Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή παρακολούθηση έχει γίνει σχεδόν καθημερινή συνήθεια, το να παρακολουθείς τι ανεβάζει ο άλλος στις πλατφόρμες, αν είναι διαθέσιμος online, την πρόσφατη δραστηριότητά του και με ποιους ή όχι κάνει παρέα, θεωρείται για τους περισσότερους ένα φυσιολογικό, αναπόσπαστο κομμάτι των social media.
Είναι συνέπεια και προϊόν της εποχής μας το να απολαμβάνουν οι άνθρωποι με «παθητικό» τρόπο το περιεχόμενο άλλων χρηστών; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα όρια ανάμεσα στην απλή περιέργεια και την εμμονική συμπεριφορά γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα; Και τι αποκαλύπτει για την ψυχική μας κατάσταση ο συνεχής έλεγχος των likes, των followers και της online παρουσίας των άλλων;
Η ψυχολόγος κ. Κασσιανή Μουσά Ψυχολόγο, MSc – Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεύτρια, συνεργάτιδα του Κέντρου Ψυχοθεραπείας «Φρόσω Φωτεινάκη & Συνεργάτες» (efrosynifotinaki.gr), εξηγεί πότε η χρήση των social media παύει να είναι απλώς λειτουργική, ποια είναι τα προειδοποιητικά σημάδια και γιατί, πολλές φορές, η οθόνη λειτουργεί ως προσωρινό «παυσίπονο» για βαθύτερες συναισθηματικές δυσκολίες.
Αν τα social media δεν υπήρχαν ποιες από τις σημερινές συμπεριφορές θα θεωρούνταν ξεκάθαρα εμμονικές; Ποιες συνήθειες των social media δικαιολογούνται ως περιέργεια ενώ πλησιάζουν την εμμονή;
«Με τα social media να έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και την πρόσβαση σε αυτά ευκολότερη από ποτέ, παρατηρείται ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών σε ό,τι αφορά την χρήση τους. Άλλοι χρήστες επιλέγουν να έχουν μία καθημερινή παρουσία στις πλατφόρμες μέσα από το μοίρασμα στιγμιοτύπων της ζωής τους, άλλοι προτιμούν να απολαμβάνουν με περισσότερο «παθητικό» τρόπο το περιεχόμενο άλλων χρηστών χωρίς οι ίδιοι να κοινοποιούν στιγμές της δικής τους ζωής, άλλοι ως τόπο έμπνευσης και αναζήτησης ιδεών ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους αξιοποιεί την δυνατότητα που προσφέρουν για άμεση «σύνδεση» με τους γύρω.
Eάν λοιπόν φανταστούμε τον τρόπο χρήσης των media σαν ένα συνεχές, όσο η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν δεν επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητα του χρήστη και η δυνατότητα επιλογής του τρόπου που επιθυμεί να τα αξιοποιεί παραμένει ανεπηρέαστη, τότε μιλάμε για «λειτουργική» χρήση. Όσο αυξάνεται ο χρόνος που αφιερώνει στις πλατφόρμες και αυτό γίνεται εις βάρος άλλων πτυχών όπως η μείωση των κοινωνικών συναναστροφών, η περιορισμένη φροντίδα του εαυτού, η χαμηλή συγκέντρωση σε δραστηριότητες που απαιτούν νοητική προσπάθεια κλπ τότε αρχίζουμε να κάνουμε λόγο για υπερβολική και εν συνεχεία «προβληματική» χρήση.

Όσο μειώνεται η ικανότητα ελέγχου της συμπεριφοράς (π.χ. το να μπορώ να αποσυνδεθώ ανά πάσα στιγμή), το μυαλό κατακλύζεται από ανεπιθύμητες σκέψεις όπως «Πρέπει να μπω να δω ένα ανέβασε story», «Ήταν online πριν 2 λεπτά, γιατί δεν απάντησε», «Μήπως συμβαίνει κάτι σημαντικό και δεν το ξέρω», υπάρχει έντονο άγχος και δυσφορία όταν η πρόσβαση δεν είναι δυνατή αλλά και σημαντική δυσκολία ρύθμισης των συναισθημάτων αυτών με την ανακούφιση να επέρχεται μόνο όταν ανακτάται η δυνατότητα πρόσβασης, τότε η χρήση έχει αρχίσει πλέον να αποκτά καταναγκαστικό/εμμονικό χαρακτήρα.
