Βρισκόμαστε στο 1926. Στην Ευρώπη και την Αμερική, η «Χρυσή Δεκαετία» του ’20 βρίσκεται στο απόγειό της. Η τζαζ κυριαρχεί, οι γυναίκες κόβουν τα μαλλιά τους «καρέ», διεκδικούν την ψήφο τους και, φυσικά, οι φούστες αρχίζουν δειλά-δειλά να ανεβαίνουν πάνω από τον αστράγαλο.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η παγκόσμια απελευθέρωση των ηθών πρόκειται να συγκρουστεί μετωπικά με τα συντηρητικά αντανακλαστικά του δικτατορικού καθεστώτος του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου.
Το αποτέλεσμα; Μια από τις πιο ιλαροτραγικές σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας: η ποινικοποίηση της κοντής φούστας.

Η σύλληψη που έγραψε ιστορία
Η εφαρμογή του νόμου δεν έμεινε στα χαρτιά. Στις 23 Μαρτίου του 1926, το μέτρο παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπο της 22χρονης Κατίνας Βογιατζή.
Η νεαρή κοπέλα σταματήθηκε από τα όργανα της τάξης στην καρδιά της Αθήνας. Οι αστυνομικοί, οπλισμένοι με ξύλινες μεζούρες, έσκυψαν στο πεζοδρόμιο για να μετρήσουν την απόσταση από το έδαφος μέχρι το στρίφωμα.

Η ετυμηγορία ήταν καταδικαστική: 38 εκατοστά απόσταση από το έδαφος. Η Κατίνα είχε παραβιάσει τον νόμο κατά οκτώ ολόκληρα εκατοστά, οδηγούμενη άμεσα στο αυτόφωρο.
Σκηνή ζηλοτυπίας ή προπέτασμα καπνού;
Η επικρατέστερη ιστορία για το πώς φτάσαμε σε αυτόν τον παραλογισμό ξεκινά από ένα προσωπικό επεισόδιο. Λέγεται πως η σύζυγος του δικτάτορα, Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, επισκέφθηκε τον άνδρα της στο γραφείο του και εξαγριώθηκε στη θέα μιας νεαρής υπαλλήλου με «προκλητικά» κοντή φούστα.
Διαβάστε ακόμα: 5 γυναίκες που δεν θα βρεις στα σχολικά βιβλία, ενώ θα έπρεπε
Ο Πάγκαλος, για να ηρεμήσει τη γυναίκα του, φέρεται να διέταξε τον Αστυνομικό Διευθυντή να «μακρύνει» τις φούστες όλων των Ελληνίδων.
Ωστόσο, εδώ οφείλουμε να είμαστε ιστορικά καχύποπτοι. Η εικόνα μιας έξαλλης, ζηλιάρας συζύγου που υπαγορεύει την κρατική πολιτική μοιάζει υπερβολικά βολική.
Στην πραγματικότητα, τέτοιες αφηγήσεις συχνά λειτουργούσαν ως «προπέτασμα καπνού» για να αποσείσει ο δικτάτορας την ευθύνη μιας ακραία συντηρητικής και αντιδημοφιλής απόφασης.
Παρουσιάζοντας το μέτρο ως μια «παρόρμηση της στιγμής» για χάρη της συζυγικής γαλήνης, το καθεστώς ίσως προσπαθούσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από έναν νόμο που στόχευε στον πλήρη έλεγχο της κοινωνικής συμπεριφοράς και της γυναικείας χειραφέτησης.
Ήταν, με άλλα λόγια, μια προσπάθεια να μετατραπεί ένας αυταρχικός νόμος σε ένα «οικογενειακό ανέκδοτο», ώστε να αποφορτιστεί η πολιτική πίεση.
Τα 30 εκατοστά του νόμου
Η επίσημη αστυνομική διάταξη ήταν σαφής:
«Το κατώτατον άκρον της φούστας δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου. Υπάγονται άπασαι αι γυναίκες από του 12ου έτους και άνω.
Αι παραβάτιδες θα παραπέμπωνται εις το επ’ αυτοφώρω πταισματοδικείον, συνυπεύθυνοι θα είναι και οι γονείς αυτών».
Διαβάστε ακόμα: Ό,τι και να συμβεί σε μια γυναίκα, φταίει
Μετά από μια μικρή διορία, οι δρόμοι γέμισαν αστυνομικούς-ράφτες. Το θέαμα ήταν ταπεινωτικό για τις γυναίκες και προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.
Οι φεμινίστριες μίλησαν για κατάφωρη παραβίαση της ελευθερίας τους, ενώ οι άνδρες της εποχής διαμαρτύρονταν για το κόστος... της επιμήκυνσης των ρούχων!
Σε μια Ελλάδα με τεράστια οικονομικά προβλήματα, το να πληρώνεις μοδίστρα για να προσθέτει φάσες υφάσματος σε κάθε φούστα της οικογένειας θεωρήθηκε παράλογος φόρος.
«Στην εποχή του Πάγκαλου, ήταν μακριές οι φούστες...»
Η διάταξη με τις μεζούρες κατέρρευσε μαζί με τη δικτατορία του Πάγκαλου λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1926. Η σουρεαλιστική αυτή εικόνα όμως έμεινε ανεξίτηλη.
Δεκαετίες μετά, ο Γιώργος Μητσάκης έγραψε το θρυλικό ρεμπέτικο, το οποίο ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας, απαθανατίζοντας την εποχή που η αστυνομία μετρούσε τη σεμνότητα με το μέτρο:
«Στην εποχή του Πάγκαλου, ήταν μακριές οι φούστες...»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.