Μενού
Juliane Koepcke
Γιουλιάνε Κέπκε | AP, Pixabay
  • Α-
  • Α+

Αρκετοί είναι οι άνθρωποι που φοβούνται τα ταξίδια με αεροπλάνα αφού το ασφαλέστερο μέσο αν… πέσει οι πιθανότητες θανάτου είναι συντριπτικές. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που η τύχη ήταν με το μέρος τους την ημέρα που κανείς άλλος δεν επέζησε. Μία από αυτούς ήταν η 17χρονη Γιουλιάνε Κέπκε που όχι μόνο σώθηκε πέφτοντας από τα 10.000 πόδια, αλλά επέζησε μόνη της στο δάσος του Αμαζονίου! 

Ηταν Δεκέμβριος του 1971 όταν η 17χρονη ετοιμαζόταν για τις διακοπές των Χριστουγέννων με τους γονείς της στην Πανγκουάνα του Περού. Η Γιουλιάνε με τους γονείς της που ήταν ζωολόγοι, ζούσαν στην περιοχή για τρία χρόνια μελετώντας το περιβάλλον. Η μητέρα της Γιουλιάνε, Μαρία Κέπκε την… παρακαλούσε να αναχωρήσουν από τη Λίμα αλλά η μαθήτρια δεν δεχόταν και της ζητούσε να πάνε μαζί στην γιορτή του σχολείου. Οι ικεσίες της 17χρονης έπιασαν τόπο και εν τέλει αποφασίστηκε να ταξιδέψουν την παραμονή των Χριστουγέννων. 

Μαρία και Γιουλιάνε Κέπκε βρεθήκαν στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας του Περού στις 24 Δεκεμβρίου, όπου γινόταν το αδιαχώρητο. Η κακοκαιρία «σφυροκοπούσε» πολλές περιοχές της χώρας με αποτέλεσμα να ακυρωθούν πτήσεις και κόσμος να ψάχνει εισιτήρια. Εν τέλει μητέρα και κόρη βρήκαν εισιτήρια και επιβιβάστηκαν μαζί με 97 ακόμα πολίτες στην πτήση 508 της αεροπορικής εταιρείας LANSA για την Πουκάλπα. Η Γιουλιάνε κάθισε στο παράθυρο και δίπλα της κάθισε η μητέρα της. Η πτήση με το αεροσκάφος τύπου Lockheed L-188A Electra θα διαρκούσε μία ώρα και τα πρώτα 25 λεπτά κύλισαν με ηρεμία. 

Η 17χρονη Γιουλιάνε Κέπκε έπεσε από τα 10.000 πόδια και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έμεινε ζωντανός από τη μοιραία πτήση

«Τώρα τελείωσαν όλα»

Ξαφνικά το αεροπλάνο παγιδεύτηκε σε μια δυνατή καταιγίδα. Η μέρα έγινε νύχτα και οι αστραπές σφυροκοπούσαν ανελέητα το αεροσκάφος. Οι περισσότεροι επιβάτες, έχασαν την ψυχραιμία τους και ούρλιαζαν σε κάθε ανατάραξη. Οι αποσκευές έπεφταν από τα ντουλάπια. «Η μητέρα μου, που καθόταν δίπλα μου, είπε “Ελπίζω, όλα να πάνε καλά”», θυμάται σήμερα η Γουλιάνε Κέπκε που μετά τον γάμο της πήρε το επίθετο Ντίλερ και πήρε διδακτορικό στη ζωολογία. «Αν και μπορούσα να αισθανθώ τη νευρικότητά της, κατάφερα να παραμείνω ήρεμη», συμπλήρωσε μιλώντας στους New York Times

Καθισμένη στο παράθυρο στις πίσω σειρές, η έφηβη είδε έναν κεραυνό να χτυπά το δεξί φτερό του αεροπλάνου. Θυμάται το αεροσκάφος να χάνει ύψος και τη μητέρα της να της λέει «τώρα τελείωσαν όλα». Θυμάται τους επιβαίνοντες να κλαίνε και να ουρλιάζουν και τη σιωπή που ακολούθησε… Το αεροσκάφος είχε κοπεί στα δύο. «Το επόμενο που θυμάμαι είναι πως δεν ήμουν μέσα στην καμπίνα. Ημουν έξω στον αέρα. Δεν είχα φύγει από το αεροπλάνο, το αεροπλάνο με άφησε», λέει η Δρ Ντίλερ. 