Συνεπώς όταν μία συμπεριφορά καθοδηγείται από έντονο άγχος, υπάρχει σημαντική δυσκολία ελέγχου της και το άτομο ανακουφίζεται προσωρινά μόνο όταν τελικά ενδώσει σε αυτή, μπορούμε να πούμε ως ειδικοί ψυχικής υγείας ότι έχει αποκτήσει χαρακτήρα εμμονής. To κριτήριο του χρόνου που αφιερώνει κανείς στις πλατφόρμες δεν είναι από μόνο του αρκετό για να καταστήσει μία συμπεριφορά «εμμονική». Ειδικότερα στον χώρο των social media, συμπεριφορές όπως οι συχνές επισκέψεις στο προφίλ ενός ατόμου, συστηματική παρακολούθηση του περιεχομένου που ανεβάζει, ενδελεχής παρακολούθηση της “online” κατάστασης του αλλά και εάν το μήνυμα έχει διαβαστεί, ο συστηματικός έλεγχος των followers αλλά και των “likes”, αποτελούν μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα συνηθειών των χρηστών που μπορούν να λάβουν χαρακτήρα εμμονής».
Είναι μία φυσιολογική συμπεριφορά λοιπόν η παρακολούθηση των stories συντρόφων ή ατόμων που μας ενδιαφέρουν;
«H παρακολούθηση της διαδικτυακής δραστηριότητας ανθρώπων που είτε υπήρξαν ερωτικοί σύντροφοι στο παρελθόν είτε υπάρχει στο παρόν ενδιαφέρον πάσης φύσεως προς το πρόσωπο τους , είναι μία αναμενόμενη και φυσιολογική συμπεριφορά λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Οι πρακτικές που χαρακτηρίζουν την ψηφιακή επικοινωνία σήμερα κάποτε απουσίαζαν. Κάποια χρόνια πριν την είσοδο του διαδικτύου στη ζωή μας, η δυνατότητα απόκτησης πληροφοριών για ένα πρόσωπο που μας ενδιαφέρει ερωτικά, περιορίζονταν στο πλαίσιο της παρέας, των κοινών γνωστών και απαιτούνταν γενικότερα περισσότερη προσπάθεια για να αποκτηθεί πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν την προσωπική του ζωή. Ο χρόνος, ο κόπος, ο «κίνδυνος» να εκτεθούμε στους άλλους, έχουν περιοριστεί έως εξαλειφθεί όταν πλέον βρισκόμαστε λίγα μόλις «κλικ» μακριά από την απόκτηση όλης της πληροφορίας και την διαμόρφωση των πρώτων εντυπώσεων. Άλλωστε η ανάγκη περιορισμού της συναισθηματικής δυσφορίας αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Επομένως είναι αναμενόμενο και συμβατό με την φύση μας να επιδιώκουμε την πρόσβαση στη ψηφιακή ζωή ενός προσώπου που μας ενδιαφέρει, με το μικρότερο δυνατό συναισθηματικό κόστος που προσφέρει άλλωστε -τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως- η άμεση και εύκολη πρόσβαση στον διαδικτυακή του περσόνα».
