Μενού
  • Α-
  • Α+

Ψώνιο ή ηρωίδα; Μοναχική πράξη πολιτικής αντίδρασης ή κατινιά του χειρίστου είδους; Ότι από αυτά και αν πιστεύει κανείς η Νατάσα Αθήνη – Τσούνη και το διπλό χαστούκι της στη χήρα του Ανδρέα Παπανδρέου, Δήμητρα Λιάνη, ήταν οι πρωταγωνιστές σε ένα από τα πιο εμβληματικά επεισόδια της δεκαετίας του 1990. Κάποιοι κάποτε το συνέκριναν με το χαστούκι του φυλακισμένου μέλους της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή», Κασιδιάρη, στη Λιάνα Κανέλλη αλλά αυτά τα δυο περιστατικά δεν έχουν την παραμικρή σχέση μεταξύ τους. Η βία δε δικαιολογείται, προφανώς, αλλά εκείνο το χαστούκι της Αθήνη – Τσούνη, μέσα στη γραφικότητά του, είχε κάτι το ρομαντικό. Του Κασιδιάρη, πάλι, ήταν άκρως επικίνδυνο και δυστυχώς λίγοι ήταν αυτοί που άκουσαν την προειδοποίηση πως τα χειρότερα έρχονται.

Ενα βιβλίο και ένα διπλό χαστούκι

«Τον ΑΝΔΡΕΑ, τον Ανδρέα της Ελλάδας και του λαού της, το δικό μου Ανδρέα, τον έχει αγκαλιάσει η ιστορία, λίγες στιγμές πριν. Τον οδηγεί στο βάθρο που έχει φτιάξει γι' αυτόν ο λαός, ο λαός που τον λάτρεψε, με μια μαγική σχέση, ερωτική, μοναδική. Αυτός ο λαός που τον γνώριζε και τον φώναζε μόνο "Ανδρέα"». Αυτό ανέφερε, μεταξύ άλλων, το οπισθόφυλλο του βιβλίου «10 χρόνια και 54 ημέρες». Συγγραφέας η Δήμητρα Λιάνη – Παπανδρέου. Κυκλοφόρησε το 1997 περίπου 15 μήνες μετά το θάνατο του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Στο πλαίσιο της προώθησης του βιβλίου, η συγγραφέας του, μια ημέρα σαν σήμερα, βρέθηκε στη Στοά του Βιβλίου, στο βιβλιοπωλείο «Λιβάνης» που ήταν και ο εκδότης, προκειμένου να υπογράψει αντίτυπα.

Στον χώρο υπάρχει αρκετός κόσμος που περιμένει υπομονετικά στην ουρά για να πάρει το βιβλίο και στη συνέχει να το δώσει στη Δήμητρα Λιάνη – Παπανδρέου προκειμένου να το υπογράψει. Εκεί υπάρχει και μια κάμερα. Ξαφνικά μια γυναίκα πλησιάζει στο γραφείο που καθόταν η συγγραφέας και της λέει: «Δεν καταδέχομαι να πάρω το βιβλίο. Ρεζίλεψες το γυναικείο φύλο». Πριν καν τελειώσει τη φράση της έχει χαστουκίσει τη Δήμητρα Λιάνη δυο φορές. Μια κανονικά και μια, όπως λένε οι μανάδες μας»... ανάποδα! Αν ειπώθηκε κάτι άλλο, αυτό δεν καταγράφηκε από την κάμερα του ΣΚΑΪ (που ήταν η μοναδική που βρέθηκε εκεί) καθώς καλύφθηκε από τα παρατεταμένα «ωωωωω» και «ααααα» των εμβρόντητων παρευρισκόμενων.

Όπως προέκυψε δράστης της επίθεσης ήταν η 47χρονη τότε Νατάσα Αθήνη – Τσούνη χωρισμένη, μητέρα τριών παιδιών (της 16χρονης Γεωργιας, του 18χρονου Παναγιώτη και του 19χρονου Θεόδωρου), η οποία εργαζόταν στην Οικονομική Αστυνομία (ΣΔΟΕ). Γεννήθηκε στο Μοναστηράκι της Βόνιτσας. Πέρασε το 1967 στη Νομική όπου αρχικά σπούδασε στο Οικονομικό και στη συνέχεια γράφτηκε και στο Νομικό τμήμα. Εκεί τη βρίσκουν και τα γεγονότα της Νομικής το 1973. Ξυλοκοπήθηκε, σύμφωνα με την ίδια, από έναν αστυνομικό στην ταράτσα του κτιρίου όπου είχαν συγκεντρωθεί οι φοιτητές προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη χούντα. Δραστήρια γυναίκα η Αθήνη – Τσούνη ήταν μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του Συλλόγου των Απανταχού Ρουμελιωτών, του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και της Οργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς».

Η Αθήνη – Τσούνη περίμενε υπομονετικά στην ουρά πολλή ώρα για να χαστουκίσει τη Λιάνη. Όταν τελικά το έκανε, με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της, οδηγήθηκε από τους άνδρες της ασφάλειας της κ. Λιάνη – Παπανδρέου, στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου, μέχρι να έρθει το περιπολικό της αστυνομίας για να την παραλάβει. Εκεί στο υπόγειο, την επισκέφθηκε και η συγγραφέας και, σύμφωνα με την ίδια, τη ρώτησε γιατί το έκανε. «Δεν ξέρω, ίσως να είχα φορτιστεί από όσα λέγονται για σένα στις εκπομπές» ήταν η απάντηση που πήρε. Εξερχόμενη από το βιβλιοπωλείο η χήρα του πρώην πρωθυπουργού είχε πει πως δεν επιθυμεί τη δίωξη της γυναίκας και πως αυτό ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Η πορεία της «εθνικής χαστουκίστριας»