«Τα δέντρα έμοιαζαν σαν μπρόκολα»

Καθώς έπεφτε, οι τρεις θέσεις, σε μία από τις οποίες ήταν δεμένη, στριφογύριζαν και «από ψηλά οι κορυφές των δέντρων έμοιαζαν σαν μπρόκολα». Επειτα η 17χρονη λιποθύμησε και ξύπνησε το πρωί των Χριστουγέννων, έχοντας σκισμένο το φόρεμά της. Είχε πέσει από τα 10.000 πόδια και ήταν ζωντανή. Η σειρά των καθισμάτων που βρισκόταν η Γιουλιάνε πιστεύεται πως προσγειώθηκε σε ένα πυκνό φύλλωμα και αυτό της έσωσε τη ζωή. Είναι το μόνο άτομο που επέζησε της συντριβής

«Προσγείωση» στον Αμαζόνιο 

Ως εκ θαύματος, τα τραύματά της ήταν σχετικά ελαφρά: σπασμένη κλείδα, διάστρεμμα στο γόνατο και πληγές στον δεξιό ώμο και την αριστερή γάμπα, το ένα μάτι πρησμένο. Το χειρότερο που πίστευε ότι της συνέβη είναι πως είχε χάσει τα γυαλιά μυωπίας της, ένα από τα σανδάλια της και πως το φόρεμά της ήταν εξώπλατο. «Ξάπλωσα εκεί, σαν έμβρυο για την υπόλοιπη μέρα και μια ολόκληρη νύχτα, μέχρι το επόμενο πρωί», έγραψε στα απομνημονεύματά της, «When I Fell From the Sky», που δημοσιεύτηκαν στη Γερμανία το 2011. «Ημουν καλυμμένη με λάσπη και χώμα, γιατί πρέπει να έβρεχε μια μέρα και μια νύχτα», θυμάται. 

Σε απόσταση αναπνοής από τους αλιγάτορες 

Άκουγε τα πουλιά να κελαηδούν, τους βατράχους να… κράζουν, το βουητό των εντόμων. «Αναγνώρισα τους ήχους της άγριας ζωής από την Πανγκουάνα και συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν στην ζούγκλα και είχα επιζήσει από τη συντριβή», είπε ο Δρ Ντίλερ. «Αυτό που ένιωσα δεν ήταν φόβος αλλά εγκατάλειψη», θυμάται. Σοκαρισμένη, θολωμένη από διάσειση και έχοντας μόνο μια μικρή τσάντα μέσα στην οποία είχε ένα σακουλάκι με καραμέλες για να φάει, επέζησε σε ένα περιβάλλον με αλιγάτορες καϊμάν μήκους δύο μέτρων, δηλητηριώδη φίδια και αράχνες, μέλισσες χωρίς κεντρί που είχαν μαζευτεί στο πρόσωπό της, σμήνη κουνουπιών, τσούχτρες που όταν τις πατήσεις γεμίζουν δηλητηριώδη αγκάθια.

Η Γιουλιάνε είχε μόνο ένα σακουλάκι με καραμέλες για να τραφεί 

Ηταν στα μέσα της υγρής περιόδου οπότε δεν υπήρχαν φρούτα σε κοντινή απόσταση από τη συντριβή για να τραφεί και στεγνά ξύλα για να ανάψει φωτιά. Το νερό του ποταμού παρείχε στην Γιουλιάνε το ελάχιστο φαγητό που κατανάλωσε. Για 11 ημέρες, παρά την απίστευτη υγρασία και τη ζέστη, περπάτησε, έκανε βόλτες και κολύμπησε.

