Ήταν άλλη μια Τρίτη, με καύσωνα. Καθώς κατευθυνόμουν προς το λιμάνι του Πειραιά, θυμόμουν κάποιες ατάκες απο το βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου για τον Πειραιά, μετά τον Β'Παγκόσμιο Πόλεμο. Έγραφε:
«Δεν υπήρξε πιο άγρια πόλη για πενήνταεξήντα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Πόλεμο. Τα γκανγκστεριλίκια, τα πιστολίδια, τα μπουνίδια και τα μαχαιρώματα που βλέπουμε στις ταινίες, εκείνη την εποχή στον Πειραιά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Όλοι κουβάλαγαν πιστόλι, αν ήθελαν τη ζωή τους, ακόμα και οι νοικοκυραίοι κοιμόντουσαν με το όπλο κάτω απ’ το μαξιλάρι, και τις νύχτες ξέσπαγαν αληθινές μάχες μεταξύ συμμοριών, νταήδων, λαθρεμπόρων, σωματεμπόρων, ενώ η αστυνομία μέτραγε ανήμπορη κάθε νύχτα “άνω των τριάντα πυροβολισμών ανά πέντε λεπτά».
Ο Πειραιάς του 2026 δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την εποχή. Ο εξευγενισμός και η τουριστικοποίηση έχουν μετατρέψει την πόλη σε μια λίγο πιο «λαϊκή» και άγρια βερσιόν της Αθήνας. Θέλω να πω ότι, ναι, υπάρχουν κι εδώ αμέτρητα μπραντσάδικα και airbnb, γκρουπ με τουρίστες που κοιτούν με δέος την Μαρίνα Ζέας και το Στάδιο Καραϊσκάκη και άλλα τοπόσημα της πόλης. Αλλά υπάρχει πάντα η δυνατότητα να βρείς στα καταστήματα του Πειραιά και πολύ παράξενα πράγματα, όπως ένα δόντι από θαλάσσιο ελέφαντα, σε βίτρίνες με βίντατζ καραβάκια και ρολόγια.

Η «αποστολή» μου
Έκλεισα τα data του Ίντερνετ στο κινητό. Ξεκίνησα ένα πρότζεκτ λίγο διαφορετικό, λίγο πιο 90ς. Έμφανίστηκα στο λιμάνι, στην αποβάθρα Ε9, δίπλα στον Άγιο Σπυρίδωνα και στα γραφεία του ΟΛΠ, εκεί που τελειώνει η γειτονιά της Τρούμπας. Οι αφίσες κάποιων καλλιτεχνών, όπως ο μικρός γιός του Στράτου Διονυσίου, Διαμαντής και κάποιες ξεθωριασμένες ταμπέλες από ξενυχτάδικα άλλων εποχών, θυμίζουν κάτι από την αίγλη της Τρούμπας μιας άλλης εποχής.
Όμως στη Τρούμπα του 2026 δεν θα βρείς μάγκες και αλάνια που τραβάνε για το Πασαλιμάνι, αλλά γκρουπ από Γάλλους και Κινέζους και Ισραηλίτες τουρίστες, που «βράζουν» στον καύσωνα, σέρνοντας βαλίτσες και μια ελαφριά απόγνωση, σε μια πόλη που ίσως και να γίνει η πολυπόθητη είσοδος τους σε ένα μεγάλο, φωτεινό, καλοκαίρι, σαν αυτό για το οποίο τραγουδούσε κάποτε ο Μανώλης Φάμελλος.
Το ίδιο ζόρι τραβάμε, με τη ζέστη την αφόρητη, που κάνει το πεζοδρόμιο να μοιάζει με ηφαιστειακή λάβα, αν κι εγώ έχω και μια μεγαλύτερη έννοια. Πρέπει να προσανατολιστώ χωρίς GPS, είμαι ένας τουρίστας που έρχεται από το 1999, που δεν πλήρωσε το Ίντερνετ στο κινητό με το πορτάκι που φωλιάζει στην τσέπη του. Ονειρεύομαι διακοπές ελεύθερες, χωρίς κράτηση στην ξαπλώστρα, χωρίς να έχω κλείσει δωμάτιο σε νησί οκτώ μήνες πριν (όπως κάνουν όλοι εν έτει 2026, για να μην κοιμηθούν στο δρόμο, ή στην παραλία).
Είμαι έτοιμος να μπώ στο καράβι και να βαρεθώ, να καθίσω μέσα στο σαλόνι και να κοιτάζω τις οδηγίες προς τους επιβάτες, ύστερα τα πρωινάδικα (όσα έχουν μείνει) κι ύστερα, όταν βαρεθώ, να βγώ έξω και να κοιτάζω τα κύματα και με το νοητό χάρακα του μυαλού μου να χαράσω αποστάσεις προς τα κοντινότερα βράχια, που κρύβουν το νησί του προορισμού μου. Πόσο μακρινη είναι πια η εποχή που μπαίναμε σε ένα πλοίο και βαριόμασταν και τα λεπτά δεν περνούσαν με τίποτα! Ναι, αλλά πρώτα πρέπει να βρώ το δρόμο μου για να φτάσω εκεί που αράζει το πλοίο μου.

