Το ρεμπέτικο τραγούδι και κατ' επέκταση οι ρεμπέτες, εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στην Ελλάδα εδραιώθηκε, δε, με την άφιξη των Μικρασιατών το 1922.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος είναι ένας από τους ανθρώπους που με την έρευνά του κατάφερε να «διασώσει» αλλά και να δώσει μια εικόνα στον όρο ρεμπέτη. Ο Πετρόπουλος μέσα από τα λαογραφικά του έργα έχει δώσει μια σαγή εικόνα των πρώτων ρεμπέτηδων στην Ελλάδα. Πώς ντύνονταν, πώς ζούσαν αλλά κυρίως πως έλυναν τις διαφορές τους.
Διαβάστε ακόμη: Ανέστος Δελιάς: Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» και το τέλος στον δρόμο από τα ναρκωτικά αγκαλιά με το μπουζούκι
Όπως αναφέρει στο βιβλίο του 1990 «Ρεμπετολογία» (εκδ. Κέδρος) «ό ρεμπέτης ήτο (φαινομενικώς) νόμιμο. Ζούσε μέ προσεκτική συνέπεια την έλευθερία του». Ενώ συμπληρώνει «Ο ρεμπέτης δέν παντρευότανε· ό ρεμπέτης έδερνε, ό ρεμπέτης φουμάριζε χασίς, ό ρεμπέτης μαχαίρωνε, ό ρεμπέτης μίλαγε άργκό, ό ρεμπέτης ήταν σοδομιστής, ό ρεμπέτης προστάτευε τόν άδικημένο, ό ρεμπέτης προκαλούσε την κοινωνία μας».

Ξεφυλλίζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, στεκόμαστε ιδιαίτερα τα όπλα που έφεραν πάνω τους οι πρώτοι ρεμπέτες αλλά κυρίως τις τακτικές τους. Ο Πετρόπουλος περιγράφει τι έκαναν σε περίπτωση που ήθελαν απλώς να γελοιοποιήσουν κάποιον αλλά και τι όταν ήθελαν να τον σκοτώσουν.
Αντιγράφουμε από τις σελίδες 25-29 του βιβλίου: «Ο ρεμπέτης, ενώ ήτο ντυμένος ευρωπαϊκά, διατηρούσε τό ζωνάρι μέ τά όπλα καί τά διάφορα άντρικά μικροαντικείμενα: τό μαντίλι, τό τσακμάκι, τήν καπνοσακούλα, τό κομπολόι. Στό ζωνάρι έχωνε, συνήθως, καί τά όπλα του. 'Ο άτομικός οπλισμός άρχιζε άπό τίς κάμες καί τέλειωνε στίς διμούτσουνες πιστόλες καί, άργότερα, στά ρεβόλβερ. Οι καπανταήδες τής Ίσταμπούλ άπέφευγαν τίς πιστόλες, λόγω αυστηρών διαταγών τού σουλτάνου, πού φοβότανε τυχόν δολοφονία του. Άλλωστε, οι πιστόλες κάνουν θόρυβο».
«Ο ρεμπέτης σιχαινόταν τα κουτάλια»
Εξηγεί πως: «Οι ρεμπέτες προτιμούσαν τίς σιωπηλές δίκοπες καί τά στιλέτα. Όταν ήθελαν νά γελοιοποιήσουν τόν άντίπαλο τόν κυνηγούσαν καί τού έδιναν λίγες μαχαιριές, πίσω στους γλουτούς. Όταν, όμως, ήθελαν νά σκοτώσουν σ τ’ άληθινά, κάρφωναν την δίκοπη στην κοιλιά του εχθρού καί την στριφογύριζαν. Καί, μάλιστα, μετά τραβάγανε τό ματωμένο μαχαίρι καί τό έγλειφαν. ’Ή, άλλοτε, έσκυβαν καί δάγκωναν τό άφτί τοΰ πτώματος, ή ρουφάγανε τό ένα μάτι του.
Όλ’ αύτά τά απαίσια είναι άποτυπωμένα μές στίς παροιμίες καί στίς λαϊκές έκφράσεις.
Διαβάστε ακόμη: Ο «τρελάκιας» του ρεμπέτικου Νίκος Μάθεσης που σκότωσε διαβόητο νταή της Φρεαττύδας
Πάντως, οί ρεμπέτες χρησιμοποιούσαν τά μαχαίρια μέ θεαματικούς τρόπους. Στην φυλακή ό τσιρίμπασης, πού ήθελε νά έπιβεβαιώσει τήν εξουσία του, έξανάγκαζε τούς φυλακισμένους νά περάσουν κάτω από τό μαχαίρι του πού τό κράταγε ύψωμένο.
