«Η δική μου χαρά είναι όχι μόνο ότι διδάσκω ιστορία, αλλά ότι έζησα ιστορία» έλεγε η οικουμενική Ελληνίδα Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ στην τιμητική εκδήλωση του ιδρύματος «Βασίλη κι Ελίζας Γουλανδρή» το 2023.
Έχοντας συμπληρώσει 99 χρόνια ζωής μέχρι τον θάνατό της σήμερα (16/2) η σπουδαία Ελληνίδα Ιστορικός και Βυζαντινολόγος είχε κάθε λόγο να το λέει. Υπήρξε μια μεγάλη μορφή της ιστορίας, του πολιτισμού και των τεχνών.
Κατά τη διάρκεια της ζωής της που τον Αύγουστο θα συμπλήρωνε έναν αιώνα η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ κατάφερε να γίνει η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην ιστορία του πανεπιστημίου της Σορβόννης και να τιμηθεί με πλήθος σημαντικών διακρίσεων.
Η κληρονομιά που αφήνει στην Ελλάδα είναι ανεκτίμητη.
Διαβάστε ακόμα: Πέθανε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ σε ηλικία 99 ετών
Η διαδρομή της
Η Ελένη Αρβελέρ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926. Ο πατέρας της, Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και η μητέρα της Καλλιρρόη, το γένος Ψαλτίδη, έφτασαν στην Αθήνα, στη συνοικία του Βύρωνα, με τα πρώτα τους παιδιά ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετά τη «Μεγάλη Καταστροφή».
Σε ηλικία 6 ετών, εκφωνεί τους πρώτους της πολιτικούς λόγους στη γειτονιά της, διαβάζοντας μια εφημερίδα ανάποδα υπέρ του Βενιζέλου.
Εντάσσεται στην Αντίσταση σε ηλικία 14 ετών, το 1942, στη συνοικία της στον Βύρωνα, όπου είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά μηνυμάτων. Ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές της στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών και στη συνέχεια σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας).
Αμέσως μετά τον πόλεμο, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη επιθυμεί να προσλάβει την καλύτερη φοιτήτρια της φιλολογίας. Παραβλέποντας τις πολιτικές απόψεις της Ελένης Αρβελέρ, την προσλαμβάνει ως γραμματέα του ιδρύματος που δημιούργησε για τα σπίτια των άπορων παιδιών. Παράλληλα, η Ελένη Αρβελέρ εργάζεται σκληρά για τη διεξαγωγή ερευνών για τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία. Θα δώσει στην οικογένειά της όλα όσα κέρδισε, και για τις έρευνές της στη Μικρά Ασία.
Ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας (από το 1955) και διευθύντρια ερευνών από το 1964, εξελέγη καθηγήτρια βυζαντινής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967. Διετέλεσε διευθύντρια του τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της επιτροπής έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-1970), προσκεκλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1973-1974), αντιπρόεδρος (1970-1973) και στη συνέχεια η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I Panthéon-Sorbonne (1976-1981, επίτιμη πρόεδρος από το 1981).
Διορίστηκε η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού (1982-1989). Στη συνέχεια, διορίστηκε πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού (1989-1991), του οποίου ήταν αντιπρόεδρος από το 1976 έως το 1989.
Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης (Γαλλία), αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand, εμπειρογνώμονας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO, πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, επίτιμη πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών (από το 1975), γενική γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (1980-1990), πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης (MURS), πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου (Ελλάδα) (1999-2012), πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών (1993-2022) και του Διεθνούς Ιδρύματος Dmitri Shostakovich.
Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας. Ήταν και επίτιμη διδάκτωρ πλήθους πανεπιστημίων (Λονδίνο, Χάρβαρντ, Βελιγράδι, Νέα Υόρκη, Νιου Μπράνσγουικ, Λίμα, Χάιφα, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Παρισιού, Φριμπούργκ, Θεσσαλονίκη και Κρήτη).
