Το ημερολόγιο έδειχνε 1934. Η Ευρώπη μύριζε ήδη μπαρούτι, ο φασισμός έκανε πρόβα τζενεράλε για το αιματοκύλισμα που θα ακολουθούσε, και το Μουντιάλ ήταν η απόλυτη μηχανή προπαγάνδας του Μπενίτο Μουσολίνι.
Το Μουντιάλ της Ιταλίας σχεδιάστηκε για να πουλήσει «επικοινωνιακό κέρδος» και φασιστική ευμάρεια. Ακόμα και η επιλογή της χώρας είχε σκιές, με τη Σουηδία να αποσύρεται μυστηριωδώς, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στον Ντούτσε. Η Ουρουγουάη, κάτοχος του προηγούμενου τροπαίου, αρνήθηκε καν να ταξιδέψει, ρίχνοντας άκυρο στους Ευρωπαίους που είχαν σνομπάρει τη δική της διοργάνωση λίγα χρόνια πριν.
Στην Ιταλία του '34, το ποδόσφαιρο φόρεσε μαύρο πουκάμισο. Γήπεδα όπως το Stadio Nazionale – Partito Nazionale Fascista στη Ρώμη και το Stadio Municipale Benito Mussolini στο Τορίνο, μετατράπηκαν σε ναούς της προπαγάνδας. Πριν από κάθε σφύριγμα, οι παίκτες της εθνικής Ιταλίας -αλλά και οι διαιτητές- ήταν υποχρεωμένοι να υψώνουν το δεξί τους χέρι στον γνωστό φασιστικό χαιρετισμό, με τη FIFA να παρακολουθεί τις φιέστες σφυρίζοντας αδιάφορα.

Μουντιάλ 1934: Το «Ιταλικό» θαύμα των Αργεντινών
Για να βεβαιωθεί ότι η κούπα δεν θα έφευγε από τη Ρώμη, το καθεστώς δεν αφέθηκε στην τύχη ούτε στο ταλέντο των γηγενών. Όπως αναφέρει σε αφιερώματά του το calciomercato.com, η Ιταλία προχώρησε σε μαζικές «ιταλοποιήσεις» ποδοσφαιριστών από την Αργεντινή και την Ουρουγουάη.
Διαβάστε ακόμα: Μουντιάλ 2026: Οι αγώνες σήμερα - Τα κανάλια που τους δείχνουν
Παίκτες όπως οι Λουίς Μόντι, Ραϊμούντο Όρσι, Ατίλιο Ντεμαρία και Ενρίκε Γκουαϊτά φόρεσαν τη μπλε φανέλα, μετατρέποντας τη διοργάνωση σε ευρωπαϊκή (και φασιστική) υπόθεση, ειδικά μετά τον αποκλεισμό παραδοσιακών δυνάμεων όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή.
Η Ελληνική Ντροπή: 50.000 Λιρέτες για ένα μαρμάρινο μέγαρο
Κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία η Ελλάδα. Στα προκριματικά, η κληρωτίδα φέρνει την Εθνική μας απέναντι στο ιταλικό μεγαθήριο. Το σύστημα ήταν απλό, διπλοί αγώνες. Όμως, η ρεβάνς της Αθήνας δεν έγινε ποτέ.

Γιατί; Επειδή -σύμφωνα με καταγγελίες- η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (ΕΠΟ) τα βρήκε κάτω από το τραπέζι με τον Μουσολίνι. Σύμφωνα με ιστορικά αρχεία και σύμφωνα με την ΕΡΤ σε παλαιότερα ρεπορτάζ της, η ΕΠΟ πήρε το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 50.000 λιρετών από την ιταλική ομοσπονδία για να παραιτηθεί από τον δεύτερο αγώνα. Ο στόχος, να αγοράσει (ή κατά άλλους, να δεχτεί ως «δώρο») ένα πολυτελές κτήριο στην Αθήνα για να στεγάσει τα γραφεία της.
Η Ιταλία γλίτωσε ένα κουραστικό ταξίδι, πιθανούς τραυματισμούς και το ρίσκο μιας «στραβής». Η ΕΠΟ γλίτωσε από τη… φτώχεια της.
Το αθλητικό έγκλημα ολοκληρώθηκε στις 25 Μαρτίου 1934, ανήμερα της εθνικής επετείου. Η ελλιπέστατη -χωρίς καμία προετοιμασία- Εθνική ομάδα παρατάχθηκε στο Μιλάνο για να χάσει φυσιολογικά με 4-0. Ο Τύπος της εποχής άφριζε. Τα Αθλητικά Χρονικά έγραφαν για ένα «σατραπικό διευθυντήριο» της ΕΠΟ, το οποίο έστειλε την ομάδα ως «εξιλαστήριο θύμα» για να χρηματοδοτήσει το «καλλιμάρμαρο μέγαρό της», υπακούοντας στις «χρυσές λόγχες» των ιταλικών λιρετών.