Διαβάστε ακόμη: Τι προκαλεί στο μυαλό μας το ατελείωτο scroll στα social media, σύμφωνα με έναν ψυχολόγο
Τι αποκαλύπτει ψυχολογικά ο συνεχής έλεγχος της online κατάστασης ενός ατόμου, της λίστας των followers του και των “like” που δέχεται ή κάνει ο ίδιος;
«Oι ψυχολογικοί μηχανισμοί στους οποίους βασίζεται η συμπεριφορά μας, είναι αρκετά σύνθετοι και για την διαμόρφωση τους έχουν διαδραματίσει κομβικό ρόλο τα βιώματα και οι εμπειρίες μας. Συνεπώς θα αποτελούσε δείγμα υπεραπλούστευσης της πολυπολοκότητας της ανθρώπινης φύσης το να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή, παρουσιάζοντας έναν ενιαίο παράγοντα που θα εξηγεί το γιατί κάποιοι άνθρωποι ενδίδουν σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλους σε τέτοιες συμπεριφορές. Σε ένα γενικό πλαίσιο, οι συμπεριφορές αυτές φαίνεται να επηρεάζονται από παράγοντες που αφορούν για παράδειγμα τους τρόπους που ένας άνθρωπος έχει μάθει να διαχειρίζεται τα δυσφορικά συναισθήματα και το κατά πόσο ο έλεγχος είναι ένας από τους βασικούς αυτούς μηχανισμούς (π.χ το τσεκάρισμα του προφίλ έρχεται να ανακουφίσει προσωρινά δύσκολα συναισθήματα που συνδέονται με τον/την σύντροφο). Άλλοι παράγοντες όπως ο βαθμός ανοχής στην αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις (π.χ. όσο χαμηλότερη η ανοχή στην αβεβαιότητα τόσο υψηλότερη η ανάγκη για συμπεριφορές που αποσκοπούν στην μείωση της όπως το τσεκάρισμα των Likes), η αυτοεκτίμηση, ο τύπος προσκόλλησης (π.χ. οι άνθρωποι με αγχώδη τύπο προσκόλλησης είναι πιο ευάλωτοι σε τέτοιες συμπεριφορές), το κατά πόσο αντλεί κανείς νόημα από άλλες πτυχές της ζωής του κ.α φαίνεται να παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο».
Μήπως έχουμε φτάσει σε σημείο όπου συμπεριφορές που παλαιότερα θα θεωρούνταν παρεμβατικές πλέον αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικές;
«Η ερώτηση αυτή αποτελεί μία πολύτιμη ευκαιρία να μετατοπιστεί η εστίαση της συζήτησης μας από τον άνθρωπο που εμφανίζει αυτές τις συμπεριφορές, στον άνθρωπο που γίνεται αποδέκτης τους. Ο προσωπικός χώρος κάθε ανθρώπου και τα όρια που τον διαμορφώνουν αποτελεί προσωπική υπόθεση. Τόσο λοιπόν στην πραγματική όσο και στην ψηφιακή ζωή καθένας μας διαμορφώνει τον χώρο στον οποίο αισθάνεται άνεση και ασφάλεια. Η διαπερατότητα των ορίων του χώρου αυτού αποτελεί και πάλι προσωπική υπόθεση και στο σημείο αυτό έρχεται η έννοια της παρεμβατικότητας.
Κάθε συμπεριφορά λοιπόν που έρχεται να «εισβάλλει» στον προσωπικό μας χώρο χωρίς την θέληση και την συγκατάθεση μας δημιουργώντας αμηχανία, αγωνία και ενίοτε φόβο, κάθε συμπεριφορά που μας δημιουργεί την αίσθηση ότι γινόμαστε αποδέκτες ελέγχου και είναι δυσανάλογη της εγγύτητας που διέπει την σχέση μας με έναν άνθρωπο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως παρεμβατική. Φυσικά παράγοντες όπως το πλαίσιο και η κουλτούρα επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τι θεωρείται αναμενόμενο κοινωνικά και τι όχι. Σε κάθε περίπτωση, εάν γινόμαστε αποδέκτες μίας συμπεριφοράς που μας δημιουργεί φόβο και την αίσθηση παραβίασης του προσωπικού μας χώρου χωρίς την συγκατάθεση μας, είναι σημαντικό να ακούσουμε το συναίσθημά μας, να εμπιστευτούμε το σώμα μας και τις αισθήσεις που μας μεταφέρει, αναζητώντας την απαραίτητη φροντίδα και υποστήριξη».
Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που συνειδητοποιεί ότι αφιερώνει υπερβολικό χρόνο παρακολουθώντας τη ζωή ενός άλλου μέσα από μία οθόνη; Έχει έρθει ποτέ κάποιος άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια επειδή παρατηρεί ότι η συμπεριφορά του εξελίσσεται σε εμμονή; Κι αν ναι, έχουν αυξηθεί τα περιστατικά αυτά τα τελευταία χρόνια;
«Συνήθως οι συνέπειες της πολύωρης χρήσης της οθόνης είναι αυτές που πιθανόν θα αφυπνίσουν παρά αυτός καθαυτός ο χρόνος που αφιερώνει κανείς σε αυτές. Άλλες φορές, η παρατήρηση θα έρθει από άτομο του κοντινού περιβάλλοντος το οποίο είναι σε θέση να αναγνωρίσει με περισσότερη πιθανόν διαύγεια τις επιδράσεις της πολύωρης ενασχόλησης. Η αλήθεια είναι ότι και στις περιπτώσεις των ενηλίκων που επισκέπτονται τα γραφεία μας, θα έλεγα πως είναι κάπως σπάνιο να αποτελεί θεραπευτικό αίτημα από μόνο του ο περιορισμός της χρήσης της οθόνης.
