Με τα τρένα και τα πόδια μπορείς να δεις τους πραγματικούς ρυθμούς μιας πόλης. Μόνο έτσι θα την αφουγκραστείς, θα έρθεις σε επαφή μαζί της, θα την ακολουθήσεις. Κι οι σταθμοί δεν είναι τυχαίες κατασκευές, είναι σημεία προσκυνήματος κανονικά. Παραμελημένοι και βρώμικοι ή αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, έχουν πάντα να πουν πολλά για την κουλτούρα και τη ζωή των ανθρώπων στους τόπους γύρω από αυτούς. Γι’ αυτό κι εκείνοι που ξέρουν να παρατηρούν, δεν φεύγουν ποτέ από έναν σταθμό βιαστικά μετά το ταξίδι τους.
Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις και το κείμενο αυτό είναι η τελευταία μου επίσκεψη στα χωριά της Μεσσηνίας πριν από κάποιους μήνες και μια κίνηση που για όσους έχουν ζήσει τα μέρη αυτά σε όλες τους τις εκφάνσεις, μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Οι κάτοικοι ολόκληρης της περιοχής διεκδικούν σταθερά και με επιμονή -εδώ και χρόνια- την επαναλειτουργία του σιδηροδρόμου.
Οι κινητοποιήσεις που κατά καιρούς κάνουν -με τη μεγαλύτερη αυτή του περασμένου Ιανουαρίου, που περί τα 2.000 με 3.000 κόσμου συγκεντρώθηκαν στον παλιό σταθμό της Καλαμάτας- και την πρόσφατη του Ιουνίου- αποδεικνύουν περίτρανα πως πέρα από την άμεση χρηστική ανάγκη για το τρένο που θα διευκολύνει πάλι τις ζωές τους, υπάρχει ένα συλλογικό αίτημα που ενώνει κάτω από τη σκέπη του εκατοντάδες ανθρώπους που προτάσσουν το μαζί για τον κοινό στόχο. Και αυτό μόνο στα ψιλά δεν μπορεί να περάσει.

Τον περασμένο λοιπόν μήνα, κάτοικοι των χωριών της περιοχής βγήκαν στον δρόμο και πραγματοποίησαν συμβολική πεζοπορία πάνω στις ράγες του τρένου που εδώ και χρόνια είναι ακινητοποιημένο. Οι ίδιοι κάτοικοι, συχνά πυκνά, παίρνουν τα εργαλεία τους και απομακρύνουν τα ξεραμένα χόρτα από τις ράγες, προκειμένου τα μέρη που κάποτε έσφυζαν από ζωή, να μην χαθούν ολοκληρωτικά στην εγκατάλειψη.
Όλα αυτά αποκτούν ακόμα μεγαλύτερο νόημα όταν τρία και κάτι χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, το τρένο σαν μέσο δείχνει να έχει καταρρακωθεί εντελώς. Κι όμως όσοι το έζησαν, έχουν κάθε λόγο να νοσταλγούν την ύπαρξή του, προαπαιτούμενο της οποίας θα είναι πάντα η ασφάλεια.
Ο Ηλίας Νταίβις είναι ο Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Σιδηροδρόμου Μεσσηνίας και η επικοινωνία μας γίνεται μέσω τηλεφώνου, λίγο αφότου τον ενημερώνω πως θεωρούμε σημαντικό να γίνει ένα θέμα για τη μεγάλη κινητοποίηση που λαμβάνει χώρα σε μια τοπική κοινωνία και σε τέτοιο βαθμό.
Διαβάστε ακόμα: To πρώτο ελληνικό ασανσέρ βρίσκεται σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της Αθήνας
Η κατάσταση του σιδηροδρόμου σήμερα
Σύμφωνα με τον ίδιο, το σιδηροδρομικό δίκτυο στη Μεσσηνία είναι ριζικά ανακατασκευασμένο από το 2010, όταν δηλαδή ανακαινίστηκε ολοκληρωμένα η γραμμή του τρένου από την Κόρινθο μέχρι την Τρίπολη και την Καλαμάτα και με τη χρηματοδότηση της ΕΕ -κυρίως- εγκαταστάθηκε νέα σύγχρονη σιδηροδρομική υποδομή βαρέως τύπου. Το έργο κόστισε 135 εκατομμύρια ευρώ μαζί με τις συμπληρωματικές συμβάσεις, αλλά δυστυχώς δεν πάτησε τις ράγες ποτέ τακτικό επιβατικό δρομολόγιο.