Βρίσκω μπροστά μου κάτι που δεν μοιάζει με εικόνα διακοπών. Είναι εκείνο το πάρκινγκ του λιμανιού που βρίσκουν καταφύγιο τα βράδια οι άστεγοι της πόλης, για ένα ύπνο λίγων ωρών. Τα συμπράγκαλα τους βρίσκονται εκεί, τα πρόσωπα τους διασκορπίζονται στις πλατείες και στα βαγόνια του μετρό, τραγουδώντας πιστά το τροπάριο της ελεημοσύνης μας, σε μια πόλη που δεν δείχνει κανένα έλεος.
Μέσα στο λιμάνι

Ο κοκκινωπός δρόμος με τις κίτρινες γραμμές μοιάζει με ταρτάν για αθλητές στίβου, έτοιμος να τρέξουν το μαραθώνιο, οι φοίνικες που δίνουν λίγο πράσινο στην «κάψα» της μέρας μοιάζουν οριακά με Α.Ι, οι περισσότεροι έχουν ξεραθεί και αποτελούν κι αυτοί ένα βίντατζ απομεινάρι της παλιάς εποχής του λιμανιού. Είναι ο δρόμος που μας συστήνει η ανώτατη αρχή του λιμανιού να περπατάμε για να φτάσουμε στην αποβάθρα της επιλογής μας.
Ρωτάω ταξιδιώτες που μιλάνε ελληνικά για την αποβάθρα Ε7, δεν ξέρουν που βρίσκεται και με κοιτάνε περίεργα, σαν να είμαι ο Φουσέκης και θέλω να τους ζητήσω πίτσες με φιστικοβούτυρο, είναι εντυπωσιακά ενοχλημένοι. Στη συνέχεια βρίσκω μπροστά μου λιμενικούς, τους επαναλαμβάνω την ίδια ερώτηση, με κατευθύνουν με ευγένεια και υπομονή στον προορισμό μου. Κάπου εκεί σκαρφίζομαι και μια ακόμα ερώτηση, πολύ λογική για έναν ταξιδιώτη που έχει έρθει από μακριά, από μια εποχή που οι άνθρωποι δεν προσανατολίζονταν με κινητά τηλέφωνα. Πού μπορώ να πάω μια τουαλέτα;

Κάποιός μου λέει να πάω προς τα πίσω, στην αποβάθρα που πάει Σαρωνικό, εκεί όπου υπάρχει μια τουαλέτα μεγαλοπρεπής, που μοιάζει με διαστημικό σκάφος. Κάποιος μου λέει να πάω σε μια συγκεκριμένη τουαλέτα, λίγο πιο έξω. Είναι πιο κοντά, είναι μια χημική τουαλέτα του ΟΣΥ. Είναι κλειδωμένη, έχει σπασμένο τζάμι, έχει ίχνη παραβίασης και μυρίζει πάρα, πάρα πολύ άσχημα. Δεν θα προκαλέσω την τύχη μου.
Ένα δεύτερο σενάριο

Αποφασίζω να κάνω πιο δύσκολη την πίστα της πλοήγησης στο λιμάνι χωρίς gps. Ρωτάω που βρίσκεται η αποβάθρα Ε1, αυτή από την οποία φεύγουν τα πλοία με κατέυθυνση τα Δωδεκάνησα. Μαθαίνω ότι βρίσκεται κάποιο λεωφορείο, μέσα στο λιμάνι, το οποίο σε οδηγεί στη συγκεκριμένη αποβάθρα, η οποία «αγγίζει» την Δραπετσώνα. Φτάνω στον σταθμό του ΗΣΑΠ, όπου έχω μάθει πως τα λεωφορεία βρίσκονται κάπου εκεί. Στο σημείο υπάρχουν ταμπέλες για κάποια λεωφορεία Ε.Ο και Ε.Λ, εικάζω πως είναι του αεροδρομίου, αλλά η ταμπέλα αναφέρει και «εξπρές λεωφορεία αεροδρομίου».
Καθότι πέρα από την ταμπέλα που έχω φωτογραφίσει, δεν υπάρχει κάποια άλλη σχετική σήμανση για την Ε1, βγαίνω έξω. Εκεί συναντώ μια στάση λεωφορείου για λεωφορεία που πάνε προς Δραπετσώνα, Πέραμα, Ταμπούρια και άλλα προάστια του Πειραιά. Υπάρχουν και αρκετοί τουρίστες, με τα βλέμματα τους πάνω από τα κινητά, με αγωνία, σαν να πρόκειται να τους αποκαλυφθεί κάποιο μυστικό. Είπαμε, εγώ δεν έχω τέτοιο πράγμα επάνω μου, οπότε μπορώ να τους κοιτάξω με περίεργεια και θαυμασμό. Συναντώ και μια πινακίδα για έναν τριψήφιο αριθμό που αν τον καλέσω, υπόσχεται να μου βρει από που φεύγει το πλοίο του δρομολογίου μου. Κάδοι ανακύκλωσης, παγκάκια που καίνει τους πισινούς σαν πυρωμένο σίδερο και τουρίστες αρματωμένοι με βαλίτσες με ροδάκια ψάχνουν κι αυτοί κάτι, οτιδήποτε.
Πιστός στις 90ς αποχρώσεις του ρόλου μου, κατευθύνομαι προς το περίπτερο του απέναντι δρόμου για να ρωτήσει μήπως ξέρει που σταματάει το λεωφορείο της Ε1. Με κοιτάζει έκπληκτος ο περιπτεράς, καθώς χτυπάει στο μηχάνημα του το barcode της σοκοφρέτας που αγοράζω και μου δείχνει «εδώ», δηλαδή περίπου 50 μέτρα δεξιά. Δύο λεωφορεία, στο ένα ο οδηγός κοιμόταν, με μια επιγραφή με κάποιο εξωτικό ονοματεπώνυμο (όχι "Ε1" πάντως) ήταν έτοιμα να αναχωρήσουν για την πύλη των Δωδεκανήσων. Κάπου εδώ, η αποστολή μου είχε φτάσει στο τέλος της. Τα Δωδεκάνησα ήταν και θα παραμείνουν υπέροχα, είτε διαθέτετε smartphone με γενναία δόση data, είτε όχι.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.