Η αντίθεση είναι ανατριχιαστική. Τις ίδιες ακριβώς μέρες που οι παράγοντες της ΕΠΟ έκαναν deal με τους φασίστες, η κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα έμοιαζε με καζάνι που βράζει.
Ξεφυλλίζοντας τον Τύπο εκείνων των ημερών (Βραδυνή, Ελεύθερος Άνθρωπος), διαβάζεις για «ταραχώδεις σκηνές ανέργων και αστυνομίας», απεργίες αυτοκινητιστών, οδοφράγματα, απολύσεις και την «τραγωδία των φυματικών υπαλλήλων». Ο κόσμος στους δρόμους πάλευε κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί, την ώρα που το ελληνικό ποδόσφαιρο ξεπουλιόταν για real estate.
Το χειρότερο όμως δεν ήταν η φτώχεια. Ήταν η εθνική προδοσία. Την ώρα που έπεφταν οι ιταλικές λιρέτες στα ταμεία, τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό σκληρή ιταλική κατοχή.
Διαβάστε ακόμα: Μούντιαλ 2026: Η απάντηση του Μέσι για το πότε θα αποσυρθεί
Ο ελληνικός πληθυσμός δεχόταν αφόρητες πιέσεις βίαιου εξιταλισμού, ενώ όσοι αντιστέκονταν κατέληγαν ξυλοδαρμένοι στις ιταλικές φυλακές. Οι Ιταλοί προσπαθούσαν ακόμα και να διαλύσουν τον τοπικό αθλητισμό για να μη μαζεύεται η ελληνική νεολαία στα γήπεδα. Αλλά αυτά μάλλον αποτελούσαν «ψιλά γράμματα» για τους μεγαλοπαράγοντες της Αθήνας.
Αντιφασιστικό αντίβαρο
Με την Ελλάδα εκτός κάδρου, η Ιταλία προχώρησε στο τουρνουά, αφήνοντας πίσω της συντρίμμια. Στον προημιτελικό απέναντι στην Ισπανία, ο πολιτογραφημένος Ιταλός Λουίς Μόντι τσάκισε με αντιαθλητικά χτυπήματα τέσσερις Ισπανούς. Το ματς έληξε 1-1 (με φάουλ στον Ισπανό τερματοφύλακα) και στον επαναληπτικό της επόμενης μέρας, η αποδεκατισμένη Ισπανία λύγισε με 1-0 κάτω από το βλέμμα μιας προκλητικά στημένης διαιτησίας.
Ακολούθησε η Αυστρία του θρυλικού Matthias Sindelar, του «Μότσαρτ του ποδοσφαίρου». Ο Μόντι ανέλαβε ξανά τον ρόλο του χασάπη, εξουδετερώνοντας τον Sindelar με κλωτσιές. (Ο Sindelar, αρνούμενος αργότερα να παίξει για τη Ναζιστική Γερμανία μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες). Η Ιταλία πέρασε στον τελικό, κέρδισε την Τσεχοσλοβακία με 2-1 στην παράταση και το φασιστικό αφήγημα είχε τον θρίαμβό του.
Όμως, δεν έσκυψαν όλοι το κεφάλι. Τον Αύγουστο του 1934 στο Παρίσι, το ρεύμα του αντιφασιστικού-εργατικού αθλητισμού διοργάνωσε το δικό του Μουντιάλ.
Η «Διεθνής συγκέντρωση αθλητών για τον αγώνα κατά του φασισμού» στάθηκε απέναντι στα λαδώματα και τη μιλιταριστική φιέστα της FIFA, θυμίζοντας ότι το ποδόσφαιρο ανήκει στις γειτονιές και όχι στα καθεστώτα.
Όσα πρωταθλήματα και αν στήσεις, η ιστορία έχει τον τρόπο της να ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς. Τα λαδώματα, τα στησίματα και οι εξαγορασμένες ομοσπονδίες (όπως η δική μας ΕΠΟ) δεν έσωσαν τελικά τον Ντούτσε.
Το «δεύτερο ημίχρονο» για τον Μουσολίνι δεν παίχτηκε στο γρασίδι της Ρώμης, αλλά στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας λίγα χρόνια αργότερα, όπου ο ελληνικός λαός -ο ίδιος λαός που το '34 πεινούσε και ξεπουλήθηκε- τσάκισε τον φασιστικό στρατό του.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.