To αμερικάνικο diner όπως το γνωρίζουμε σήμερα, αυτό που προσφέρει μπριζόλα για πρωϊνό και pancakes με άπειρα σιρόπια και καφέ όσο μπορέι να αντέξει κανείς, αναδείχθηκε στη δεκαετία του 1950, την ίδια εποχή που χιλιάδες Έλληνες, στο τέλος της φρίκης του Β'Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν φτάσει στην Αμερική, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον.
Το στερεότυπο του «θα πάω στην Αμερική να γίνω γκαρσόνι και ύστερα να ανοίξω τη δική μου ταβέρνα» σε μεταγενέστερες εποχές που η χώρα μας έζησε σε κατάσταση υψηλής υλικής ευμάρειας, έμοιαζε να έχει χροιά ανέκδοτου. Όμως η ιστορία των Ελλήνων που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και κατέκτησαν την «βιομηχανία» των εστιατορίων, όπως οι Κορεάτες έκαναν δικά τους τα μίνι μάρκετ, κάθε άλλο παρά αστεία είναι.
«Όταν οι Έλληνες ήρθαν εδώ, η αντίδραση των ντόπιων ήταν ίδια με αυτή που είχαν όταν ήρθαν αντιμέτωποι με τους Ιρλανδούς ή τους Ιταλούς. Τους έβλεπαν καχύποπτα, ρωτούσαν «τι θέλουν αυτοί εδώ; Μιλάνε περιεργα» και άλλα τέτοια πράγματα», έγραψε ο Μάικλ Γκάμπριελ, συγγραφέας του βιβλίο "The History of Diners in New Jersey". Συμπληρώνει: «αλλά οι Έλληνες προσπαθούσαν σκληρά να διεκδικήσουν την ευκαιρία τους, να ζήσουν το αμερικάνικο όνειρο»
Η ανάγκη ήταν η αφορμή, ο παρακαμπτήριος δρόμος, μακριά από τα έξτρα βάσανα. Δεν ήξεραν τη γλώσσα και στρέφονταν στη μόνη δουλειά που δεν απαιτούσε πτυχία, αλλά αντοχή, την εστίαση. Ξεκινούσαν ως λαντζέρηδες, βοηθοί κουζίνας και σερβιτόροι σε εστιατόρια, μάθαιναν γρήγορα τα μυστικά της δουλειάς και ύστερα αγόραζαν μικρά, οικονομικά «luncheonettes» (ας πούμε πώς ήταν μικρά κουτούκια) και καντίνες, τα οποία σταδιακά εξέλιξαν στα σημερινά diners.
Πώς όμως τα εστιατόρια της Αμερικής κατακτήθηκαν από τους Έλληνες; Βρήκαμε μια σοβαρή επεξήγηση του φαινομένου, από έναν θρυλικό εστιάτορα της Νέας Υόρκης, τον George Vallianos, μέσα από μια συζήτηση του με τον δημοσιογράφο Τέρι Νταν:
«Πρέπει να καταλάβετε ότι οι Έλληνες είναι ένας πολιτισμός παθιασμένος με το φαγητο. Η Ελλάδα, είναι μια μεγάλη χώρα με πολλές μικρές πόλεις. Παραδοσιακά, η εργασία ήταν κυρίως αγροτική, δηλαδή σχετική με τα τρόφιμα, είτε επρόκειτο για την κτηνοτροφία, είτε για εργασία σε οπωρώνες ή σε μικρές φάρμες. Έτσι, οι άνθρωποι δούλευαν με τα τρόφιμα όλη μέρα και αφιέρωναν χρόνο για την προετοιμασία και την απόλαυση των γευμάτων. Με λίγα λόγια, η ζωή περισρεφόταν γύρω από το φαγητό.