Σήμερα η γραμμή δεν έχει υποστεί καταστροφές, ούτε καταπατήσεις, έχει όμως σκεπαστεί από χορτάρια, εξηγεί. Την ίδια ώρα έχει γίνει ενίσχυση των γεφυρών και αντιπλημμυρική θωράκιση. «Το μόνο που θέλουμε να περάσουμε είναι πως αυτό που χρειάζεται είναι ένας καθαρισμός από τα ξερά χόρτα, δεν θέλουμε καμία νέα εργολαβία, καμία επένδυση», τονίζει.
Το αξιοσημείωτο στο μεταξύ είναι πως ακόμα και σήμερα σε πολλά χωριά, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Ας λάβουμε υπόψιν πως πρόκειται για διατηρητέα αρχιτεκτονικά μνημεία και έργα τέχνης που χρήζουν ειδικής προστασίας, χαρακτηρισμένα από το υπουργείο Πολιτισμού από το 1983 με νόμο της Μελίνας Μερκούρη. Σε πολλές περιπτώσεις δε, τοπικοί επιχειρηματίες, έχουν καταβάλει σοβαρές προσπάθειες ώστε να διατηρήσουν τους σταθμούς όσο πιο ζωντανούς γίνεται. Κάποιοι μάλιστα ανήκουν σε δήμους ή σε συλλόγους που έχουν αναλάβει την περιποίησή τους.
«Και κάτοικοι όμως των χωριών της Μεσσηνίας δίνουν τον εαυτό τους για να διατηρούν τις γραμμές σε καλή κατάσταση. Ο κόσμος θέλει το τρένο, γιατί σαν μέσο έχει πολύ εκτεταμένη διείσδυση στη βάση της κοινωνίας. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί ήταν η πύλη του χωριού στον έξω κόσμο, η είσοδος του έξω κόσμου στο χωριό. Από την αρχή κατασκευής του, το τρένο στήριξε αυτά τα χωριά και σε αυτό οφείλουν την ύπαρξή τους. Πολλά χωριά δημιουργήθηκαν μετά τη διέλευση της γραμμής. Ο σιδηρόδρομος τα έβγαλε από την απομόνωση. Μετέφερε όχι μόνο επιβάτες αλλά και εμπορεύματα, αγαθά, ακόμα και το ταχυδρομείο, τα ΜΜΕ της εποχής», λέει ο κ. Νταίβις.

Στη σύγχρονη εποχή, τα πράγματα έχουν σαφώς αλλάξει, ωστόσο ο κόσμος δεν παύει να ζητά την επαναφορά του τρένου για την εξυπηρέτησή του. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Σιδηροδρόμου Μεσσηνίας δίνει κάποια σχετικά παραδείγματα. Η μετακίνηση προς την πόλη της Καλαμάτας, το κέντρο του νομού, είναι ακριβή. Η πόλη έχει πλέον γίνει μια περίπου Αθήνα στο παρκάρισμα, αφού έχει έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα. Υπάρχουν ηλικιωμένοι και παιδιά από τα γύρω χωριά που χρειάζονται καθημερινή μετακίνηση για τους δικούς του σκοπούς ο καθένας. Ο κοινός νους αντιλαμβάνεται ότι το αυτοκίνητο έχει κόστος και δημιουργεί συμφόρηση όταν είναι το μόνο μέσο.
Το χρονοδιάγραμμα για την επαναλειτουργία
Το αίτημα για την επαναλειτουργία του τρένου έχει βγει εκτός των στενών συνόρων της Μεσσηνίας. Έχει φτάσει στο υπουργείο Μεταφορών, ενώ τον περασμένο μήνα έγιναν και κάποιες ανακοινώσεις από τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, σύμφωνα με τον οποίο ο δρόμος για το αίτημα έχει ανοίξει. Ταυτόχρονα, έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον από επιχειρηματία για τη χρηματοδότηση της μελέτης σκοπιμότητας με στόχο την επαναλειτουργία δύο τμημάτων του δικτύου Πελοποννήσου και ειδικότερα για το τμήμα Καλαμάτα-Διαβολίτσι και το τμήμα Κόρινθος-Άργος-Ναύπλιο. Τη μελέτη έχει προσφερθεί να εκπονήσει η ελληνοελβετική πρωτοβουλία για τον σιδηρόδρομο στην Πελοπόννησο. Η έρευνα που χρειάζεται κοστολογείται στα 400.000 ευρώ και βρίσκεται στη φάση της διακήρυξης με σκοπό να ολοκληρωθεί μέσα στους επόμενους δέκα μήνες.
Ο κ. Νταίβις θέτει ακόμα ένα ζήτημα σχετικό με την επαναλειτουργία του τρένου που δεν είναι άλλο από την επιδίωξη του σιδηροδρομικού τουρισμού. «Πρόκειται για ένα είδος τουρισμού ευρέως διαδεδομένο στην Ευρώπη, σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα. Υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν με τρένο, δεν τους ενδιαφέρει ο προορισμός. Είναι εκατομμύρια τουρίστες στην Ευρώπη και ένα μεγάλο τμήμα των τουριστών με οικονομική δυνατότητα. Έχουμε να τους δείξουμε και παλαιά τρένα που έχουν διατηρηθεί στην Ελλάδα και ειδικά στην Καλαμάτα από τα μέσα του 20ου αιώνα με ηρωικές προσπάθειες εθελοντών και συνειδητοποιημένων σιδηροδρομικών υπαλλήλων. Τρένα που έχουν ιστορικές μηχανές από τις ελάχιστες που έχουν διασωθεί στον κόσμο. Ταξιδεύουν με αργές ταχύτητες και παλαιού τύπου τεχνολογία», σημειώνει καθώς περιγράφει πώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο δίκτυο που να προσελκύει τέτοιους τουρίστες.
Το σινιάλο για ολόκληρα χωριά
Η Μεσσηνία θα μπορούσε να είναι το ορμητήριο για ταξίδι με τρένο σε άπειρες περιοχές. Για την ώρα όμως, δεν είναι καν δυνατόν να φτάσει κανείς με αυτό τον τρόπο από την Αθήνα. Θα σκέφτομαι πάντα πως η μαγεία του μέσου έγκειται ακριβώς στο περίεργο χάσιμο χρόνου που χρειάζεται για ένα ταξίδι. Διαρκεί ώρες ή μέρες, όμως η μετάβαση είναι ήσυχη, σχεδόν νανουριστική. Αυτές τις αναμνήσεις που σταμάτησαν να υπάρχουν ως υπαρκτές εμπειρίες για μένα περίπου στην ηλικία των 16 ετών, μοιράζομαι και με τον κ. Νταίβι, ο οποίος όπως φαίνεται έχει να μου διηγηθεί πολλές αντίστοιχες ιστορίες, πολλές περισσότερες από τις δικές μου.

