Μενού
Rafale
Rafale | Eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Δύο ενδιαφέροντα δημοσιεύματα (30.11.2022) συγκράτησαν την προσοχή μου. Και τα δύο παρ' όλο που ξεχωρίζουν δυστυχώς συγκαταλέγονται στα δημοσιεύματα, που διαβάζονται πιθανώς με ενδιαφέρον, αλλά στη συνέχεια λησμονούνται εύκολα παρά τη διαπιστωμένη πολιτική και διπλωματική σημασία τους. Το ένα αφορά στη διεθνή ενημέρωση μέσω της οποίας πληροφορούμεθα ότι, η Τουρκία αξιοποιώντας τη στρατηγική της συνεργασία με το Κατάρ επιδιώκει να γνωρίσει το αεροσκάφος Rafale και να εξασφαλίσει εκπαίδευση Τούρκων χειριστών στις καταρινές μοίρες, που σταθμεύουν στην Τουρκία, ή στα αεροδρόμια και τους simulators του Κατάρ. Το άλλο, ελληνοκεντρικότερο, αναφέρεται στη μελλοντική δημιουργία Ινστιτούτου μακεδονικής γλώσσας στη Φλώρινα. Κατά την εκτίμηση μου, επαγγελματική κυρίως, αλλά και προσωπική, οφείλουμε να ασχοληθούμε προσεκτικά με κάθε ένα από τα δύο δημοσιεύματα.

Η αγορά αεροσκαφών τύπου Rafale από την Ελλάδα δεν εξασφαλίζει δικαιώματα αποκλειστικότητας και προφανώς δεν εμποδίζει οποιονδήποτε και κυρίως την παραγωγό χώρα να επιδιώκει τη διεύρυνση της πελατείας της. Το γεγονός έχει επισημανθεί εγκαίρως υπογραμμίζοντας ότι οι διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίζονται από έντονη κινητικότητα προς τις συγκλήσεις και όχι προς τη σύγκρουση. Η παράμετρος αυτή αξίζει να προσεχθεί ιδιαιτέρως από πολιτικούς, κόμματα, φιλόδοξους νέους ηγέτες και από την Ελληνική κοινωνία. Για όλους τους διεθνείς δρώντες ο εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων των χωρών του ΝΑΤΟ αποτελεί κοινή προσδοκία για την πληρέστερη εξυπηρέτηση του αμυντικού δόγματος και των γεωστρατηγικών επιδιώξεων του Ευρωατλαντικού Συμφώνου. Η διαπίστωση ότι η Τουρκία αποστασιοποιείται συνειδητά από τον φυσικό γεωστρατηγικό της χώρο απασχολεί όλους τους συμμάχους.

Ίσως, η γεωστρατηγική αγωνία στους κόλπους της συμμαχίας να είναι εντονότερη της Ελληνικής ανησυχίας. Επιλέγονται διάφοροι τρόποι, κάποιοι αρεστοί στην Ελλάδα άλλοι όχι τόσο αποδεκτοί από μέρος της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής, ώστε η Τουρκία να αντιληφθεί τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει απομακρυνόμενη από το ΝΑΤΟ. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η μεθόδευση μεγαλύτερης εξοπλιστικής εξάρτησης της Άγκυρας από συμμαχικές χώρες, παραγωγούς οπλικών συστημάτων. Επίσης, η προσέγγιση ΕΕ και ΗΠΑ με το Κατάρ προφανώς και αποτελεί ένα νέο, κατά την εκτίμηση τους, ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας με την Άγκυρα. Οι στόχοι των διεθνών σχέσεων και των γεωστρατηγικών φιλοδοξιών συνεχίζουν να εξυπηρετούνται με παραδοσιακούς τρόπους όπως η επικοινωνία των ηγετών, των Υπουργείων Εξωτερικών, των διαπιστευμένων πρεσβευτικών και προξενικών αρχών, αλλά και με ειδικούς απεσταλμένους ή ειδικούς εκπροσώπους για θέματα ασφάλειας και πληροφοριών.

Οι κοινωνίες διστακτικά ανοίγονται στη διαφορετικότητα, κοινωνική, θρησκευτική, γλωσσική. Η προσπάθεια παγκόσμιου «αναπροσανατολισμού» ακόμη χαρακτηρίζεται από ανησυχίες και αβεβαιότητες

Το διεθνές περιβάλλον,  όπως εξελίσσεται, δεν θεωρεί εντυπωσιακή τη συνεργασία Τουρκίας-Κατάρ, αντιθέτως ίσως και να τη διευκολύνει, παρακολουθώντας βεβαίως αδιάλειπτα την εξέλιξή της συμπεριλαμβάνοντας τη σχέση της Άγκυρας-Αδελφών Μουσουλμάνων. 