Πώς έγινε, λοιπόν, το αμερικανικό «diner» το αντίστοιχο του ελληνικού καφενείου; «Οι Έλληνες είναι ένας ανεξάρτητος λαός», λέει ο Γιώργος. Επομένως, το να έχουν τη δική τους επιχείρηση δεν ήταν μια ασυνήθιστη επιθυμία. Είτε ξεκινούσαν νοικιάζοντας ή έχοντας στην κατοχή τους ένα μικρό καρότσι με φρούτα και λαχανικά, είτε ανεβαίνοντας σταδιακά την ιεραρχία της κουζίνας σε ένα εστιατόριο, ο στόχος ήταν ο ίδιος. Και γιατί «diners»;
Λοιπόν, υπάρχει μια ιστορική εξήγηση. Τα κύρια λιμάνια εισόδου στις ΗΠΑ για τους Έλληνες μετανάστες ήταν οι παραθαλάσσιες πόλεις της ανατολικής ακτής, από τη Βοστώνη έως τη Φιλαδέλφεια, τα ιδανικά σημεία για να δημιουργήσεις το δικό σου diner, ένα χώρο ζεστό και προσιτό, κάπου να νιώθεις σε επαφή με τους πελάτες σου.
Έτσι, όπως το βλέπει ο Γιώργος, οι παθιασμένοι με το φαγητό και εργατικοί Έλληνες μπήκαν από την αρχή στον κόσμο των diners, βρήκαν ένα σπίτι εκεί, και πολλοί παραμένουν μέχρι σήμερα. Ο ιδιοκτήτης ή ο ψήστης είναι το αντίστοιχο του ιδιοκτήτη του καφενείου, τα τραπεζάκια και τα καθίσματα στον πάγκο επιτρέπουν τη συζήτηση και την παρέα, και το φαγητό ή το ποτό δεν είναι ποτέ ο μοναδικός λόγος για να περάσει κανείς από εκεί.
Αλλά η διοίκηση ενός diner δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση, ούτε είναι εύκολη τώρα, γεγονός που φέρνει τον Γιώργο πίσω εκεί από όπου ξεκίνησε: στην ελληνική εργασιακή νοοτροπία.«Υπάρχει ένα συναρπαστικό βιβλίο με τίτλο «A Place for Us» (Ένας τόπος για εμάς) του Νίκολας Γκέιτζ (Νίκου Γκατζογιάννη), το οποίο αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του στις επιχειρήσεις εστίασης στο Γούστερ της Μασαχουσέτης. Ο Γκέιτζ εξηγεί ότι, επειδή οι άνθρωποί του δεν βρίσκονταν εδώ πριν από τη Μεγάλη Ύφεση (το Κραχ), δεν έμαθαν ποτέ τι χάθηκε και δεν ένιωσαν ποτέ ότι δικαιούνταν κάτι έτοιμο. Απλώς στρώθηκαν στη δουλειά, πουλώντας καλό φαγητό σε χαμηλές τιμές. Και ναι, δουλεύοντας πάρα πολύ σκληρά».
Roadside Magazine, 1993
Πόσο εύκολο είναι το να βρείς καλό πιτόγυρο στη Νέα Υόρκη;
Σύμφωνα με το παραπάνω video του Greek Reporter από το 2021, αρκεί να τσεκάρεις που πηγαίνουν για φαγητό οι αστυνομικοί. Γιατί; «Γιατί αυτοί ξέρουν» μας απαντά ένας μερακλής τυλιχτής από το «Μεγάλο Μήλο».
Υπάρχει μια ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη που καταφέρνει να δείξει τη ζωή των Ελλήνων της Νέας Υόρκης όσο πιο μίζερα γίνεται;
Ναι, είναι το «Χαμένοι στο Μανχάταν» με τον Σταμάτη Γαρδέλη στο ρόλο του μετανάστη της συμφοράς. Είναι βιντεοταινία του 1986, γυρισμένη στην Αμερική, με τους Στιβ Ντούζο, Ρίκα Διαλυνά, Έλενη Τσαβαλιά, Στέφανο Στρατηγό να συμπληρώνουν τη μιζέρια του κεντρικού ήρωα. Μην πιστεύετε τις βιντεοταινίες του 1986.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.