Ό σκληρός μάγκας έτρωγε, μεταχειριζόμενος τήν κάμα σάν πηρούνι. Οι ρεμπέτες σιχαινόντουσαν τά κουτάλια και τίς σούπες (στην Ελλάδα ό καλοφαγάς
λέγεται γερό πηρούνι). Ό ρεμπέτης, πού ήθελε νά τρομοκρατήσει τήν ταβέρνα, κάρφωνε στό τραπέζι τό μαχαίρι του.
Οι ρεμπέτες τήν άρχαϊκή πιστόλα τήν άποκαλοϋσαν χαμομήλω καί τό πιστόλι κούφιο.
Τό άλλο όπλο τους (τό όπλο πού δέν σκοτώνει) είναι ή μαγκούρα. Ή μαγκούρα μοιάζει μέ μπαστούνι, αλλά είναι άφάνταστα πιό έπικίνδυνη. Φτιαγμένη άπό χοντρό αγκαθωτό κλαδί παλιουριάς (ή μαυραγκαθιάς) ήτανε σκληρότερη κι άπό άτσάλι. Τήν μαγκούρα τήν κρεμάγανε, έπιδεικτικώς, στό άριστερό μπράτσο. Τό πέρασμα τής μαγκούρας στό δεξί χέρι ήταν, ήδη, μιά άπειλή. Θά πρέπει νά τονίσω ότι, οι μαγκουροφόροι ήσανε τραμπούκοι καί μπράβοι διαφόρων πολιτικάντηδων τής Δεξιάς».
«Δολοφονία χωρίς προειδοποίηση ήταν μπαμπεσιά»
Και συνεχίζει: «Οί καβγάδες γινόντονσαν κυρίως τή νύχτα, σέ άπόμερα σκοτεινά δρομάκια. Δέν έλειπαν, όμως, καί οί σκοτωμοί μέρα-μεσημέρι στό κέντρο τής πόλης. Ένας άξιοπρεπής καβγάς άρχιζε πάντα μέ χορταστικές βρισιές, σέ γνήσιο ομηρικό στυλ. Μιά δολοφονία δίχως προειδοποίηση έθεωρεΐτο μπαμπεσιά.
Ο καβγάς είχε μιά δίκιά του τεχνική. Οί άντίπαλοι τύλιγαν στό άριστερό μπράτσο τό σακάκι κι έτσι άποκτοϋσαν ένα είδος άσπίδας, όπως περίπου καί οί μεσαιωνικοί ξιφομάχοι. Αυτή την άσπίδα-μαξιλάρι την έλεγαν καβάτζα. Στην σημερινή άργκό ή λέξη καβάτζα σημαίνει: κρυψώνας, παρακαταθήκη.
Κανείς τρίτος δέν είχε τό δικαίωμα νά χωρίσει δυό εξαγριωμένους μάγκες πού είχαν τραβήξει μαχαίρια. Γι αυτό, στήν φυλακή χτυπάγανε μέ μαχαιριές τόν κάθε άνόητο πού (άγνοώντας τόν άγραφο κώδικα) έμπαινε άνάμεσα στους δυό έχθρούς. Τά μαχαίρια των φυλακισμένων ήσανε αυτοσχέδια, φτιαγμένα άλλοτε από μιά μεταλλική λάμα (βγαλμένη, βέβαια, άπό κάποιο κρεβάτι) κι άλλοτε από μιάν ουρά τηγανιού. Εξω άπό την φυλακή οι ρεμπέτες διέθεταν δίκοπες διακοσμημένες μέ χαραγμένα στιχάκια καί μέ λαβή φτιαγμένη άπό μαύρο κέρατο, άπό έλεφαντόδοντο, άπό γιούσουρι, άπό μαλλιαρό λαγοπόδαρο (πού έφερνε γούρι)».
Διαβάστε επίσης
Ποιοι βρίσκονται πίσω από την εκτέλεση Μοσχούρη: Η σύνδεση Greek Mafia με το Ντουμπάι
Big Brother: Το φλερτ που έγινε η πιο αμφιλεγόμενη στιγμή στην ιστορία του ριάλιτι
Καλημέρα Ελλάδα: Όταν η Χατζηβασιλείου είπε στη Βουγιουκλάκη ότι τη θαύμαζε η προγιαγιά της
Στο θερινό σινεμά που άνοιξε πρώτο στην Αθήνα για το 2025
Ο «τρελάκιας» του ρεμπέτικου Νίκος Μάθεσης που σκότωσε διαβόητο νταή της Φρεαττύδας
- Φωτιά στο εργοστάσιο της Βιολάντα: Τα σενάρια για τα αίτια της τραγωδίας - Αγωνία για τις αγνοούμενες
- Όταν η Βιολάντα ήταν φούρνος της γειτονιάς στα Τρίκαλα: Η ιστορία της εμβληματικής βιομηχανίας
- Δήμητρα Λιάνη: Η αντίδρασή της στο άκουσμα του θανάτου της Αναστασίας Αθήνη
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.