Το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών από το 2014 δεν παρακολουθεί τον στρατηγικό προγραμματισμό των δύο χωρών. Οι εκάστοτε Υπουργοί Εξωτερικών αξιοποιούν κατά την κρίση τους την υπηρεσιακή ενημέρωση. Όμως η Ντόχα επιδεικνύει έντονο ενδιαφέρον και για την προώθηση των σχέσεων με την Αθήνα, όπως επιβεβαιώθηκε και κατά την πρόσφατη συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Εμίρη του Κατάρ. Ορθολογική ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος στην περιοχή ΜΕΝΑ και στα Βαλκάνια επιβάλλει αξιολόγηση των δεδομένων σε βάση ρεαλισμού, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται και η ψυχολογική φόρτιση της Ελληνικής κοινωνίας, η οποία αναζητά ακριβέστερη και πληρέστερη πολιτική ενημέρωση.

Το δεύτερο θέμα αφορά στη Βαλκανική μας πολιτική. Η Ελλάδα, ισχυρός πόλος πολιτισμού, αλλά και πολιτικής πραγματικότητας, χώρα με μεγάλη διασπορά, προφανώς και δεν ανησυχεί από τη δημιουργία γλωσσικού ινστιτούτου στη Φλώρινα. Το βιβλίο «Οι Έλληνες» του R. Beaton, που κυκλοφόρησε προσφάτως, αναδεικνύει τη σημασία της Ελληνικής γλώσσας, τη διαχρονικότητα της στην ανάδειξη και παγκόσμια αναγνώριση του Ελληνικού πολιτισμού. Σε πολλά πανεπιστήμια του κόσμου διδάσκεται η Ελληνική γλώσσα, αρχαία και νέα.

Στο χώρο των Βαλκανίων διακρατικά εξασφαλίζεται πολιτιστική πολιτική, που συμπεριλαμβάνει και τη δημιουργία Ινστιτούτων Γλώσσας, υποστηριζόμενα από την ιδιωτική πρωτοβουλία και τα Ευρωπαϊκά προγράμματα αλληλογνωριμίας των λαών και καλής γειτονίας. Γλώσσες, όπως η Ελληνική, η Αραβική, η Τουρκική ακόμη και οι Σλαβικές αποτέλεσαν για αιώνες κοινό εργαλείο επικοινωνίας των λαών της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Μετά την κατάρρευση των μεγάλων αυτοκρατοριών και τη δημιουργία των εθνικών κρατών επιλέχθηκε πολιτική εσωστρέφειας, επειδή οι ηγεσίες και οι λαοί επιδίωκαν την ενδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας. Όμως στον 21ο αιώνα προκαταλήψεις και στερεότυπα φαίνεται ότι είτε καταπίπτουν, είτε υποχωρούν μπροστά στις κοινωνικές απαιτήσεις. Οι κοινωνίες διστακτικά ανοίγονται στη διαφορετικότητα, κοινωνική, θρησκευτική, γλωσσική. Η προσπάθεια παγκόσμιου «αναπροσανατολισμού» ακόμη χαρακτηρίζεται από ανησυχίες και αβεβαιότητες, χωρίς να μας αφήνει πολιτικά και κοινωνικά αδιάφορους.

  • Η συνεργασία Κατάρ-Τουρκίας στηρίζεται σε αδιάρρηκτες μακροχρόνιες σχέσεις των δύο χωρών, που στις διεθνείς σχέσεις αξιολογούνται ανάλογα με την κρατούσα πραγματικότητα.
  • Η δημιουργία του Ινστιτούτου γλώσσας στη Φλώρινα μάλλον καλύπτει μία πολιτισμική ανάγκη κάποιων συμπολιτών μας, που έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα (ισονομία-ισοπολιτεία) με όλους στο εσωτερικό της Ελλάδας, αλλά και στη Διασπορά.
  • Οι επιδιώξεις της χώρας μας, σε όλα τα πεδία, πολιτισμού, πολιτικής, γεωστρατηγικής, εντάσσονται στο σύγχρονο πλαίσιο της διεθνούς πραγματικότητας, που επιδιώκει συγκλήσεις, ώστε να περιορίζονται δραστικά συγκρούσεις, περιφερειακές ή ευρύτερες, καθώς επίσης και να αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ο ραντικαλισμός και η διεθνής τρομοκρατία.

Ο πολύπλοκος, πολυπολιτισμικός μας κόσμος δεν εξερευνάται ούτε προσεγγίζεται με αφορισμούς, αλλά με συνεχείς και συνεπείς πολιτικές, που παγιώνονται με κοινές αποφάσεις προς όφελος της αλληλοκατανόησης, της προόδου και της σύγκλισης των κρατών.