Η κυρία Μάρω και ο κύριος Αντώνης περιγράφουν την Αμμόχωστο του 70 ως έναν τόπο με χρυσές αμμουδιές, γεμάτο πορτοκάλια και λεμόνια. Ωστόσο, από την ημέρα που ήχησαν οι σειρήνες και μετά, άλλαξε η ζωή τους και χιλιάδων Κύπριων.
Η τουρκική εισβολή, άρχισε στις 20 Ιουλίου του 1974, και οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν το κομμάτι της Βόρειας Κύπρου. Από τότε τα Βαρώσια περικυκλώθηκαν και χωρίστηκαν από την υπόλοιπη περιοχή με συρματόπλεγμα, ένας διαχωρισμός που σημαίνει πολλά περισσότερα από μια γεωγραφική οριοθέτηση.
Ο κύριος Αντώνης, και η κυρία Μάρω είναι από τους πολλούς που έζησαν τον «διαχωρισμό» και ξεριζωμό. Όλοι οι Κύπριοι ωστόσο, ακόμη και αυτοί που δεν έζησαν από πρώτο χέρι την Εισβολή, γνωρίζουν την ιστορία και την ξαναζούν μέσα από τα τραύματα των γονιών τους, των συζύγων, των παππούδων τους.
Μάρω: «Έτρεχα με τη σαγιονάρα, μου έσπασε και έμεινα ξυπόλυτη»
«Ήμουν 18 χρονών στα 19. Έγινε το πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου και πήραμε τα βουνά που λέμε. Μετά όμως ξαναγυρίσαμε σπίτι μας, έγινε απλά μα αναμπουμπούλα. Στις 20 Ιουλίου έγινε η πρώτη εισβολή και μπήκανε στην Κερύνεια. Εγώ δούλευα πωλήτρια τότε και έμενα με την αδελφή μου. Όταν έγινε η πρώτη Εισβολή λοιπόν, φύγαμε με κάρο. Έγινε χάραμα, στις 05:30 ήχησαν οι σειρήνες και στα ραδιόφωνα ήταν έκτακτο. Έφυγα με ένα φόρεμα και τις σαγιονάρες. Η μία σαγιονάρα μου έσπασε όταν έτρεχα και έμεινα ξυπόλυτη. Πήραν όλοι τα μπαγκάζια τους, δεν πήρε πολλά. Ήταν όλοι αλαφιασμένοι. Όποιο αυτοκίνητο πέρναγε, ανέβαζε και κανένα δύο άτομα, γιατί δεν είχαμε όλοι αυτοκίνητα.
Όταν φύγαμε, στις 20 Ιουλίου, είχε κάτι περιβόλια και πήγαμε εκεί. Όλος ο κόσμος εκεί. Κοιμόμασταν χάμω. Είχε πορτοκάλια, λεμόνια, είχε μια μεγάλη δεξαμενή με νερό. Και μας έλεγαν: να πίνετε νερό αλλά να βάζετε και λεμόνι, για τα μικρόβια. δεν ήταν πόσιμο.
Εντωμεταξύ, η μαμά μου και τα άλλα μου αδέλφια πήγαν αλλού. Και μου έβαλαν ανακοίνωση από τον Ερυθρό Σταυρό για να συναντηθούμε. Μετά μείναμε και σε σκηνές. Επίσης κοιμόμασταν χάμω. Έρχονταν να μας φέρουν από τον Ερυθρό Σταυρό ψωμί και κονσέρβες, κάναμε εμβόλια κλπ.
Μετά έγινε η δεύτερη εισβολή. Δεν έφευγε ο κόσμος από το σπίτι του όμως. Έρχονταν από πίσω μας οι Τούρκοι και εμείς φεύγαμε τρέχοντας με τα κάρα. Και όσοι μένανε δεν μπορείς να φανταστείς τι υπέστησαν. Βίαζαν όλες τις γυναίκες. μεγάλες μικρές. Τις βίαζαν, για να βγουν τουρκικής καταγωγής τα παιδιά. Για αυτό κάνανε και πολλές εκτρώσεις τότε, με τη βοήθεια του κράτους.
«Αφήσαμε τα νιάτα μας στην Αμμόχωστο»
Έχουμε ακούσει ότι οι στρατιώτες που ήρθαν για την Εισβολή, ήταν κατάδικοι στις φυλακές και τους αμολήσανε. Εγώ δεν τα έζησα. Μας τα είπαν αυτοί που έμειναν πίσω. Εμείς όπως σου είπα φύγαμε. Χάσαμε τα πάντα. Τα ρούχα, τα σπίτια, τις φωτογραφίες μας. Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία από τα παλιά. Χάνεις τα πάντα.
