Μενού
egklima
Φωτογραφία αρχείου | Eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Το όνειρο της καλύτερης ζωής, στην Ελλάδα της δεκαετίας του `90 συγκινούσε όχι μόνο τους Έλληνες μικρομεσαίους, αλλά και τους μετανάστες, τους ανθρώπους που είχαν έρθει στη χώρα μας από την Αλβανία, από τη Γιουγκοσλαβία, από την πρώην Σοβιετική Ένωση, αναζητώντας ένα πιο φωτεινό μέλλον. Αυτό έψαχνε και η Βαλεντίνα, σπουδαγμένη χημικός μηχανικός στην Τασκένδη, που πήρε τη δύσκολη απόφαση και ήρθε στην Ελλάδα, πιστεύοντας πως εδώ θα μπορούσε να μεγαλώσει την οικογένεια της και να κάνει μια καριέρα στο επάγγελμα της. Γρήγορα οι προσδοκίες της διαψεύστηκαν.

Τα πρώτα ζόρια

Η Βαλεντίνα (γεννηθείσα το 1956) δεν κατάφερε να βρει δουλειά στο πτυχίο της. Μετά από πολλά πειράματα, βρήκε απάγκιο στην εργασία της μοδίστρας. Ταυτόχρονα όμως, η σχέση της με το σύντροφο της, τον Αλέξανδρο, που ήταν ζωγράφος και είχε καλλιτεχνικές τάσεις, περνούσε από χίλια κύματα. Εκείνος εγκαταστάθηκε σε άλλο σπίτι, εκείνη έμεινε μόνη, με τα παιδιά της, τη νεαρή Λιούμπα και τον Σεργκέι.

Η κόρη της, βρισκόταν στην εφηβεία και είχε κοινωνικές συναναστροφές με συμμαθητές της, βγαίνοντας βόλτες και γυρίζοντας αργά το βράδυ. Αυτό ήταν κάτι που προκαλούσε μεγάλο άγχος στη Βαλεντίνα. Κάθε φορά που άκουγε την πόρτα του σπιτιού της οδού Βουτσινά στο Χολαργό να ανοίγει δειλά-δειλά και την κόρη της να μπαίνει και σχεδόν τρέχοντας να φτάνει στο υπνοδωμάτιο, ένιωθε απόγνωση. Δεν άργησε να αναλάβει δράση

Η νύχτα του φονικού

Ήταν Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 1998, όταν η Λιούμπα γυρνούσε στο σπίτι, μετά από ολονύκτια απουσία. Η 15χρονη κοπέλα επιχείρησε να εξηγήσει ψύχραιμα στη μητέρα της γιατί είχε αργήσει. Πίστεψε πως είχε καταλάβει. Η νεαρή κοπέλα έπεσε για ύπνο βαθύ. Ήταν τρεις και μισή το απόγευμα της επόμενης μέρας κι ακόμα κοιμόταν.

Ο Σεργκέι είχε φύγει για δουλειά και η Λιούμπα κοιμόταν. Η Βαλεντίνα το είχε καταλάβει από νωρίς, το πεδίο ήταν ελεύθερο. Μπήκε μέσα στο υπνοδωμάτιο κρατώντας ένα μακρύ μαντίλι (φουλάρι) και με γρήγορες κινήσεις το τύλιξε στο λαιμό της κόρης της και το έσφιξε, μέχρι που της κόπηκε τελείως η ανάσα. Όταν κατάλαβε πως το παιδί της είχε πεθάνει, της έβγαλε τα ρούχα, της άλλαξε εσώρουχο και την τοποθέτησε σε νεκρική στάση δίπλα στο κρεβάτι. Ύστερα τη σκέπασε με πάπλωμα.

Όταν εμφανίστηκε ο Σεργκέι στο σπίτι, η Βαλεντίνα του είπε αρχικά ψέμματα, πως η αδελφή του θα κοιμόταν αλλού. Η 42χρονη γυναίκα, κυριευμένη από παράνοια, μέχρι εκείνη την ώρα, αναζητούσε τρόπους για να σκοτώσει και το γιό της και ύστερα να αυτοκτονήσει. Προσπάθησε να το κάνει. Ενώ ο Σεργκέι κοιμόταν, του επιτέθηκε με ένα κεραμικό αγαλματίδιο σε σχήμα χελώνας και τον χτύπησε στο κεφάλι.

