Στο μυαλό και την ηθική μου ένας γονιός που χάνει το παιδί του, είναι υπεράνω κάθε κριτικής. Βιώνει μία ανωμαλία. Κάτι μη φυσιολογικό. Δεν είναι η φυσική ροή των πραγμάτων να χάνεις το παιδί σου. Το παιδί σου πρέπει να είναι αυτό που θα σου πει «αντίο». Όχι το αντίθετο.
Καθόλου τυχαία, άλλωστε, η κατά τα άλλα πλούσια ελληνική γλώσσα δεν έχει λέξη αντίστοιχη του «ορφανού» για έναν γονιό που χάνει το παιδί του. Δεν υπάρχει καν λέξη που να μπορεί να περιγράψει τον πόνο.
Το έγκλημα στα Τέμπη είναι μια ανοιχτή, συλλογική πληγή που πονάει όσο πονούσε στην αρχή. Πολλές φορές μέσα σε αυτά τα χρόνια διαφώνησα με τον κ. Νίκο Πλακιά. Δεν έχει σημασία η υφή της διαφωνίας. Σημασία έχει ότι διαφώνησα.
Κάποιες από αυτές τις φορές σκέφτηκα να γράψω και άρθρο. Αλλά δεν το έγραψα γιατί η πρώτη μου σκέψη ήταν «ο άνθρωπος έχασε δύο κόρες και μία ανιψιά. Τρία αγγελούδια. Από τη μία στιγμή στην άλλη. Τι να του πεις και εσύ τώρα»; Και δεν έγραψα ποτέ, το παραμικρό.
Ούτε το σημερινό κείμενο θα έγραφα αν δεν υπήρχε, ένας φίλος, ο Μάριος ο οποίος όταν του είπα ότι δεν θέλω να επιτεθώ στη Μαρία Καρυστιανού μου έγραψε:
«Έχεις το βήμα και την τέχνη του λόγου και πρέπει να την χρησιμοποιήσεις. Έτσι ώστε οι αναγνώστες και το κοινό να μάθουν και να μπουν σε σκέψεις, να προβληματιστούν...».
Η ακροδεξιά ρητορική της Καρυστιανού
Η Μαρία Καρυστιανού διατείνεται πως «βγήκε» στην πολιτική για να φέρει το φως. Κανείς, όμως, δεν μπόρεσε να φέρει το φως σκορπώντας το σκοτάδι. Η θέση της πως το δικαίωμα στην άμβλωση πρέπει να μπει σε διαβούλευση, έσπασε αυτή την «κόκκινη» γραμμή που είχα μέσα μου για τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους.
Και την έσπασε γιατί είναι μία δήλωση εξαιρετικά επικίνδυνη και ζέχνει όπως ο ακροδεξιός υπόνομος. Άρα αφού η κ. Καρυστιανού αποφάσισε να πολιτευτεί και να πολιτευτεί ως ακροδεξιά, θα αντιμετωπιστεί ως τέτοια.
Το δικαίωμα στην άμβλωση είναι μια κατάκτηση που αφορά την αυτοδιάθεση της γυναίκας. Αν έρθει, λοιπόν, κάποιος (όσο πολιτικάντικα και αν προσπαθήσει να το «σώσει» μετά) και πει αυτό το ζήτημα πρέπει να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, αυτό που στην πραγματικότητα κάνει είναι να λέει πως πρέπει να διενεργήσουμε δημοψήφισμα για το τι θα είναι αναγκασμένη να βιώσει μία γυναίκα που έμεινε έγκυος.
Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως αυτόματα η γυναίκα υποβιβάζεται σε ένα είδος υπο-ανθρώπου και στην πραγματικότητα δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει τι θα κάνει με το κορμί της. Μήπως να θυμίσω ποιοι και πότε είχαν περάσει έναν τέτοιο νόμο τελευταία φορά και τι έζησε ο πλανήτης στη συνέχεια; Μάλλον δεν χρειάζεται.
Κατά το ακροδεξιό αφήγημα που υπηρετεί η κ. Μαρία Καρυστιανού, το κορμί μίας γυναίκας δεν θα ανήκει πλέον στην ίδια αλλά στην κοινωνία που θα κληθεί να αποφασίσει για εκείνη.
Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος της γυναίκας, βέβαια, είναι μία υπόθεση ληγμένη και δεν πρόκειται να την επαναφέρει η Καρυστιανού και η κάθε Καρυστιανού επειδή αποφάσισε να γίνει φερέφωνο του τραμπισμού στην Ελλάδα.
Όσο για το επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι υπερασπιστές τέτοιων σκοταδιστικών απόψεων πως και το αγέννητο έμβρυο έχει δικαίωμα στη ζωή, η απάντηση είναι μία: Ας κοιτάξουν πρώτα το δικαίωμα στη ζωή που έχουν τα γεννημένα παιδιά.
Τα παιδιά που, ένα «τυχαίο» παράδειγμα θα φέρω τώρα, φεύγουν από το πανεπιστήμιο τους για να επιστρέψουν στα σπίτια τους να γιορτάσουν μαζί με τους γονείς τους και όταν παίρνουν το τρένο για να γυρίσουν στις σχολές τους, δολοφονούνται επειδή το κράτος δεν ήταν ικανό να τα προστατέψει. Δεν ήταν ικανό να διασφαλίσει πως θα φτάσουν στον προορισμό τους με ασφάλεια.
Αυτοί οι πολιτικοί που δήθεν κόπτονται, λοιπόν, για τα αγέννητα έμβρυα ας φροντίσουν πρώτα να μην τρέμουμε όταν στέλνουμε εκδρομές τα γεννημένα παιδιά μας. Και αυτό περιλαμβάνει και την πολιτικό κ. Καρυστιανού.
Πρώτα φροντίζουμε τους ζωντανούς. Πρώτα τους εξασφαλίζουμε μια ζωή με αξιοπρέπεια, χωρίς φόβο κάθε φορά που μπαίνουν σε ένα τρένο ή σε ένα αεροπλάνο που καθοδηγείται από «γηρασμένα» και ξεπερασμένα μέσα ασφαλείας.
Που πηγαίνουν σε ένα σχολείο που δεν πέφτουν οι σοβάδες πάνω στα κεφάλια τους. Που έχουν ένα σύστημα υγείας που και λεφτά να μην έχεις θα σε φροντίσει και θα σε κάνει καλά. Που θα βγουν σε μία αγορά εργασίας που θα λειτουργεί με ανθρώπινους κανόνες και δεν θα είναι μία ζούγκλα που τα αφεντικά θα σου πίνουν το αίμα για να σου πετάξουν έναν μισθό πείνας στο τέλος του μήνα. Που οι απόμαχοι της ζωής δεν θα παίρνουν συντάξεις πείνας και δεν θα αναγκάζονται να ζητιανέψουν για ζήσουν.
Εκτός και αν τα λύσαμε αυτά και εμένα μου διέφυγε. Ας μας ενημερώσει η κ. Καρυστιανού.
Η «δημόσια διαβούλευση» και το παράδειγμα της Μάγδας Φύσσα
Μετά έχουμε το άλλο «ανέκδοτο»; Δημόσια διαβούλευση. Τι είναι αυτή η δημόσια διαβούλευση; Τι σημαίνει δημόσια διαβούλευση; Αποφασίζει ή έστω καθορίζει ή έστω συνδιαμορφώνει καμιά κοινωνία το τι θα θεσμοθετήσει η εκάστοτε κυβέρνηση; Δεν ειναι καν αστείο αυτό.
Και αντε. Ας πούμε ότι συνδιαμορφώνει. Ποια κοινωνία το κάνει αυτό; Ποιοι είναι αυτοί που θα αποφασίζουν για το τι θα κάνει μία γυναίκα με το κορμί της, ας πούμε; Οι ψηφοφόροι;
Αυτοί που μετά το έγκλημα των Τεμπών έβγαλαν στις Σέρρες πρώτο σε ψήφους τον Καραμανλή;
Και μιας και το ανέφερα. Αλήθεια, η κ. Καρυστιανού θα πάει στις Σέρρες να κάνει προεκλογικό αγώνα; Θα συνομιλήσει με αυτούς που ψήφισαν τον άνθρωπο που η ίδια κατηγορούσε ότι είναι ο βασικός υπεύθυνος για τη δολοφονία του παιδιού της, της Μάρθης;
Ρητορικά τα ερωτήματα αυτά. Προφανώς και θα το κάνει. Προφανώς και θα πάει να ικετέψει για τις ψήφους τους. Πρόεδρος κόμματος θα είναι, άλλωστε. Αλίμονο.