Φράσεις όπως «Αισθάνομαι μοναξιά στην καθημερινότητα», «Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ τα βράδια», «Δεν βρίσκω κάτι που να δίνει νόημα στη ζωή μου», «Αισθάνομαι μειονεκτικά όταν βλέπω από τα stories ότι οι άλλοι περνούν συναρπαστικά το σαββατοκύριακό τους», «Έχει προχωρήσει τη ζωή του/της και εγώ ακόμα βρίσκομαι στα ίδια», ακούγονται συχνότερα στο θεραπευτικό δωμάτιο.
Είναι σύνηθες στην προσπάθεια χαρτογράφησης της καθημερινότητας του ανθρώπου, μεταξύ των παραγόντων που ενισχύουν αυτές τις δυσκολίες να βρίσκεται και ο παράγοντας «χρόνος στην οθόνη». Χωρίς να γίνεται πολλές φορές αντιληπτό, η παρακολούθηση της ζωής των άλλων αποκτά σταθερά μία θέση στην καθημερινότητα. Γίνεται συνήθεια, ρουτίνα και εν τέλει αυτοματοποιείται.
Διαβάστε ακόμη: «Είμαι 31 χρονών και δεν είχα ποτέ social media»
Φέρνοντας κατά νου ξανά το παράδειγμα του συνεχούς που ανέφερα παραπάνω, σταδιακά μπορεί να χαθεί η αίσθηση ελέγχου και η παρακολούθηση να λάβει διαστάσεις εμμονής, στερώντας από τον άνθρωπο τη δυνατότητα επιλογής. Η προσπάθεια περιορισμού της συμπεριφοράς φέρνει αναπόφευκτα στην επιφάνεια δύσκολα συναισθήματα που πιθανόν απωθούνται στην καθημερινότητα και η οθόνη μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικά πολύτιμο παυσίπονο. Δίχως αυτό, το άτομο είναι αναγκασμένο να βιώσει όλα εκείνα τα δύσκολα και όχι ανεκτά συναισθήματα. Θλίψη για έναν χωρισμό, φόβο μοναξιάς, άγχος και αγωνία για το μέλλον, φόβο για την αβεβαιότητα που φέρνει μία νέα γνωριμία κ.α. Η παρακολούθηση της ζωής των άλλων με τρόπο εμμονικό, αποτελεί την κορυφή στο παγόβουνο αλλά οι συνέπειες της μπορούν εν τέλει να λειτουργήσουν αφυπνιστικά και να κινητοποιήσουν τον άνθρωπο προς την αναζήτηση της κατάλληλης βοήθειας προκειμένου να κατανοηθούν οι βαθύτερες αιτίες που οδηγούν σε αυτές τις συμπεριφορές.
Επομένως κλείνοντας θα έλεγα ότι τόσο στην περίπτωση των ανθρώπων που προβαίνουν σε αυτές τις συμπεριφορές (συστηματική παρακολούθηση ενός προφίλ, έλεγχος ενεργής κατάστασης, έλεγχος likes κλπ) όσο και στην περίπτωση των ανθρώπων που γίνονται συχνά αποδέκτες παρά την θέληση τους (π.χ. το να δέχεται κανείς μηνύματα που αφορούν την προσωπική του ζωή, το να παρακολουθείται κάθε ψηφιακή και μη κίνηση του) η αναζήτηση της κατάλληλης υποστήριξης αποτελεί σημαντικό βήμα αυτοφροντίδας. Η αναγνώριση και η παραδοχή τέτοιων συμπεριφορών συνδέεται συχνά με αισθήματα ντροπής, ενοχής και αδυναμίας. Ταυτόχρονα, όμως αποτελεί και το πρώτο βήμα για την κατανόηση των βαθύτερων αναγκών και τη δημιουργία μίας υγιούς σχέσης τόσο με τον εαυτό όσο και με τους γύρω».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.