«Η ζούγκλα με έσωσε»

Φέτος είναι η 51ή επέτειος της πτήσης 508 της LANSA , που πρόκειται για το πιο θανατηφόρο αεροπορικό δυστύχημα από κεραυνό στην ιστορία της αεροπορίας. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, η Γιουλιάνε μετακόμισε στη Γερμανία, απέκτησε διδακτορικό στη βιολογία και διέπρεψε ως ζωολόγος. Το 1989 παντρεύτηκε τον Ερικ Ντίλερ, εντομολόγο και αυθεντία στις σφήκες. Παρά την φοβία που έχει για τα αεροπορικά ταξίδια, το μυαλό της πήγαινε στην Πανγκουάνα μετά το δυστύχημα, στο απομακρυσμένο φυλάκιο προστασίας της άγριας ζωής που είχαν ιδρύσει οι γονείς της το 1968. «Η ζούγκλα με έπιασε και με έσωσε», είπε ο Δρ Ντίλερ και συμπλήρωσε «δεν ήταν λάθος που προσγειώθηκα εκεί».

«Στην 11ημερη πεζοπορία μου στον Αμαζόνιο ορκίστηκα πως θα υπηρετήσω τη φύση και την ανθρωπότητα»

Το 1981 η Γιουλιάνε πέρασε 18 μήνες στην Πανγκουάνα, ενώ έκανε μελετούσε τις πεταλούδες και έκανε τη διδακτορική της διατριβή στις νυχτερίδες. Δεκαεννέα χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η Δρ Ντίλερ ανέλαβε τη διευθυντική θέση στο καταφύγιο της Πανγκουάνα. «Στη μοναχική 11ήμερη πεζοπορία μου πίσω στον πολιτισμό, έδωσα στον εαυτό μου μια υπόσχεση», είπε ο Δρ Ντίλερ. «Ορκίστηκα πως αν έμενα ζωντανή, θα αφιέρωνα τη ζωή μου σε έναν ουσιαστικό σκοπό που υπηρετούσε τη φύση και την ανθρωπότητα», είπε.

Ο σκοπός της Γιουλιάνε μετέτρεψε την Πανγκουάνα στον παλαιότερο σταθμό έρευνας της άγριας ζωής στο Περού. Ξεκινώντας τη δεκαετία του ‘70, η Δρ Ντίλερ και ο πατέρας της άσκησαν πιέσεις στην κυβέρνηση για την προστασία της περιοχής από την αποψίλωση και το κυνήγι. Τελικά, το 2011, το νεοσύστατο υπουργείο Περιβάλλοντος του Περού ανακήρυξε την Πανγκουάνα ως διατηρητέα περιοχή άγριας ζωής. Για επεκταθεί η προστατευόμενη περιοχή, η Δρ Ντίλερ προσέγγισε χορηγούς από το εξωτερικό. Σε μεγάλο βαθμό, μέσω χορηγίας της γερμανικής αλυσίδας αρτοποιείων Hofpfisterei, η προστατευόμενη περιοχή έχει επεκταθεί σήμερα από τα αρχικά 445 στρέμματα στα 4.000.  Αξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι τα τελευταία 50 χρόνια, η Πανγκουάνα είναι μία σημαντική «μηχανή» επιστημονικών ανακαλύψεων. Μέχρι σήμερα, έχουν δημοσιευτεί 315 εργασίες μετά τις μελέτες στην Πανγκουάνα, οι οποίες έχουν να κάνουν από τη βιολογία των ορχιδέων Catasetum μέχρι τους αδένες που εκκρίνουν φερομόνες οι ακρίδες. 