Αφήσαμε τα νιάτα μας στην Αμμόχωστο. Τους συμμαθητές μας, τους γείτονές μας, τους φίλους μας. Τους συγγενείς μας. Και εγώ που ήρθα Ελλάδα, έχασα τα πάντα. Οι αδελφές μου έμειναν Κύπρο. Τους έδωσαν Προσφυγικά σπίτια.
Στα Κατεχόμενα, πήγα μια φορά και δεν θέλω να ξαναπάω. Στην Αμμόχωστο πριν, είχε πολλά πορτοκάλια, λεμόνια, μανταρίνια. Δεν υπάρχει τίποτα πια. Τα κόψανε όλα και χτίσανε πολυκατοικίες. Βάλανε και κάτι αγάλματα του Ραούφ Ντενκτάς.
Θέλω διαβατήριο ή ταυτότητα για να δω το ίδιο μου το σπίτι. Το σπίτι μου δεν υπάρχει βέβαια πια, το κάνανε τριώροφη πολυκατοικία.
Τότε πάντως, είχαμε πολλά ανοιχτά χωριά. Όταν έγινε η Εισβολή, πολλοί ήθελαν να μείνουν με εμάς στα αντίσκοινα. Είχαμε πολύ καλές σχέσεις με του Τουρκοκύπριους. Αφού τα κορίτσια τους, οι Τουρκάλες τα βάφτιζαν Μαρίες. Είχαμε πολύ καλές σχέσεις.
Σήμερα, όταν ακούω σειρήνες ανατριχιάζω. Όταν είναι 25 η Μαρτίου και περνούν τα αεροπλάνα εγώ δεν μπορώ.
Αντώνης: «Η μητέρα μου δεν ήξερε τι να κάνει, ήμουν 10 μηνών τότε»
«Νοικιάζαμε σπίτι τότε στην Αμμόχωστο .Ο πατέρας μου ήταν στον πόλεμο. Η μητέρα μου, δεν ήξερε τι θα κάνει μαζί μου γιατί ήμουν μόλις δέκα μηνών και τηλεφώνησε στην αδελφή της στο χωριό, για να έρθει να με πάρει. Η θεία μου όντως με πήρε και η μητέρα μου πήγε να βρει τον πατέρα μου. Άρχιζαν οι βομβαρδισμοί από τα αεροπλάνα. Και τρέχαμε όλοι να πανικόβλητοι να βρούμε λεωφορείο να φύγουμε, να πάμε στο χωριό», μας είπε ο κύριος Αντώνης.
Στο σπίτι μας μιλούσαν συχνά για την Εισβολή, γιατί οι μνήμες ήταν νωπές ακόμα. Συζητούσαν για προδοσία. Οι πραξικοπηματίες για να φανταστείς, στη γιαγιά μου, που είχε καφενείο, την απείλησαν.
Διαβάστε επίσης: Η Ευρυδίκη θυμάται την τουρκική εισβολή στην Κύπρο: «Φώναζαν οι γονείς μας να κρυφτούμε κάτω από τα κρεβάτια»
Αναφορικά με τα αισθήματα του σήμερα και πώς νιώθει κανείς όταν περνάει την άλλη πλευρά, ο κύριος Αντώνης μας απάντησε: «Μετά από 52 χρόνια, περάσαμε από την Αμμόχωστο, αλλά δεν μπορούσαμε να μπούμε μέσα. Γιατί είναι περιφραγμένη και δεν επιτρέπουν οι Τούρκοι να μπούμε μέσα. Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
Όταν πήγαμε με το λεωφορείο δηλαδή, και αντίκρυσα την κλειστή Αμμόχωστο, που ήταν σαν ερείπιο, που παλιά ήταν όπως είναι τώρα η Λεμεσός. Πριν 52 χρόνια φαντάσου πώς ήταν. Ήταν οι χρυσές αμμουδιές, σπίτια πάνω στη θάλασσα, ήταν το φεστιβάλ του πορτοκαλιού, δηλαδή έμπαινες μέσα και μύριζαν οι ανθοί. Συγκινήθηκα τόσο πολύ που τα είδα όλα αυτά μέσα από τα κάγκελα και δεν μπορούσα να πάω. Είναι ερείπια, όλα ερείπια» - Αντώνης.