Για κακή της τύχη, ο Σεργκέι ξύπνησε και ακινητοποίησε τη μητέρα του. Εκείνη κλαίγοντας του εξήγησε πως το έκανε υπό το βάρος των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε. Ο γιος της δεν έδειξε οργή, αντιθέτως, προσπάθησε να παρηγορήσει τη μητέρα του. Εκείνη, χωρίς να του πει κάτι για τη νεκρή του αδελφή, έφυγε για τη δουλειά της, έχοντας απώτερο σκοπό να αυτοκτονήσει.

Από τον Χολαργό βρέθηκε στο Γραμματικό Αττικής, εκεί όπου κάλεσε τον εν διαστάσει σύζυγο της και του είπε ότι σκοπεύει να δώσει τέλος στη ζωή της. Εκείνος προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη και έφυγε αμέσως για το σπίτι του Χολαργού. Λίγο αργότερα, η Βαλεντίνα παραδόθηκε στην αστυνομία.

photo arxeioy
Φωτογραφία αρχείου | Eurokinissi

Στο πλευρό της ως το τέλος

«Ήταν καλή και ηθική γυναίκα» έλεγαν για τη Βαλεντίνα οι ένοικοι της πολυκατοικίας που ζούσε, τονίζοντας πάντως, πως τις μέρες πριν διαπράξει το έγκλημα, φαινόταν πιο οξύθυμη και απότομη. Αρχές Δεκεμβρίου του 1999, η υπόθεση της Βαλέντίνας εκδικάστηκε στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Η εισαγγελέας είχε ασκήσει δίωξη εναντίον της για ανθρωποκτονία από πρόθεση εις βάρος της δεκαπεντάχρονης κόρης της και για απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του γιού της, Σεργκέι.

Τον ίδιο χαρακτηρισμό για την Βαλεντίνα πάντως, χρησιμοποίησε και η εισαγγελέας:

(Από το crimi.gr)

Η Εισαγγελέας στην αγόρευση της, χαρακτήρισε την κατηγορούμενη μητέρα «έντιμη και ηθική», γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί τη συμπεριφορά της κόρης της. Κι εκείνη με τη σειρά της φαίνεται πως δεν μπορούσε να ξεπεράσει το χωρισμό των γονιών της, γι’ αυτό και αντιδρούσε με υπερβολικό, μερικές φορές, τρόπο.

«Η γυναίκα αυτή έπασχε από ψυχωσική κατάθλιψη ­ τόνισε η εισαγγελέας ­ με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να αλλάξει η συμπεριφορά της. Δεν άλλαξε και η αγάπη της για τα παιδιά της». Μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, αλλά στη δική της αρρωστημένη ψυχή η αγάπη ισοδυναμούσε με το τέλος. Το τέλος ήρθε για τη Λιούμπα. Η δική της απώλεια ένωσε τη διαλυμένη οικογένεια, που συμπαρίσταται στη Βαλεντίνα.

Δεν μπορούσε να αφήσει τα παιδιά της να ζήσουν στα χάλια που ζούσαν και έπρεπε να φύγουν όλοι μαζί από τη ζωή. Αυτή ήταν η απάντηση της Βαλεντίνας στην ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου, την πιο απλή φαινομενικά, γιατί σκότωσε το παιδί της; Ο διάλογος συνεχίστηκε με τα παρακάτω λόγια:

  • Πρόεδρος: Την αγαπούσατε τη Λιούμπα;
  • Κατηγορουμένη: Την αγαπάω ακόμη. Στην αρχή ήθελα να αυτοκτονήσω, αλλά δεν μπορούσα να αφήσω πίσω τα παιδιά μου.
  • Εισαγγελέας: Θεωρείτε ότι καλά κάνατε;
  • Κατηγορουμένη: Όχι.

Της αναγνωρίστηκε μειωμένη ικανότητα καταλογισμού και της επεβλήθη ποινή κάθειρξης 14 ετών, στο Ψυχιατρικό Κατάστημα των Φυλακών Κορυδαλλού.

Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση και η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό, στο εφετείο. Η ποινή της Βαλεντίνας μειώθηκε κατά τρία έτη.Μέχρι το τέλος, στο δικαστήριο βρισκόταν κοντά της, στο πλευρό της, ο γιος της, Σεργκέι και ο εν διαστάσει σύζυγος της. 

Με στοιχεία από: Τα Νέα, Crimi.gr, Εγκλήματα Γένους Θηλυκού στην Ελλάδα (Πάνος Σόμπολος)

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...