Μενού
popolaroi
Επαναστάτες ποπολάροι καίνε το «Libro D' Oro» των καταπιεστών τους στη Ζάκυνθο | YouTube
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Επί Βενετοκρατίας στη Ζάκυνθο, η εξουσία εκφραζόταν μέσα από δύο, εξαιρετικά σκληρές, μορφές καταπίεσης.

Η πρώτη αφορούσε τους Βενετσιάνους κατακτητές, οι οποίοι αποκαλούσαν τον λαό του νησιού «σουδίτο», δηλαδή υποτελή και του επέβαλαν βαριά φορολογία τόσο σε χρήμα και προϊόντα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό προκειμένου να ανανεώνουν το στράτευμα τους στους αδιάκοπους πολέμους τους οποίους επιδίδονταν.

Η δεύτερη, η οποία ήταν και η χειρότερη μορφή καταπίεσης, ήταν το φεουδαρχικό καθεστώς τοπικής αυτοδιοίκησης που είχαν επιβάλει, με την εξουσία να συγκεντρώνεται στα χέρια μίας κλειστής κάστας αρχόντων (nobili) οι οποίοι καταδυνάστευαν τον λαό.

«Έχετε εξουσία πάνω στους ανθρώπους, μέχρι τη στιγμή που τους πήρατε τα πάντα. Όμως από τη στιγμή που τους αφήσατε χωρίς τίποτα, τότε τους χάσατε, είναι ελεύθεροι», όπως έλεγε ο νομπελίστας, Ρώσος συγγραφέας, Αλεξάντρ Σολζενίτσιν και οι κάτοικοι της Ζακύνθου δεν είχαν τίποτα άλλο να κάνουν πέρα από το να εξεγερθούν.

Το λαϊκό εκείνο ξέσπασμα έμεινε στην ιστορία ως «Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων». Για όσους έχουν… άγνωστες λέξεις, σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το «ρεμπελιό» εκτός από τεμπελιά σημαίνει και εξέγερση ενάντια σε κάθε εξουσία. Η λέξη προέρχεται από τη βενετική λέξη «rebelo» που με τη σειρά της σημαίνει αντάρτης, άτακτος πολεμιστής.

Ποπολάρος ήταν ο λαϊκός άνθρωπος στα Επτάνησα. Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό «popolare» που σημαίνει λαϊκός αλλά και το λατινικό «populous» που σημαίνει λαός.

Κάπως έτσι, λοιπόν, το Ρεμπελιό των Ποπολάρων, είναι η εξέγερση του λαού και αυτό ακριβώς έγινε μία ημέρα σαν σήμερα, στις 30 Ιουλίου 1628, όπου ο λαός της Ζακύνθου εξεγέρθηκε ενάντια στην καταπίεση.

Η «Χρυσή Βίβλος» της καταπίεσης

Η Ζάκυνθος πέρασε στα χέρια των Βενετών από το 1484. Το πέρασμα στη Βενετοκρατία από την Οθωμανική κυριαρχία είχε τα καλά του, είχε και τα άσχημα του. Η ενετική διοίκηση πρόσφερε στο νησί σχετική πολιτική σταθερότητα, ασφάλεια από οθωμανικές επιδρομές και σημαντική οικονομική ανάπτυξη.

Πίσω, όμως, από την επίπλαστη αυτή εικόνα ευημερίας βρισκόταν μια κοινωνία διαιρεμένη όπου τα προνόμια καθορίζοντας όχι από τον πλούτο από την κοινωνική καταγωγή και τη θέση που είχε αναγνωρίσει η Βενετία σε κάθε κοινωνική ομάδα.

Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκοντας οι ευγενείς και οι λεγόμενοι πολίτες (cittadini), δηλαδή οι οικογένειες που απολάμβαναν πολιτικά δικαιώματα και συμμετείχαν στη διοίκηση του νησιού. Είχαν πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα, ασκούσαν τον έλεγχο των τοπικών θεσμών και απολάμβαναν ιδιαίτερα οικονομικά και κοινωνικά προνόμια.

Όλοι αυτοί οι άρχοντες ήταν καταγεγραμμένοι στη «Libro D' Oro», τη Χρυσή Βίβλο της Βενετίας όπου καταγράφονταν τα ονόματα των ευγενών μελών του Μεγάλου Συμβουλίου, των μόνων ανθρώπων στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία που είχαν πολιτικά δικαιώματα και μπορούσαν να καταλάβουν διοικητικές θέσεις. Έτσι, η Ζάκυνθος είχε αποκτήσει τη δική της Χρυσή Βίβλο της καταπίεσης.

Στον αντίποδα υπήρχαν οι ποπολάροι (popolari), η πολυπληθέστερη κοινωνική ομάδα της Ζακύνθου. Σε αυτήν άνηκαν τεχνίτες, έμποροι, ναυτικοί, γεωργοί, εργάτες και γενικότερα όσοι δεν είχαν αναγνωρισμένη πολιτική ιδιότητα.