Τα έργα της
Στα έργα της περιλαμβάνονται οι Έρευνες για τη διοίκηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 9ο και 10ο αιώνα (1960), Το Βυζάντιο και η θάλασσα (1966), Μελέτες για τη διοικητική και κοινωνική διάρθρωση του Βυζαντίου (1971), Βυζάντιο, η χώρα και τα εδάφη (1976), και Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (L’ ideologie politique de l’ empire Byzantine, 1976, Βυζαντινή γεωγραφία, Ιστορική γεωγραφία του μεσογειακού κόσμου. Στα βιβλία της περιλαμβάνονται, επίσης, Η Σμύρνη ανάμεσα σε δύο τουρκικές κατοχές (1975), Η διασπορά στο Βυζάντιο (1995), The Making of Europe (2000), Γιατί το Βυζάντιο (2010), Σας μιλώ για το Βυζάντιο (2014), Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες; (2016), Μικρασία, Καρδιά του Ελληνισμού (2021), κ.ά.
Η τελευταία της συνέντευξη
Στην τελευταία της συνέντευξη πριν από έναν χρόνο στον ΣΚΑΪ η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ είχε ερωτηθεί αν είναι ακόμα αριστερή. «Δεν νομίζω ότι το δεξιός και το αριστερός είναι πράγματα υπαρκτά. Σήμερα, είμαι αριστερή, αν θέλετε, επειδή ακριβώς όλα πρέπει να περάσουν από εκεί, αλλά είμαι δεξιά γιατί νομίζω ότι από εκεί όλα θα φτιάξουν», είχε πει.
Η πεποίθηση ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν θαμμένος στη Βεργίνα
Τους λόγους για τους οποίους ήταν «σίγουρη ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι θαμμένος στη Βεργίνα είχε αναλύσει σε συνέντευξή της στην εκπομπή "Prime" της ΕΡΤ αναφέρθηκε στον διάλογο που είχε με τον αρχαιολόγο Μανόλη Ανδρόνικο όταν ανακάλυψε τον τάφο και δήλωσε ότι ανήκει στον Φίλιππο. Ένα αγαλματίδιο εντός του ταφικού μνημείου, ωστόσο, έκανε την ίδια να αμφισβητήσει το ποιος είναι πραγματικά ο «ένοικος».
«Όταν ο Ανδρόνικος, με τον οποίο ήμουνα φίλη, μίλησε για τον Φίλιππο, του είπα "Βρε Μανόλη, πώς είναι δυνατόν άγαλμα βασιλέως βασιλεύοντος, δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, να είναι μέσα σε τάφο;" Γιατί το βρήκε το ελεφαντοστούν άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέσα στον τάφο, τον λεγόμενο του Φιλίππου. (...) Και ο Ανδρόνικος μου απάντησε: "Βρε Ελένη, ο Αλέξανδρος είναι θαμμένος στην Αλεξάνδρεια. Τελεία και παύλα". Ε, ούτε με ένοιαξε. Έκανα τις δουλειές μου στο Βυζάντιο. Όταν βρήκανε την Αμφίπολη και ψάχνανε στην Αμφίπολη τον τάφο του Αλεξάνδρου, αναρωτήθηκα γιατί εφόσον είναι στην Αλεξάνδρεια τον ψάχνετε; Λοιπόν, όλα τα κείμενα και είναι καμιά εικοσαριά, αναφέρονται για τον τάφο του Αλεξάνδρου στην Αλεξάνδρεια. Όλα είναι τουλάχιστον δύο 2-3 αιώνες μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Σαν ιστορικός που είμαι, έπιασα τα κείμενα αυτά και είδα ότι το ένα σχεδόν αντιγράφει το άλλο και εφόσον τον ζητάνε στην Αμφίπολη, σκέφτηκα ίσως να ψάξουμε μήπως είναι αλλού» είχε πει ειδικότερα και στη συνέχεια είχε απαριθμήσει τους λόγους που την οδηγούσαν στα συμπεράσματά της για τον τάφο.