Μαρία: «52 χρόνια μετά, οι θάλασσες είναι βουβές, τα σπίτια βομβαρδισμένα»
Η κυρία Μαρία, μπορεί να μην ήταν στην Αμμόχωστο, αλλά όταν επισκέπτεται το σημείο αντικρίζει με λύπη τα ερείπια: «Δεν είμαι από το Βαρώσι. Είμαι από τη Λεμεσό, δηλαδή δεν είμαι πρόσφυγας. Όμως με αγγίζει και με πονάει όλο αυτό. Όταν πήγαμε εκδρομή με τον άνδρα μου στην Αμμόχωστο. Όταν πας, πρέπει να σε τσεκάρουν για το αν έχεις ταυτότητα. Πού; Στην ίδια μας τη χώρα. Δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε πίσω, είχαμε κάνει ήδη τρεις ώρες δρόμο.
Θέλαμε να επισκεφθούμε και τον Άγιο Ανδρέα, την εκκλησία που επίσης δεν σε άφηναν να μπεις κατευθείαν μέσα. Υπάρχει Τούρκος που σε ελέγχει και μετά πληρώνουμε τα πάντα.
Φεύγοντας, θα περνούσαμε και από την πρωτεύουσα, περάσαμε και από τα Βαρώσια. Τι να σου πω... μεγάλη λύπη. Το 1974, αυτή η περιοχή ήταν σαν την πρωτεύουσα. Σκέψου η Λεμεσός και η Λευκωσία, τώρα έγιναν προηγμένες, η Αμμόχωστος ήταν από τότε, από το 1974. Πού θέλω να καταλήξω; Είναι ερείπιο τώρα. Οι θάλασσες βουβές, τα ξενοδοχεία βουβά, τα σπίτια των κατοίκων βουβά και βομβαρδισμένα. Μου σηκώθηκε η τρίχα. Βλέπεις τα βομβαρδισμένα σπίτια από τον Αττίλα. Δεν υπάρχει τίποτα. Δεν μπορείς να δεις τίποτα, και το κυριότερο, το σπίτι του πεθερού μου... δεν μπορείς να το δεις. Είναι περιφραγμένο. Μας πήραν τους πιο ωραίους τόπους.
Είναι λυπηρό γιατί άλλοι μπορούν να πάνε στα σπίτια τους, στην Κερύνεια, στον Καραβά κ.α. αλλά εμάς που είναι περιφραγμένο δεν μπορούμε να πάμε», - Μαρία.
Δέσποινα: «Είχαν σκάψει ένα χαράκωμα και κρυβόντουσαν όταν ακούγανε βομβαρδισμούς»
Η Δέσποινα είναι 25 ετών. Ωστόσο, οι παππούδες της και οι γιαγιάδες της βίωσαν από πρώτο χέρι τον ξεριζωμό και δεν θα ξεχάσει ποτέ τις ιστορίες τους.
«Μερικές ιστορίες που πάντα θυμάμαι και ακόμα μου τις λέει η γιαγιά μου, είναι που έβλεπαν τα μαχητικά αεροπλάνα να περνάνε πάνω απ’ το σπίτι τους (στις ελεύθερες περιοχές), χωρίς να ξέρουν πού πάνε και τι ακριβώς συμβαίνει. Τότε είχε τον πατέρα μου 5 χρονών και θυμάται να την κρατάει απ’ το φουστάνι φοβισμένος, και η γιαγιά μου να του λέει ότι ήρθαν για να τους βοηθήσουν, ώστε να τον καθησυχάσει. Είχαν ετοιμάσει επίσης, βαλίτσες με μερικά πράγματα που θα έπαιρναν μαζί τους, σε περίπτωση που χρειαζόταν να φύγουν. Στο διπλανό χωράφι μάλιστα απ’ το σπίτι τους, θυμάται χαρακτηριστικά που είχαν σκάψει ένα χαράκωμα και κρυβόντουσαν όταν ακούγανε βομβαρδισμούς από άλλες περιοχές.
Οι γονείς μου δεν έχουν πολλά να μου πουν για την εισβολή, ο πατέρας μου μόνο ήταν γεννημένος τότε, αλλά μικρός και δε θυμάται πολλά. Η γιαγιά και ο παππούς μου όμως, πέρα από τις ιστορίες που έχουν να διηγηθούν, θυμάμαι πάντα να μου λένε ότι συνυπήρχαν όμορφα με τους Τουρκοκύπριους στο νησί πριν το πραξικόπημα και την εισβολή. Εξαιρώντας τις διακοινοτικές συγκρούσεις εκεί γύρω στο 1963-64, κατά τ’ άλλα ο κόσμος γενικότερα ζούσε ειρηνικά στο νησί και δεν υπήρχε μίσος μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Κάτι που μέχρι σήμερα παρεξηγείται νομίζω, και κάνει τις δύο κοινότητες να νομίζουν ότι πιο πολλά μας χωρίζουν απ’ ότι μας ενώνουν, ενώ αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Ο κόσμος βοηθούσε μάλιστα όλους που ερχόντουσαν στο χωριό μετά την εισβολή ψάχνοντας για βοήθεια και κάπου να μείνουν. Ελληνοκύπριους αλλά και Τουρκοκύπριους».