Η Πανγκουάνα φιλοξενεί πάνω από 500 είδη δέντρων και 160 είδη ερπετών και αμφιβίων, 100 είδη ψαριών, επτά μαϊμούδων και 380 πουλιών. Η περιοχή πήρε το όνομά της από το πουλί «tinamou» που ευδοκιμεί στον Αμαζόνιο. Το αγαπημένο κατοικίδιο της Δρ Ντίλερ στην παιδική της ηλικίας ήταν ένα τέτοιο πουλί με το όνομα Polsterchen ή «μικρό μαξιλάρι» εξαιτίας του μαλακού φτερώματός του. Οι εντομολόγοι έχουν επίσης διαπιστώσει πως στην Πανγκουάνα υπάρχουν πάνω από 600 είδη πεταλούδων, πάνω από 26 είδη ορχιδέων και η περιοχή αποτελεί καταφύγιο για πληθυσμό 15.000 νυχτοπεταλούδων και 520 είδη μυρμηγκιών. Από την πλευρά της η Δρ Ντίλερ ανακάλυψε 52 είδη νυχτερίδων ενώ έκανε το διδακτορικό της και μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί 56. Αξιο αναφοράς είναι πως στην ευρωπαϊκή ήπειρο ζουν συνολικά 27 είδη νυχτερίδων. 

Το 17χρονο... σπασικλάκι που ήταν αλαζονικό και αναίσθητο

Η Δρ. Ντίλερ περιέγραψε τη παιδική της ηλικία στο Περού στους New York Times με ενθουσιασμό. Γεννήθηκε στη Λίμα, όπου οι γονείς της εργάζονταν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Οι σεισμοί ήταν συχνοί. «Μεγάλωσα γνωρίζοντας πως τίποτα δεν είναι πραγματικά ασφαλές, ούτε καν το έδαφος στο οποίο περπατούσα», είπε η Δρ. Ντίλερ. «Οι αναμνήσεις με έχουν βοηθήσει επανειλημμένα να τηρώ την ψυχραιμία μου ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις», σημείωσε Η Δρ. Ντίλερ είπε πως στοιχειώνεται ακόμα από τον αποχωρισμό της εν μέσω πτήσης από τη μητέρα της. «Ήταν κυρίως η στιγμή που έπρεπε να αποδεχτώ ότι μόνο εγώ είχα επιζήσει και η μητέρα μου είχε χαθεί», είπε. «Μετά ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι δεν άκουγα πλέον αεροσκάφη έρευνας και διάσωσης και είχα πειστεί πως σίγουρα θα πέθαινα και το αίσθημα του θανάτου χωρίς να έχω κάνει κάτι αξιόλογο στη μικρή μου ζωή», αναφέρει. 

«Είχα πειστεί πως θα πέθαινα χωρίς να έχω κάνει κάτι αξιόλογο στη μικρή μου ζωή»

Η Γιουλιάνε έγινε διάσημη άθελά της λόγω του δυστυχήματος, χάρη σε μια ιταλική βιογραφική ταινία του 1974, «Ακόμα Συμβαίνουν Θαύματα», στην οποία η έφηβη Δρ. Ντίλερ απεικονίζεται σαν ένα υστερικό σπασικλάκι. Απέφυγε τα ΜΜΕ για πολλά χρόνια και είναι ακόμα ενοχλημένη από τα πρώτα ρεπορτάζ της περιόδου, που είναι μερικές φορές εξαιρετικά ανακριβή. Σύμφωνα με ένα ρεπορτάζ στο Life το 1972, κατάφερε να διασωθεί χάρη σε μια σχεδία από αμπελόφυλλα και κλαδιά που είχε κατασκευάσει η ίδια. Το γερμανικό εβδομαδιαίο περιοδικό Stern έγραψε πως τρεφόταν από ένα κέικ που βρήκε στα συντρίμμια και υπονόησε, βάσει μιας συνέντευξης που έδωσε η ίδια μετά τη διάσωσή της, πως ήταν αλαζονική και αναίσθητη.