Πρώτο, το «αγαλμάτιο του Αλεξάνδρου μέσα στον τάφο του Φιλίππου, βασιλεύς βασιλεύων εν τάφω. Νομίζω ότι είναι σπάνιο πράγμα». Το δεύτερο στοιχείο που την πείθει ότι ο τάφος είναι εκείνου είναι πως «στη ζωφόρο του τάφου του λεγόμενου του Φιλίππου, στο κέντρο βρίσκεται ο Αλέξανδρος, έφιππος, στεφανωμένος τελείως με βασιλικό τρόπο. […] Στη ζωφόρο ο Αλέξανδρος είναι στη μέση μιας παραστάσεως κυνηγίου και στις γωνιές είναι κυνηγοί με καπέλα, τα οποία είναι περσικά. Άρα η εικονογράφηση αυτή είναι μετά (την εκστρατεία), άρα δεν μπορεί να είναι του Φιλίππου».
Τρίτον, «επάνω στο νεκροκρέβατο του λεγόμενου Φιλίππου υπάρχει ένας Σάτυρος και ένας Διόνυσος. Από πού κι ως πού και γιατί; Και γιατί στον Αλέξανδρο; Εξηγούμαι. Ο Αρριανός γράφει ότι όταν ο Αλέξανδρος έφτασε μπρος στην Τύρο, βρήκε τέτοια αντίσταση που ήταν έτοιμος να την εγκαταλείψει. Και το βράδυ, λέει στον ύπνο του βλέπει έναν Σάτυρο και ως μαθητής του Αριστοτέλη, κατάλαβε Σά -Τυρος - (η δική σου Τύρος). Μένει και παίρνει την Τύρο».
Συνεχίζοντας την περιγραφή της κα Αρβελέρ εξηγούσε πως προκύπτει και ο Διόνυσος. «Μετά, όταν πια κατέκτησε τον κόσμο και σχεδόν τρελάθηκε, έστειλε διαταγή στην Ελλάδα να τον κάνουν Θεό, όπως τον είχαν κάνει οι Αιγύπτιοι για τον Άμμωνα. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι είπανε αφού θέλει να γίνει θεός, ας τον κάνουμε να ξεμπερδεύουμε. Οι Αθηναίοι όμως άρχισαν ολόκληρη κουβέντα και επειδή κάποιος από τους φίλους του Αλεξάνδρου τους είπε ότι όποιος κρατάει τον ουρανό χάνει τη γη, φοβήθηκαν μη χάσουν τον τόπο τους και τον κάνανε τι; Τον κάνανε Διόνυσο. Και τότε ο Διογένης ο Κυνικός βγήκε στην αγορά και φώναζε: "αν κάνετε αυτόν Διόνυσο, εμένα να με κάνετε Σέραπη". Άρα έχομε Διόνυσο και Σάτυρο στο νεκροκρέβατο που δεν μπορεί ποτέ να είναι του Φιλίππου».
Ερωτώμενη πώς είναι δυνατόν, δεδομένων των επιχειρημάτων της, να μην έχει γίνει καμία σχετική έρευνα, αναφέρθηκε στο πώς ο Μανόλης Ανδρόνικος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τάφος είναι του Φιλίππου.
«Όταν ο Ανδρόνικος βρίσκει τον τάφο, καταλαβαίνει ότι είναι βασιλικός και ξέρε και ποιας εποχής. Αλλά στην εποχή αυτή ανήκουν τρεις βασιλείς: ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος και ο Φίλιππος ο Αριδαίος. Πεπεισμένος ότι ο Αλέξανδρος είναι στην Αλεξάνδρεια, ο Αριδαίος "βλάκας και απόλεμος", ο μόνος που μένει είναι ο Φίλιππος και έτσι βγήκε ο τάφος του Φιλίππου».
Τέλος, και απαντώντας σε ερώτηση για το εάν πίστευε ότι κάποτε θα ερευνηθεί η θεωρία της, είχε κρίνει πως θα γίνει όταν «πεθάνουν όσοι έχουν κάνει δουλειά με τον Ανδρόνικο. Έπρεπε να γίνω 100 χρονών σχεδόν, για να είμαι σίγουρη μόνο γι' αυτό».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.