Ο ίδιος κατάγεται από ένα ιδιαίτερα γνωστό χωριό της περιοχής, τον Δεσύλλα. «Από εκεί ξεκινούσε το πιο εντυπωσιακό τμήμα της διαδρομής για την Αθήνα. Ζήσαμε στο χωριό με το τρένο, μετακινούμασταν με αυτό, είτε για ψώνια, είτε τα καλοκαίρια στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά. Ο σιδηρόδρομος ήταν ένα σινιάλο στο χωριό. Δεν είχαμε πάνω μας ρολόι σαν παιδιά, την ώρα την καθόριζε ο ήχος του τρένου. Ξέραμε πως όταν περνά το πρωινό, μπορούσαμε να μαζευτούμε στην πλατεία. Όταν ακούγαμε την μεσημεριανή ταχεία, έπρεπε να τρέξουμε στο σπίτι για φαγητό. Όταν μαζεύαμε τις ελιές τον Δεκέμβριο και ερχόταν το απογευματινό δρομολόγιο, ξέραμε πως είναι η ώρα να φύγουμε από το χωράφι. Τα καλοκαίρια βλέπαμε το τρένο που ανέβαινε το βουνό προς τη σήραγγα. Μετρούσαμε πόσα έχουμε δει, όπως τα παγωτά και τα μπάνια», διηγείται και οι εικόνες του δεν θα μπορούσαν να συμπίπτουν περισσότερο με τις δικές μου.
Διαβάστε ακόμα: «Περιμέναμε μετρό, όχι να κινδυνεύουμε»: Στους δρόμους της Κυψέλης που πέρασε ο μετροπόντικας
Ο κ. Νταίβις θα μου μιλήσει και για τις αναμνήσεις των φοιτητικών χρόνων στα τρένα, όταν το ταξίδι ήταν μια γιορτή. Για τους έρωτες που γεννήθηκαν μέσα στα βαγόνια. Για ζευγάρια που γνωρίστηκαν μέσα σε αυτά. «Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Οι ερωτευμένοι έδιναν ραντεβού μέσα στο τρένο στο επόμενο δρομολόγιο την συγκεκριμένη μέρα που θα κατέβαιναν πάλι στο χωριό τους. Άλλοι συναντιούνταν στον σταθμό Πελοποννήσου στην Αθήνα και πάλι στο τρένο της επιστροφής την Κυριακή», λέει.

«Το τρένο για εμάς ήταν η αναμονή όταν περιμέναμε να έρθει η γιαγιά από το χωριό. Ήταν τρομερά εντυπωσιακή στιγμή όταν αντικρίζαμε από μακριά τον προβολέα του και αργά αργά όπως κινείτο, έτρεμαν τα πόδια μας που θα αγκαλιάζαμε το αγαπημένο μας πρόσωπο». Και είναι ακριβώς έτσι. Αυτά τουλάχιστον έχουν να διηγηθούν επί ώρες όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνδέθηκαν με το πιο παραδοσιακό μέσο συγκοινωνίας. Κυρίως όμως είναι η ανάγκη για αποτροπή της περαιτέρω πληθυσμιακής αιμορραγίας της υπαίθρου που κατά τον κ. Νταίβι μετρά χρόνια ζωής και χρόνος δεν υπάρχει.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.