Τελικά, μετά από λίγες ώρες η δράστης οδηγήθηκε στο Α/Τ Ακροπόλεως. Όταν οι αστυνομικοί την έβγαλαν από το υπόγειο για να την πάνε στο περιπολικό, ο συγκεντρωμένος κόσμος της επιτέθηκε φραστικά. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε στον εισαγγελέα για να ακολουθήσουν τα τυπικά (ορισμός περιοριστικών μέτρων, ορισμός τακτικής δικάσιμου κλπ). Η Αθήνη – Τσούνη αφέθηκε ελεύθερη μέχρι τη δίκη και προφανώς έγινε το πιο λαμπρό πρόσωπο της δημοσιότητας και βέβαια η αγαπημένη των καναλιών. «Θα το ξαναέκανα», είπε μερικές ημέρες αργότερα σε μια από τις πάρα πολλές συνεντεύξεις που έδωσε μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα. «Υπάρχουν τόσα προβλήματα, τόσες γυναίκες που παλεύουν για να τα βγάλουν πέρα, που αγωνίζονται και θα ασχολούμαστε με την κυρία αυτή; Ποια είναι η ιστορία της τέλος πάντων; Τι έχει προσφέρει; Ποιος είναι ο αγώνας της; Δε μου λέει κάτι το ότι ήταν παντρεμένη με έναν λαϊκό ηγέτη, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιατί εκ των υστέρων μου έδειξε εμένα πως τον μέτρησε με βάση τα χρήματα» είχε προσθέσει ενώ αποκάλυψε πως στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου την είχαν χτυπήσει και ουσιαστικά της επέβαλαν να ζητήσει συγγνώμη από τη Δήμητρα Λιάνη.

Η Αθήνη έλεγε στους συναδέλφους της στο γραφείο πως «εγώ αυτή θα τη χτυπήσω». Λέγεται πως κάποιες από τις συναδέλφους της είχαν ειδοποιήσει την προηγούμενη ημέρα τον ΣΚΑΪ, ώστε να στείλει κάμερα στο βιβλιοπωλείο. Η ίδια σε συνεντεύξεις της αρνείται πως το «έστησε», ωστόσο, έλεγε πως αν πετύχαινε τη Δήμητρα Λιάνη σε ένα απόμερο σημείο δε θα τη χαστούκιζε διότι δε θα υπήρχαν κάμερες και έτσι δε θα έπαιρνε το όλο θέμα διαστάσεις, δε θα τονιζόταν δηλαδή αυτό που με την πράξη της ήθελε να πει. Παρ' όλα αυτά, μετά από χρόνια, η ίδια παραδέχθηκε πως λίγο πριν το επεισόδιο είχε πάει στους δημοσιογράφους έξω από το βιβλιοπωλείο και τους είχε πει να... έχουν το νου τους γιατί κάτι θα συμβεί μέσα.

Το τριμελές πλημμελειοδικείο Αθηνών, στις 11 Μαρτίου 1999, καταδικάζει την Αθήνη – Τσούνη σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών για απρόκλητη έργο εξύβριση. Στην απολογία της τόνισε πως η πράξη της είχε ιδεολογικά κίνητρα, ενώ η Δήμητρα Λιάνη Παπανδρέου είχε τονίσει στην κατάθεσή της πως δεν επιθυμεί τη δίωξή της. Μετά τη δίκη άσκησε έφεση (εκδικάστηκε πέρυσι τέτοια εποχή και έπαυσε οριστικά η δίωξη σε βάρος της) και αφέθηκε ελεύθερη. Συνέχισε να εργάζεται κανονικά στην υπηρεσία της αλλά της επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή σύμφωνα με την οποία για πέντε χρόνια δε θα μπορούσε να πάρει προαγωγή.

Η Αθήνη έλεγε πως ποτέ δεν ήταν σε κάποιο κόμμα ενταγμένη. Ήταν, όμως, υποψήφια δημοτική σύμβουλος Παιανίας με τον συνδυασμό του Λάμπρου Κασαγιάννη ο οποίος υποστηριζόταν από τη Νέα Δημοκρατία. Έλαβε, μόλις 14 ψήφους! Επίσης, η Νατάσα Αθήνη – Τσούνη πείστηκε από τον Γιώργο Καρατζαφέρη να «κατέβει» υποψήφια στις εκλογές με το ακροδεξιό «ΛΑ.Ο.Σ.» το 2007. Δεν τα κατάφερε να εκλεγεί αλλά ήταν η πρώτη επιλαχούσα κάτι που δημιούργησε κόντρα με τον τότε βουλευτή Κωστή Αϊβαλιώτη ο οποίος ήταν ο υποψήφιος που είχε τους αμέσως περισσότερους ψήφους από την Αθήνη – Τσούνη. Όταν αποκαλύφθηκε πως ο... πατριώτης Αϊβαλιώτης δεν είχε πάει φαντάρος η Αθήνη – Τσούνη απαίτησε να της δοθεί η έδρα. Το «δεξί χέρι» του Καρατζαφέρη, ωστόσο, υπηρέτησε για 45 ημέρες τη «μαμά πατρίδα» και στη συνέχεια επέστρεψε στα κοινοβουλευτικά του καθήκοντα με την Αθήνη – Τσούνη να καταγγέλει πως έπεσε θύμα της «επίσημης κομματικής γραμμής». Το ΣτΕ απέρριψε την ένσταση της «εθνικής χαστουκίστριας» και ο «ΛΑ.Ο.Σ.» τη διέγραψε από το κόμμα.