Σάββατο βράδυ. Η γιαγιά μου να κάθεται στην καρέκλα με ένα τσιγάρο στο χέρι περιμένοντας την ώρα να περάσει μέχρι την πάρει ο ύπνος. Στην τηλεόραση, έπαιζε μια εκπομπή από αυτές που συνήθως οι υπόλοιποι τις κρίναμε και τις καταδικάζαμε ως σαπίλες. Στα δεξιά της οθόνης, το σύμβολο που τόνιζε πως η εκπομπή είναι ακατάλληλη για ανηλίκους.
«Έλα μωρέ, καλαμπούρι έχει» έλεγε πάντοτε η γιαγιά μου. Στο κέντρο της, συνήθως σε κοντινό πλάνο, δέσποζε μια παράξενη μορφή. Ένας άνθρωπος που όλοι μας συνδέσαμε με την καλτίλα περασμένων εποχών. Ιδιαίτερα μοναδικός και μοναδικά ξεχωριστός. Λένε πως τα χαμόγελα των γελωτοποιών, κρύβουν από πίσω τους τα μεγαλύτερα τραύματα.
«Μεγάλη καψούρα ο Τσαρούχης με μένα»
Όποιος είχε παρακολουθήσει τον Γιώργο Σταυρόπουλο, ξέρει πολύ καλά πως υπήρχε μια μόνιμη ή αρκετά συχνή αναφορά: στον Τσαρούχη. Ο Τσαρούχης τον συνάντησε σε ένα ατελιέ και μαγεύτηκε από το σώμα του, τα μάτια του και τα πόδια του. Για 8 χρόνια περίπου, δούλευε ως μοντέλο δικό του. «Μέχρι 18 πίνακες έκανα μαζί του, κι αρκετές γκραβούρες». Όπως περιγράφει, ο Τσαρούχης τον έβλεπε ερωτικά αλλά από την μεριά του δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο. Μόνο δουλειά.
Πίσω από αυτή την καριέρα, υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε ασχοληθεί με τον χορό, το μπαλέτο και την υποκριτική. Ένας χαρακτήρας που οι δικοί του άνθρωποι τον περιγράφουν γλυκύτατο και όχι άδικα. Αν χρησιμοποιήσουμε εδώ την λέξη καλλιτέχνης, κάποιοι θα θιχτούν.
Ο ίδιος όμως έτσι ήθελε να βλέπει τον εαυτό του. Είχε επίγνωση των δυνατοτήτων του και του κόσμου που τον περιέβαλε. Όπως έλεγε, ήθελε να κάνει «καλλιτεχνίες», περιγράφοντας τις δραστηριότητές του με μια αγνή λαϊκότητα που δεν κρύβεται πίσω από αλαζονικές αντιλήψεις περί τέχνης.
Πριν ο Σταυρόπουλος γίνει ο «Μίστερ Μπούτιας», έκανε τα δικά του drag show στο Αλκατράζ, αφιερωμένα κυρίως σε ανθρώπους που θαύμαζε όπως η Ζωζώ Σαπουντζάκη. Η έννοια του drag ήταν κάτι το άγνωστο, κρυφό και αφανές. Για λίγους.
«Οι γκέι είναι οι πιο ξηγημένοι άνθρωποι»
Στην trash tv της δεκαετίας του ‘90, οι προσωπικότητες όπως ο Γιώργος Σταυρόπουλος έκαναν το δικό τους rebranding και παρουσιάστηκαν σε ένα ευρύτερο κοινό που για αμέτρητους λόγους δεν ήταν έτοιμο για κάτι τέτοιο. Παραδόθηκαν με την δική τους θέληση, ως τα εκούσια θύματα ενός μέσου που γεννιέται, σε καταστάσεις που δεν είχαν μέσα τους τον σεβασμό.
Αυτοί οι άνθρωποι έγιναν οι νέοι «διασκεδαστές», έτοιμοι να δεχτούν χυδαία σχόλια και καλλωπισμένους εξευτελισμούς. Σαν να συνδύαζαν την τραγωδία των καταστάσεων της ζωής τους με το θέαμα, για να προσφέρουν γέλιο.
Ένα από θέματα που αυτού του είδους η…διασκέδαση εξέταζε ήταν η ομοφυλοφιλία. Ο ίδιος δεν δήλωσε ποτέ γκέι. Μόνο πανηδονιστής. Στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων για τις σεξουαλικές του περιπτύξεις με το ίδιο φύλο, απαντούσε χωρίς να δίνει ιδιαίτερες λεπτομέρειες.
Στην πρόσοψη, το κοινό έβλεπε έναν ιδιαίτερο τύπο, συνήθως με παρδαλά πουκάμισα και χαρακτηριστική εκφορά λόγου. Στο παρασκήνιο, υπήρχαν κρυμμένες τραγωδίες που τον σημάδεψαν. «Όταν ήμουν 5 χρονών, με βίασε ένας φωτογράφος». «Για πολλά χρόνια, είχα εκπορνευτεί». Και η…γνωστή παρουσιάστρια που το ακούει αυτό κατά την διάρκεια της συνέντευξης, πηγαίνει στην επόμενη ερώτηση χαζογελώντας. Και το κοινό που κάθεται πίσω, παρακολουθεί με αδιαφορία.
Δεν φταίνε αυτοί αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Συμπεριφέρονται και υπάρχουν όπως τους επιβάλλει η εποχή. Έχουν έρθει για να δουν έναν «γελωτοποιό», να ακούσουν πονηρές ιστορίες με πικάντικες λεπτομέρειες, όχι να νοιαστούν για τα φρικτά βιώματα ενός ανθρώπου. Η τηλεόραση ως η αρένα με τους εκούσιους μάρτυρες.
Το βιβλίο και το τέλος
Στην αυτοβιογραφία του που πλέον δεν κυκλοφορεί, εκθέτει αρκετές στιγμές της ζωής του που υπογραμμίζουν αυτήν την τραγικότητα. Μια μέρα ο πατέρας του γύρισε νωρίτερα στο σπίτι και τον βρήκε γυμνό μαζί με τον εραστή του. Έβγαλε μια καραμπίνα, την κράτησε στον κρόταφό του και απείλησε να τον σκοτώσει αν ήταν γκέι. Όταν όμως οι δημοσιογράφοι τον ρωτούσαν για τις σχέσεις του με την οικογένειά του, πάντα τις περιέγραφε ως άριστες.
Τα τελευταία χρόνια, ήταν εξαφανισμένος. Η μόνη παρουσία του ήταν στα βιντεάκια του Luben. Η είδηση του θανάτου του έφερε ξανά στην μνήμη όλες τις «ένδοξες» cult στιγμές. Ίσως και με μια νοσταλγία. Καθώς έψαχνα να βρω κομμάτια της ζωής του, βρήκα ένα βίντεο από ένα ρεβεγιόν με την οικογένειά του το 1987.
Ποζάρει μπροστά από λευκές ορχιδέες που έλεγε ότι λάτρευε. Αγκάλιαζε και φιλούσε τους δικούς του ανθρώπους. Έκανε χορευτικές φιγούρες υπό τον ήχο της μουσικής και χαμογελούσε πονηρά στην κάμερα. Το τι έκρυβε πίσω από την όλη του παρουσία, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Θα το καλύπτει για πάντα η εικόνα του «Μίστερ Μπούτια».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.