Μενού

O πρώτος καταραμένος ροκ σταρ στην Ελλάδα ήταν ρεμπέτης

Ανέστος Δελιάς
Ανέστος Δελιάς | Υoutube / @rebetikogreece
  • Α-
  • Α+

Το πρωινό της 31ης Ιουλίου 1944, μέσα στη στάχτη και την πείνα της κατεχόμενης Αθήνας, ένα αστυνομικό κάρο μαζεύει από το πεζοδρόμιο, έξω από τον τεκέ του Ντανακούλη στο Μεταξουργείο, το άψυχο σώμα ενός άντρα 32 ετών. Στα παγωμένα του χέρια κρατούσε ακόμα σφιχτά ένα μπουζούκι.

Ήταν ο Αναστάσιος Δέλλιος –για τον κόσμο της νύχτας και του περιθωρίου, ο Ανέστος,ο Δελλιάς, το Ανεστάκι ή ο Αρτέμης. Ο μοναδικός ρεμπέτης που έσβησε από την ηρωίνη. Χρόνια αργότερα, ο Μάρκος Βαμβακάρης θα συμπύκνωνε όλη του τη ζωή σε μια φράση που στάζει αίμα και ποίηση: «Ένας άγγελος πεταμένος στα σκουπίδια».

Από τη Σμύρνη στη «Ξακουστή Τετράς» του Πειραιά

Ο Ανέστος γεννήθηκε το 1912 στη Σμύρνη, μέσα σε μια οικογένεια όπου η μουσική ήταν μοίρα. Γιος του Παναγιώτη Δέλλιου, ενός από τους πιο φημισμένους σαντουρίστες της Μικράς Ασίας με το παρατσούκλι «Μαύρος Γάτος», και ανιψιός του λαϊκού βιολιστή Μιχάλη Δέλλιου, κουβαλούσε το ταλέντο στο DNA του. Το 1920, η οικογένεια ξεριζώνεται και εγκαθίσταται στις προσφυγικές παράγκες της Δραπετσώνας.

Διαβάστε ακόμα: «Μια βραδιά στο Λούκι» και «Σαν σταρ του σινεμά» γράφτηκαν στο ίδιο μπαρ: Η ιστορία τους

Εκεί, ο μικρός Ανέστος πιάνει πρώτα την κιθάρα. Γύρω στο 1930, όμως, η συνάντησή του με τον Μάρκο Βαμβακάρη αλλάζει τα πάντα. Με την προτροπή του Μάρκου, ο Δελιάς αγκαλιάζει το μπουζούκι και εξελίσσεται σε έναν δεξιοτέχνη οργανοπαίκτη, προικισμένο συνθέτη και στιχουργό.

Το καλοκαίρι του 1934, γράφεται ιστορία. Στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά, γεννιέται η πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία της χώρας: η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς.

Εκεί ο Ανέστος συστήνει τα πρώτα του κομμάτια. Το 1935 κυκλοφορεί το εμβληματικό τσιφτετέλι «Μέσα στης Πόλης το χαμάμ (Το χαρέμι στο χαμάμ)», το οποίο ηχογραφείται με τις φωνές του Παγιουμτζή και του Παπαϊωάννου, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.

Ακολουθεί μια καταιγίδα δημιουργίας: «Αθηναίισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου μάγκα στη γειτονιά μου», «Για ένα παλιό σακάκι», «Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοια καλή γυναίκα», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Βρε μάγκα μου το μαχαίρι σου (Το κουτσαβάκι)», «Φιγουρατζής».

Η λογοκρισία του Μεταξά και «ο πόνος του πρεζάκια»

Το 1937, το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά επιβάλλει μια σκληρή, πουριτανική λογοκρισία στο ρεμπέτικο τραγούδι. Άνθρωποι σαν τον Δελιά, τον Μπάτη, τον Βαγγέλη Παπάζογλου και τον Γιοβάν Τσαούς αρνούνται να υποταχθούν στα νέα καλούπια και σταματούν να ηχογραφούν.

Όμως, το κακό είχε ήδη γίνει. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 1936, ο Δελιάς είχε γράψει ένα κομμάτι-σταθμό, εμπνευσμένο από τους εξαθλιωμένους χρήστες που έβλεπε να αργοπεθαίνουν στα στενά του Πειραιά: «Ο πόνος του πρεζάκια».

Διαβάστε ακόμα: Για ποια γυναίκα έγραψε ο Σωκράτης Μάλαμας την Πριγκηπέσσα

Η ειρωνεία της τύχης έμελλε να είναι ισοπεδωτική. Αυτό το τραγούδι δεν ήταν απλώς μια καταγραφή της κοινωνικής σαπίλας, αλλά η προφητεία του δικού του, προσωπικού δράματος.

Ο μύθος της «Σκουλαρικού»

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, ο Δελιάς παρασύρθηκε στον κόσμο της ηρωίνης από τη φιλενάδα του, την Κούλα, γνωστή με το παρατσούκλι «Σκουλαρικού», μια γυναίκα από τις κακόφημες, περιθωριακές συνοικίες των Βούρλων.

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης, μιλώντας για τον φίλο του, περιγράφει τη σχέση τους με μελανά χρώματα. Ο μύθος της εποχής ήθελε τη «Σκουλαρικού» –ούσα ήδη εξαρτημένη– να ρίχνει κρυφά πρέζα στα ρουθούνια του ανύποπτου Ανέστου την ώρα που κοιμόταν, για να τον τραβήξει μαζί της στον βούρκο.