Ανάμεσά τους υπήρχαν τόσο φτωχοί όσο και εύποροι άνθρωποι. Όλοι τους, ωστόσο, αντιμετωπίζοντας ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, αποκλεισμένοι από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Υπήρχε φυσικά και η μεσαία τάξη, οι αστοί, που απολάμβαναν κάποια προνόμια κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι βρίσκονταν πιο κοντά στους άρχοντες προκειμένου να τους βοηθούν στην εκτέλεση της διοίκησης.

Η κατάχρηση εξουσίας των αρχόντων ενάντια στους ποπολάρους συσσώρευσαν επί χρόνια έντονη δυσαρέσκεια. Το καζάνι της κοινωνικής οργής σιγόβραζε, η Βενετία αν και γνώριζε ότι υπήρχαν εντάσεις, πρακτικά δεν έκανε τίποτα διότι αυτό που την ενδιέφερε ήταν η διατήρηση της τάξης και η στρατιωτική ετοιμότητα και κάπως έτσι η έκρηξη δεν άργησε να έρθει.

Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων

Την άνοιξη του 1628, έφτασαν πληροφορίες στην Ζάκυνθο σύμφωνα με τις οποίες επέκειτο επίθεση Σαρακηνών πειρατών. Οι άρχοντες αποφάσισαν να προχωρήσουν στην καταγραφή και εν συνεχεία στην ανανέωση των στρατιωτικών καταλόγων που φυσικά και θα γέμιζαν μόνο με ονόματα νεαρών ποπολάρων.

Στις 25 Μαΐου 1628, αντιπροσωπεία των ποπολάρων παρουσιάστηκε ενώπιον του Προβλεπτή της Ζακύνθου, Πιέρο Μαλιπιέρο, συνοδευόμενη από τον λεγόμενο «δικηγόρο του λαού» (avocato del popolo) Πέτρο Δαλάκβιλα.

Οι συγκεντρωμένοι ζήτησαν να μην υπάγονται πλέον στους πολίτες καπετάνιους, καταγγέλλοντας συστηματικές αυθαιρεσίες, εκβιασμούς και προσβολές.

Η διαμαρτυρία αρχικά ήταν ειρηνική, όσο περνούσε, ωστόσο, ο καιρός γινόταν (όπως είναι φυσικό) όλο και πιο βίαιη. Οι ποπολάροι αρνούνταν να πληρώσουν φόρους, απαιτούσαν να συμμετέχουν και αυτοί στα κέντρα λήψης αποφάσεων και δημιούργησαν τις δικές τους λαϊκές συνελεύσεις.

Ο μεγάλος ξεσηκωμός στην πραγματικότητα ξεκίνησε μία ημέρα σαν σήμερα, οπότε και οι ποπολάροι ξεχύθηκαν στους δρόμους και επέστρεψαν ένα μικρό μέρος της βίας που ήταν αναγκασμένοι να βιώνουν επί δεκαετίες.

Ως απάντηση στο Ρεμπελιό των Ποπολάρων η Βενετία έστειλε στην Ζάκυνθο τον ανώτερο αξιωματούζο Τζιοβάνι Τσιβράν με αποστολή να αποκαταστήσει την τάξη και να επιβάλει, με κάθε τρόπο, την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος.

Στις 17 Αυγούστου με διαταγή του Τσιβράν, όλοι οι ποπολάροι ηλικίας από 15 έως 50 ετών κλήθηκαν να συγκεντρωθούν στην περιοχή του Άμμου (Sabbionera), στην εκκλησία της Φανερωμένης, στην παραλία της Χώρας της Ζακύνθου προκειμένου να καταγραφούν και να πάρουν τον οπλισμό τους.

Ο Βενετός διοικητής ήταν πλαισιωμένος από ευγενείς, ένοπλους φρουρούς και ισχυρή στρατιωτική δύναμη ενώ η γαλέρα του είχε αγκυροβολήσει με τα κανόνια της στραμμένα προς τον χώρο της συγκέντρωσης.

Η εικόνα αυτή προκάλεσε την οργή των ποπολάρων και οι αντιδράσεις έλαβαν ξανά βίαιη διάσταση με το νησί να βρίσκεται πλέον στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου.

Δυστυχώς για τους ποπολάρους, το Ρεμπελιό τους πνίγηκε στο αίμα και στις διώξεις. Οι πρωτεργάτες της εξέγερσης, έμποροι, τσαγκάρηδες και γεωργοί, συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν, αν είχαν περιουσίες αυτές δημεύτηκαν ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ο στρατός των κατακτητών κατέστρεψε ακόμα και τα σπίτια τους.

Η εξέγερση καταπνίγηκε αν και οι κοινωνικές εντάσεις παρέμειναν ενεργές για αρκετά χρόνια ακόμα, μέχρι περίπου το 1632, οπότε και οι ποπολάροι απέκτησαν σταδιακά μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης σε ορισμένες τοπικές υποθέσεις και αναγνωρίστηκαν, έστω περιορισμένα, ως παράγοντας που δεν μπορούσε πλέον να αγνοείται από τη Βενετία που αναγκάστηκε να βάλει «νερό στο κρασί της» προκειμένου να επαναφέρει έστω και επιφανειακά την κοινωνική ειρήνη.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...