Μενού
  • Α-
  • Α+

Η ηγέτης της ιταλικής ακροδεξιάς Τζόρτζια Μελόνι, η οποία ηγείται της κούρσας για να γίνει η επόμενη πρωθυπουργός της Ιταλίας, κατηγορήθηκε τη Δευτέρα (22/8) για επαίσχυντη προεκλογική εκστρατεία από τους αντιπάλους της, μετά τη δημοσίευση βίντεο με τον βιασμό μιας Ουκρανής από μετανάστη σε ιταλική πόλη. Η γυναίκα, 55 ετών, δέχτηκε επίθεση τα ξημερώματα της Κυριακής (21/8), στο κέντρο της πόλης Πιατσέντσα στην περιφέρεια Εμίλια-Ρομάνια, και απαθανατίστηκε από κάτοικο της περιοχής με το κινητό από το μπαλκόνι του. Ο δράστης συνελήφθη από την Αστυνομία κατά τη διάρκεια του βιασμού. Η αστυνομία επιβεβαίωσε τη σύλληψη και ανέφερε ότι ο άνδρας τέθηκε υπό κράτηση, καθώς η έρευνα συνεχιζόταν. Πρόκειται για έναν άνδρα 27 ετών, αιτούντα άσυλο από την Γουινέα. 

Διαβάστε ακόμη: Αλεξάντερ Ντούγκιν: Η Ρωσία κατηγορεί και επίσημα τους Ουκρανούς για τη δολοφονία της κόρης του

Η Μελόνι, της οποίας το κόμμα «Αδέλφια της Ιταλίας» προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των εθνικών εκλογών της 25ης Σεπτεμβρίου, ανήρτησε στο Twitter το βίντεο. Η διάδοση του βίντεο μέσω του λογαριασμού της Μελόνι προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις από τον πολιτικό κόσμο. Ο Ενρίκο Λέτα, ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος, τόνισε πως η δημοσίευση του βίντεο από πλευράς της Μελόνι «είναι απρέπεια». Στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετήθηκαν ο ηγέτης του Κεντρώου κόμματος Azione (Δράση), Κάρλο Καλέντα, λέγοντας πως η αναδημοσίευση είναι «ανήθικη», αλλά και η πρώην πρόεδρος της ιταλικής Κάτω Βουλής, Λάουρα Μπολντρίνι και ο Δήμαρχος της Φλωρεντίας, Ντάριο Ναρντέλα.

Απάντησε στις αντιδράσεις η Μελόνι

Η απάντηση της Τζόρτζια Μελόνι δεν άργησε να έρθει. «Δεν επιτρέπω στον Ενρίκο Λέτα να διαδίδει ψέματα για εμένα και να κάνει ζοφερή προπαγάνδα για τον πολύ σοβαρό βιασμό στην Πιατσέντσα» τόνισε η Μελόνι, η οποία υπογραμμίζει πως στο βίντεο δεν αναγνωρίζεται το θύμα και πως προέρχεται από τον ιστότοπο μιας σημαντικής εθνικής εφημερίδας», ενώ πρόσθεσε πως «ειλικρινά ντρέπομαι για τους πολιτικούς ηγέτες που, ενώ χρησιμοποιούν βιασμό για να μου επιτεθούν, δεν ξοδεύουν ούτε μια λέξη αλληλεγγύης για το θύμα, προφανώς από φόβο μήπως χρειαστεί να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της επιδεινούμενης έκτακτης ανάγκης της ασφαλείας».