Ωστόσο, αν αποδομήσει κανείς αυτό το αφήγημα με τα σημερινά κριτήρια, βλέπει την κλασική τάση της πατριαρχικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου να δαιμονοποιεί τη γυναίκα ως την απόλυτη «Εύα-πειρασμό». Σε μια εποχή που τα δικαιώματα των γυναικών ήταν ανύπαρκτα και η κοινωνική περιθωριοποίηση των γυναικών της νύχτας απόλυτη, η «Σκουλαρικού» έγινε ο βολικός αποδιοπομπαίος τράγος για μια εξάρτηση που θέριζε τότε τα λιμάνια και τις φτωχογειτονιές.

Η κατάσταση του Δελιά ήταν ήδη μη αναστρέψιμη. Από τα αρχεία του Δρομοκαϊτείου Θεραπευτηρίου, τα οποία ήρθαν στο φως χρόνια μετά, προκύπτει το επίσημο ιατρικό ντοκουμέντο της τραγωδίας του. Η ιατρική πιστοποίηση από τον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών αναφέρει επί λέξει:

«Πιστοποιητικόν: Οι υπογεγραμμένοι ιατροί του Σταθμού Πρώτων Βοηθειών, Μιχ. Κανελλόπουλος και Μ. Παϊδούσης βεβαιούμεν, ότι ο Ανέστης Δελιάς ετών 32 πάσχων εκ κοκαϊνομανίας και ηρωϊνομανίας από 9 ετών, έχει ανάγκην εισαγωγής εις ειδικόν θεραπευτήριον προς θεραπείαν. Οι ιατροί (υπογραφές) Μ. Κανελλόπουλος και Μ. Παϊδούσης».

Το κόστος της γραφειοκρατίας για το πιστοποιητικό αυτό; «Μας οφείλετε 4.000 δρχ., 2.000 για χαρτόσημο και 2.000 για ιατρόσημο».

Η εξορία και η μοιραία επιστροφή 

Οι φίλοι του προσπάθησαν επανειλημμένα να τον σώσουν, αλλά μάταια. Το 1938-1939, ο Δελιάς εκτοπίζεται στην Ίο ως επικίνδυνος τοξικομανής. Εκεί, συναντά τον επίσης εξόριστο Μιχάλη Γενίτσαρη. Με την επίμονη προτροπή και τη στήριξη του Γενίτσαρη, ο Ανέστος καταφέρνει να κόψει την ηρωίνη.  

Όταν ξεσπά ο πόλεμος το '40, ο Δελιάς ντύνεται στο χακί και πηγαίνει στο μέτωπο. Στην πρώτη γραμμή, όπου δεν υπήρχε ούτε τσιγάρο για δείγμα, ο οργανισμός του καθαρίζει εντελώς.

Διαβάστε ακόμα:Τρύπες: Τα τσίπουρα με τον Νίκο Παπάζογλου όταν ετοιμαζόταν ο δίσκος «Τρύπες στον Παράδεισο»

Φαίνεται να μπαίνει στον δρόμο της οριστικής απεξάρτησης. Μετά την απόλυση, καταφεύγει για ένα μικρό διάστημα στη Θεσσαλονίκη μαζί με την τραγουδίστρια Νταίζη Σταυροπούλου, όπου εργάζεται για λίγο, πριν πάρει τη μοιραία απόφαση να επιστρέψει στην Αθήνα.  

Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα, ο Ανέστος προσπαθεί απεγνωσμένα να κρυφτεί από το παρελθόν του και τη «Σκουλαρικού» για να μην ξανακυλήσει. Πιάνει δουλειά σε ένα μικρό μπουζουξίδικο στο Θησείο μαζί με τον Κηρομύτη, προσπαθώντας να βγάλει μερικά φράγκα για να επιβιώσει. Όμως, η μοίρα (ή το παρελθόν του) τον εντοπίζει. Ξαναβρίσκει τα ναρκωτικά και επιστρέφει, αυτή τη φορά οριστικά, στο «φαράγγι του θανάτου». Με τη βοήθεια του Στράτου Παγιουμτζή και του Γκόγκου κάνει μια τελευταία προσπάθεια να ξεφύγει, αλλά το σκοτάδι τον καταπίνει γρήγορα.

Ο θάνατός του το καλοκαίρι του '44 ήταν το βίαιο κλείσιμο ενός προδιαγεγραμμένου κύκλου. Ο Ανέστος Δελιάς έφυγε νωρίς, αλλά το αποτύπωμά του έμεινε ανεξίτηλο.

Δεκαετίες αργότερα, το όνομά του θα περνούσε στην αθανασία μέσα από το τραγούδι «Άγγελος δραπέτης» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, το οποίο ερμήνευσε συγκλονιστικά ο Δημήτρης Μητροπάνος στον δίσκο «Πικροσάββατα».

Η ιστορία του Ανέστου Δελιά παραμένει μια ζωντανή, αιμορραγούσα πληγή του ρεμπέτικου. Ήταν ένας άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στις μελωδίες της Σμύρνης, μεγάλωσε στη λάσπη του Πειραιά, άγγιξε την κορυφή της δημιουργίας και τελικά νικήθηκε από τους δαίμονές του, αφήνοντας πίσω του μερικά από τα πιο ατόφια, «μάγκικα» τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ σε αυτή τη χώρα.

 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.