Και να σκεφτεί κανείς πως η κατά τ' άλλα λαλίστατη Μαρία Καρυστιανού μόλις τώρα άρχισε να αρθρώνει πολιτικό λόγο. Ποιος ξέρει τι άλλο θα ακούσουμε στη συνέχεια. Γιατί μέχρι τώρα προετοίμαζε το «άλμα» της έχοντας την «καβάτζα» εκατομμυρίων ανθρώπων που βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας δικαίωση για 57 ψυχές.
Αλλά υπάρχει και το άλλο. Από την πρώτη στιγμή που η Μαρία Καρυστιανού αποφάσισε να βάλει σε δεύτερη μοίρα τη δικαίωση του αγώνα για τα Τέμπη και να ρίξει το βάρος της στην ίδρυση ενός πολιτικού φορέα, λέει πως το έκανε γιατί χωρίς να δημιουργήσεις κόμμα, χωρίς να πολεμήσεις το σύστημα από μέσα, δεν μπορείς να βρεις δικαίωση.
Ας την ενημερώσει κάποιος πως ιστορικά, οι αγώνες που πραγματικά άλλαξαν τις κοινωνίες προς το καλύτερο δόθηκαν πάντα και μόνο στο δρόμο. Πότε και τίποτα δεν άλλαξε προς το καλύτερο για μία κοινωνία μέσα από κόμματα, στημένες διαδικασίες και υπόγειες συνδιαλλαγές.
Από πότε αυτός που αγωνίζεται για έναν σκοπό πρέπει να φτιάξει κόμμα για τον πετύχει αλλιώς δεν τον πετυχαίνει;
Στη σπουδαία επαναστάτρια Έμμα Γκόλντμαν αποδίδεται η έκφραση πως «αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, θα ήταν παράνομες». Είναι μάλλον απίθανο να την είπε εκείνη. Είχε πει, όμως, κάτι άλλο. Είχε πει σε μία ομιλία της προς ανέργους: «Να ζητήσετε δουλειά. Αν δεν σας δώσουν δουλειά, ζητήστε ψωμί. Αν δεν σας δώσουν δουλειά ή ψωμί, αρπάξτε το ψωμί». Δεν είπε «αν δεν σας δώσουν δουλειά και ψωμί φτιάξτε κόμμα».
Είχε πει επίσης πως «Η ελευθερία δε θα κατέβει στον λαό, ο λαός πρέπει να ανυψωθεί στην Ελευθερία». Δεν είπε «ο λαός πρέπει να ανυψωθεί στην Ελευθερία ιδρύοντας κόμμα».
Και τέλος πάντων αν δεν έχει ακουστά (διόλου απίθανο, δηλαδή) την Έμμα Γκόλντμαν ας της μιλήσει κάποιος για τη Μάγδα Φύσσα. Την μάνα που είναι (ή θα έπρεπε να είναι) πρότυπο για όλους μας.
Πάλεψε με νύχια και με δόντια για να δικαιώσει το δολοφονημένο παιδί της. Τα έβαλε με μια νεοναζιστική συμμορία και ένα ακροδεξιό παρακράτος. Λοιδορήθηκε, της πέταξαν λάσπη, έλεγαν πως παίρνει επιδόματα ακόμα και σύνταξη για τον Παύλο. Στάθηκε όρθια. Δεν λύγισε.
Με χιόνια, με βροχές, με καταιγίδες, με καύσωνες ήταν εκεί. Πάντα εκεί.
Μέσα στο δικαστήριο εξοργίστηκε και πέταξε ένα μπουκάλι νερό σε κάποιο σκουπίδι που τόλμησε και ειρωνεύτηκε το δολοφονημένο παιδί της.
Και στο τέλος τους νίκησε. Ύψωσε τις γροθιές της, έβγαλε μια κραυγή που σπάραξε τις καρδιές όσων παραμένουν Άνθρωποι και τους νίκησε. Χωρίς να την τυφλώσει η ματαιοδοξία της. Χωρίς να φτιάξει κόμμα.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.