι, οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους σχεδόν ολόκληρη τη Λευκωσία και πλέον έπρεπε να βρουν τον άνθρωπο που θα μπει στη θέση του Μακάριου. Τόσο σοβαρά οργανωμένο και μελετημένο ήταν το πραξικόπημα που έψαχναν αυτόν που θα αντικαταστήσει τον Μακάριο μετά την εκδήλωσή του. Βολιδοσκοπήθηκαν τρεις ανώτατοι δικαστικοί και ο Γλαύκος Κληρίδης, οι οποίοι αρνήθηκαν.
Τελικά, στη θέση του Μακάριου τοποθετήθηκε η «μαριονέτα» Νικόλαος Σαμψών. Δημοσιογράφος, παλαίμαχος αγωνιστής της ΕΟΚΑ και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Όταν το πληροφορήθηκε ο Ιωαννίδης φέρεται να είπε με αγανάκτηση: «500.000 Έλληνες υπάρχουν στην Κύπρο, αυτόν βρήκατε να κάνετε πρόεδρο».
Μέχρι την επόμενη ημέρα το πρωί το πραξικόπημα είχε επιβληθεί σε ολόκληρη την Κύπρο και οι χουντικοί διατυμπάνιζαν πως ο Μακάριος ήταν νεκρός. «Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις, ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος, τον οποίο συ εξέλεξες δια να είναι ο ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της και εγώ, εφόσον ζω, η Χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάση. Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψη την Κύπρο. Να την διχοτομήση. Αλλά δεν θα το κατορθώση. Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής. Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών» ήταν το μήνυμα του Μακάριου από έναν αυτοσχέδιο ραδιοφωνικό σταθμό της Πάφου λίγο πριν φύγει για το Λονδίνο
Οι νεκροί από το πραξικόπημα έφτασαν τους 450. Αυτό ήταν μόνο η αρχή μιας εθνικής τραγωδίας.
Από την προδοσία στον «Αττίλα»
Χαράματα της 20ης Ιουλίου του 1974. Λίγο μετά τις 5 το πρωί. Ο τουρκικός στρατός άρχισε να αποβιβάζει δυνάμεις στην περιοχή Πέντε Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας. Οι κάτοικοι της περιοχής βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε ένα στρατό που είχε εισβάλει στον τόπο τους και έδειξε από την πρώτη στιγμή το σκληρό του πρόσωπο.
Άοπλοι πολίτες δολοφονήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν και αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν. Οικογένειες έφυγαν για να γλιτώσουν, να προλάβουν να μη σκοτωθούν από τους πυροβολισμούς και τους στρατιώτες που εισέβαλαν στα σπίτια, παίρνοντας αιχμαλώτους και «θερίζοντας» τον θάνατο στο πέρασμά τους.
Οι περισσότεροι έφυγαν χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, με τα ρούχα που φορούσαν, δίχως φαγητό και νερό. Όλοι τους πίστευαν πως είναι παροδικό, πως μόλις τελειώσει όλο αυτό θα γυρίσουν στα σπίτια τους και θα επιστρέψουν στη ζωή τους.
Ταυτόχρονα, σμήνη τουρκικών αεροπλάνων άρχισαν τις επιθέσεις, συνεχώς και κατά κύματα κατά της ευρύτερης περιοχής της Κερύνειας και της Λευκωσίας, ενώ άλλα αεροσκάφη και ελικόπτερα επιχειρούσαν ρίψεις αλεξιπτωτιστών σε επίκαιρα σημεία.
Η ελληνική πλευρά πιάστηκε κυριολεκτικά στον ύπνο. Η αντίδρασή της ήταν ανεξήγητα αργοπορημένη αν και μετά από χρόνια αποκαλύφθηκε πως η ΚΥΠ γνώριζε τα πάντα από την αρχή.
Και το ελληνικό Πεντάγωνο, όμως, γνώριζε τις κινήσεις των Τούρκων. Θεώρησε, όμως, ότι... μπλοφάρουν. Μόλις στις 8:40 το πρωί (πάνω από τρεις ώρες αργότερα) δόθηκε επισήμως από την Αθήνα η εντολή εφαρμογής των πολεμικών σχεδίων, ενώ το ελληνικό ραδιόφωνο, μετέδωσε την είδηση γύρω στις 11 το πρωί.
Η δικτατορία στην Αθήνα αιφνιδιασμένη αρχίζει να παρουσιάζει εικόνα διάλυσης. Κηρύσσει γενική επιστράτευση, η οποία εξελίσσεται σε φιάσκο, δείχνοντας την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός. Και να φανταστεί κανείς πως η εισβολή των Τούρκων ήταν μια επιχείρηση στημένη στο πόδι. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε στα απομνημονεύματα του ο Τούρκος στρατηγός Μπεντρεντίν Ντεμιρέλ, ο οποίος ήταν ο διοικητής 39ης Μεραρχίας Πεζικού που αποτέλεσε το πρώτο κύμα της απόβασης στις ακτές της Κερύνειας.
«Αναρωτιέμαι σήμερα αν τότε εκείνη η ακτή είχε εμπόδια ή ήταν ναρκοθετημένη! Τι θα κάναμε; Ποια άλλη ακτή θα επιλέγαμε και θα ερευνούσαμε; Ήταν ποτέ δυνατόν αφού η επιχείρηση στην Κύπρο θα άρχιζε το πρωί της 20ης Ιουλίου, να ψάχναμε άλλη ακτή και να την ερευνούσαμε κιόλας; Υπήρχε επαρκής χρόνος;». Είναι προφανές ότι από τη μία οι Τούρκοι δεν είχαν προβεί σε επαρκή προπαρασκευή και από την άλλη οι ελληνικές δυνάμεις αν και ανέμεναν μια τουρκική κίνηση δεν είχαν προετοιμάσει την άμυνα.
Κάπως έτσι, η Τουρκία, έχοντας, πλέον, την πρωτοβουλία των κινήσεων εφαρμόζει τα σχέδια της. Στο τέλος του «Αττίλα 1» (το απόγευμα της 22ας Ιουλίου) η Τουρκία κατέχει το 3% της Κύπρου. Αυτό, ωστόσο, είναι μόνο η αρχή της τραγωδίας. Λίγες ημέρες αργότερα θα ξεκινούσε ο «Αττίλας 2»...
- Φωτιά σε μπισκοτοβιομηχανία στα Τρίκαλα: Εικόνες απόλυτης καταστροφής από το σημείο
- Η θεωρία συνωμοσίας για τον... κορονοϊό που συνδέθηκε με τον θάνατο του Κόμπι Μπράιαντ
- Δήμητρα Λιάνη: Η αντίδρασή της στο άκουσμα του θανάτου της Αναστασίας Αθήνη
- Γιώργος Λιάγκας: Του έκλεισε το τηλέφωνο ο Μιχάλης Γιαννάκος - «Μου έκανε τη μούρη κρέας. Άντε από ‘δω!»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.