Η Γιουλιάνε κράτησε χαμηλό προφίλ μέχρι το 1998, όταν και προσεγγίστηκε από το σκηνοθέτη Werner Herzog, που ήλπιζε να κάνει την ιστορία της ένα ντοκιμαντέρ για τη γερμανική τηλεόραση. Παρ’ ολίγον να ήταν και ο ίδιος επιβάτης της μοιραίας πτήσης, ενώ έψαχνε για τοποθεσίες που θα γύριζε το ιστορικό δράμα «Aguirre, the Wrath of God». Της είπε μάλιστα, «μπορεί και να είχαμε σκοντάψει ο ένας πάνω στον άλλον στο αεροδρόμιο»! Έχοντας προκαλέσει το ενδιαφέρον της, η Δρ Ντίλερ ταξίδεψε στο Περού και πήγε με ελικόπτερο στο σημείο του δυστυχήματος, όπου περιέγραψε τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στον Herzog, ανάμεσα στα ακόμα διασκορπισμένα συντρίμμια του αεροπλάνου. 

Την 4η ημέρα εντόπισε σορούς και ήθελε να βεβαιωθεί πως η νεκρή δεν ήταν η μητέρα της

Η πιο συγκλονιστική στιγμή του ντοκιμαντέρ ήταν η αφήγησή της από την τέταρτη μέρα στη ζούγκλα, όταν βρήκε μπροστά της μια σειρά από θέσεις. Σε εκείνην ήταν ακόμα δεμένες οι σοροί δυο αντρών και μιας γυναίκας, που η πρόσκρουσή τους στο έδαφος ήταν με το κεφάλι πρώτα και με τέτοια ορμή, που θάφτηκαν ένα μέτρο στο έδαφος, με τα πόδια τους να εξέχουν. «Ήταν τρομακτικό», είπε. «Δεν ήθελα να τα αγγίξω, αλλά ήθελα να βεβαιωθώ πως η γυναίκα εκείνη δεν ήταν η μητέρα μου. Πήρα ένα κλαδί και γύρισα προσεκτικά ένα πόδι της για να δω τα δάχτυλα. Είχαν βερνίκι πάνω, και πήρα μια βαθιά ανάσα. Η μητέρα μου δε χρησιμοποιούσε ποτέ βερνίκι στα δάχτυλά της». 

Το αποτέλεσμα της συνεργασίας της Δρ Ντίλερ με τον Herzog ήταν το ρεαλιστικό ντοκιμαντέρ «Wings of Hope». «Κάνοντας το ντοκιμαντέρ ήταν θεραπευτικό», είπε η Γιουλιάνε. «Την περίοδο του δυστυχήματος, δεν μου έκανε κανείς ψυχοθεραπεία και δεν είχα άλλου είδους βοήθεια. Δεν είχα καν ιδέα ότι μπορούσα να ζητήσω βοήθεια», ανέφερε. 

Η Γιουλιάνε πήρε το… πείσμα του πατέρα της

Η Δρ Ντίλερ οφείλει την επιμονή της στον πατέρα της, Hans-Wilhelm Koepcke, έναν οικολόγο. Γνώρισε τη γυναίκα του, Maria von Mikulicz-Radecki, το 1947 στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου, όταν σπούδαζαν και οι δυο βιολογία. Στα τέλη του 1948, ο Koepcke έλαβε προσφορά εργασίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στη Λίμα. Το να φτάσεις εκεί δεν ήταν εύκολο. Το ταξίδι στη μεταπολεμική Ευρώπη ήταν έτσι και αλλιώς μια δύσκολη υπόθεση, και ιδιαιτέρως προβληματική για τους τους Γερμανούς συγκεκριμένα. Δεν υπήρχαν διαβατήρια, ενώ η απόκτηση βίζας ήταν αρκετά δύσκολη.