Η Δέσποινα με τη σειρά της, περιγράφει πώς είναι να πηγαίνεις στο σήμερα στην «άλλη πλευρά»: «Πρώτη φορά που πέρασα τα οδοφράγματα, ήμουν 20 χρονών. Και το έκανα με αφορμή που είχαν έρθει να με επισκεφτούν στην Κύπρο κάτι φίλες μου από Ελλάδα, και ήθελα να το δούνε κι αυτό (μαζί τους κι εγώ). Νομίζω μέχρι τότε ακόμα δεν είχα καταλάβει τι ακριβώς νιώθω γι’ αυτό. Θυμάμαι απλά να έχω έναν κόμπο στο στομάχι και στο λαιμό, και να μην μπορώ να μιλήσω για όσο ήμασταν εκεί. Είχαμε περάσει απλά με τα ποδιά από το οδόφραγμα στη Λήδρας, οπότε κάναμε μια βόλτα μερικών λεπτών μόνο, χωρίς να έχουμε δει και τίποτα τρομερό. Στην ουσία, ήμασταν απλά στη Λευκωσία και κάναμε βόλτα. Έπρεπε όμως να σκέφτομαι, ότι “είμαι στην άλλη πλευρά”. Τότε δε μ’ άρεσε.
Μικρότερη κιόλας, πίστευα ότι δε θα ήθελα ποτέ να το κάνω, γιατί νόμιζα ότι δεν ήταν σωστό να “δεχτώ” το ότι πρέπει να δείξω διαβατήριο για να περάσω απλά στην άλλη πλευρά στο ίδιο μου το νησί. Ακόμα δηλαδή το πιστεύω αυτό, δε θα ήθελα να συμβαίνει. Πίστευα όμως αυτό που είπα πιο πάνω, ότι πιο πολλά πράγματα μας χωρίζουν με τους Τουρκοκύπριους απ’ ότι μας ενώνουν. Ένιωθα θυμό. Μεγαλώνοντας όμως και διαβάζοντας όλο και περισσότερα πράγματα για την ιστορία της Κύπρου, κατάλαβα ότι, δεν έχει νόημα να πιστεύω και να πολεμάω για μια λύση, αν δεν ξέρω τι πραγματικά υπάρχει απ’ την άλλη πλευρά. Αν δεν πάω να τα δω με τα ίδια μου τα μάτια και να μάθω πραγματικά ολόκληρη την Κύπρο. Μάθαμε από μικρά παιδιά να βλέπουμε μερικές εικόνες από τα κατεχόμενα, που τις είχαμε στα εξώφυλλα των τετραδίων μας.
Είναι όμως τόσα περισσότερα από αυτές τις 3-4 φωτογραφίες. Είναι ο κόσμος που ζει εκεί, είναι οι συνήθειές μας και τα τόσα κοινά που έχουμε στο τέλος της ημέρας. Είναι η ίδια αγάπη που έχουμε για την Κύπρο. Από τότε έχω περάσει τα οδοφράγματα πάρα πολλές φορές, δεν τις μετράω καν. Έχω πάει απ’ τη Μόρφου, μέχρι την Κερύνεια, τον Απόστολο Ανδρέα και το Βαρώσι. Και πολλά άλλα μέρη. Είναι πάντα στενάχωρο όταν περνάς τα οδοφράγματα, και δε συνηθίζεται ποτέ τελείως, αλλά νομίζω δε νιώθω θυμό πια. Δε φταίει ο κόσμος που ζει εκεί. Τίποτα δε μας χωρίζει μ’ αυτούς. Έχω γνωστούς και φίλους πλέον Τουρκοκύπριους. Έχω συναντήσει πολύ φιλόξενους ανθρώπους εκεί. Αυτή τη φιλοξενία που χαρακτηρίζει όλους τους Κύπριους. Κάθε φορά θέλω και πιο πολύ να ξανά πάω. Η Κύπρος είναι πανέμορφη και μακάρι να μπορούσαμε να τη χαρούμε όλη και όλοι το ίδιο».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.