Για να φτάσει στο Περού, ο Koepcke έπρεπε να πάει πρώτα σε ένα λιμάνι και να μπει κρυφά σε ένα υπερατλαντικό φορτηγό πλοίο. Ξεκινώντας με τα πόδια, διέσχισε οροσειρές, συνελήφθη και φυλακίστηκε σε ένα ιταλικό στρατόπεδο αιχμαλώτων και τελικά κατάφερε και μπήκε σε ένα φορτηγό πλοίο που είχε προορισμό την Ουρουγουάη, βουτώντας σε ένα σωρό από αλάτι. Όταν τελικά εμφανίστηκε στο γραφείο του διευθυντή του μουσείου, δυο χρόνια αφότου αποδέχτηκε τη θέση, του είπαν πως η θέση είχε ήδη καλυφθεί. Επέμεινε, και έφτασε να διαχειρίζεται τη συλλογή ιχθυολογίας του μουσείου. Η μνηστή του έφτασε το 1950 με ένα ατμόπλοιο από το νότιο Ειρηνικό, και προσελήφθη και εκείνη στο μουσείο, όπου έφτασε να διευθύνει το τμήμα ορνιθολογίας. Αυθεντία στα νεοτροπικά πτηνά, μνημονεύεται από τότε στις επιστημονικές ονομασίες τεσσάρων περουβιανών ειδών.

Η συμβουλή των γονιών της που την έσωσε μετά τη συντριβή 

Οι γονείς της Δρ Ντίλερ δεν ενέπνευσαν στο παιδί τους μόνο την αγάπη για την άγρια φύση του Αμαζονίου, αλλά της μετέδωσαν τη γνώση των εσωτερικών διεργασιών του… εκρηκτικού οικοσυστήματός του. Αν ποτέ χαθείς στη ζούγκλα, έλεγαν, βρες τρεχούμενο νερό και ακολούθα την πορεία του μέχρι να γίνει ποτάμι, όπου είναι πιθανό να βρίσκονται οικισμοί. Η συμβουλή τους αποδείχτηκε καθοριστική. Το 1971 η Γιουλιάνε, κάνοντας πεζοπορία από το σημείο του δυστυχήματος, βρήκε μπροστά της ένα ρυάκι, που έγινε χείμαρρος, που έγινε ποτάμι τελικά. Την 11η μέρα της περιπέτειάς της βρήκε την κατασκήνωση μιας ομάδας ξυλοκόπων. Της έδωσαν να φάει και έριξαν βενζίνη στα τραύματά της που είχαν γεμίσει σκουλήκια που έμοιαζαν «με κορυφές σπαραγγιών», όπως είπε η ίδια. Το επόμενο πρωί οι ξυλοκόποι την πήγαν σε ένα χωριό, από το οποίο διακομίστηκε σε νοσοκομείο.

«Η ζούγκλα ήταν ο πραγματικός μου δάσκαλος»

«Για τους γονείς μου, το καταφύγιο άγριας ζωής ήταν ένα άσυλο, ένας τόπος γαλήνης και αρμονίας, απομονωμένος και εξωπραγματικά όμορφος», είπε η Δρ Ντίλερ. «Η ζούγκλα ήταν ο πραγματικός μου δάσκαλος. Έμαθα να χρησιμοποιώ παλιά ινδιάνικα μονοπάτια για παρακάμψεις και έφτιαξα ένα σύστημα διαδρομών με μια πυξίδα και έναν πτυσσόμενο χάρακα για να προσανατολίζομαι στην πυκνή βλάστηση. Η ζούγκλα είναι κομμάτι του εαυτού μου όσο είναι η αγάπη για τον σύζυγό μου, τη μουσική των ανθρώπων που ζουν στον Αμαζόνιο και τους παραποτάμους του, και τις ουλές που έχω από το δυστύχημα».