Μενού
astynomia-germania
Γερμανική αστυνομία | Getty images
  • Α-
  • Α+

Περισσότερες συλλήψεις στο πλαίσιο της έρευνας για τη δράση της οργάνωσης «Πολίτες του Ράιχ» (Reichsbürger) αναμένουν το προσεχές διάστημα οι γερμανικές Αρχές ασφάλειας και επισημαίνουν ότι οι χθεσινές συλλήψεις 25 ατόμων «δεν είναι το τέλος του δρόμου».

Σύμφωνα τόσο με τον Ομοσπονδιακό Εισαγγελέα Πέτερ Φρανκ όσο και με τους επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για την Προστασία του Συντάγματος Τόμας Χάλντενβεγκ και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας κατά του Εγκλήματος (ΒΚΑ), Χόλγκερ Μουνχ, τα σχέδια της οργάνωσης για βίαιη ανατροπή της δημοκρατικής τάξης ήταν σοβαρά και προχωρημένα.

Μιλώντας στο δεύτερο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ZDF, ο κ. Μουνχ δήλωσε ότι αναμένει περισσότερους υπόπτους και συλλήψεις τις προσεχείς ημέρες και, αναφερόμενος στις χθεσινές έρευνες, έκανε λόγο για 54 άτομα και για έφοδο σε περισσότερα από 150 σημεία σε 11 κρατίδια. Σε περίπου 50 από αυτές τις περιπτώσεις βρέθηκαν όπλα.

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της Υπηρεσίας για την Προστασία του Συντάγματος, Τόμας Χάλντεβεγκ, μιλώντας στο ίδιο κανάλι, διαβεβαίωσε ότι οι αρχές ασφαλείας είχαν στο στόχαστρο τους «Πολίτες του Ράιχ» ήδη από την προηγούμενη άνοιξη και είχαν «πολύ σαφή» εικόνα της δράσης και των σχεδίων τους. «Οι γερμανικές αρχές είχαν ανά πάσα στιγμή την κατάσταση υπό έλεγχο. Αν όμως ήταν στο χέρι αυτής της ομάδας, ο κίνδυνος θα ήταν πολύ πραγματικός», τόνισε ο κ. Χάλντενβεγκ, ενώ ο κ. Μουνχ επισήμανε ότι οι αρχές δεν ήθελαν να περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή, ήθελαν ωστόσο να συλλέξουν όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία ότι επρόκειτο πράγματι για τρομοκρατική οργάνωση. Διευκρίνισε πάντως ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την εκδήλωση πραξικοπήματος.

Ο Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας, Πέτερ Φρανκ, μιλώντας στο πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η οργάνωση «ήταν αποφασισμένη και θα επιχειρούσε κάτι» και γι' αυτό οι αρχές ανέλαβαν δράση τώρα, προκειμένου να αποτρέψουν οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια.

Στην άποψη ότι η οργάνωση «Πολίτες του Ράιχ» αποτελούσε πραγματικό κίνδυνο για τη Γερμανία και ορθώς η δράση της δεν απερίφθη από τις αρχές ως γραφική καταλήγουν και οι περισσότεροι ειδικοί σε θέματα ασφάλειας. Ο Πέτερ Νόιμαν, αναλυτής για θέματα τρομοκρατίας, δήλωσε στο Δίκτυο RND ότι από την οργάνωση «προέρχεται ο μεγαλύτερος δυνατός κίνδυνος τρομοκρατικής βίας». Η οργάνωση «είναι ικανή και πρόθυμη να προβεί σε σοβαρές τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον του κράτους», το οποίο ούτως ή άλλως δεν αναγνωρίζει. Τα μέλη της «διατυπώνουν αντιστασιακές αφηγήσεις με μεγαλύτερη σαφήνεια, ισχυριζόμενα ότι έχουν το δικαίωμα και τη νομιμοποίηση για ένοπλη αντίσταση», τόνισε ο κ. Νόιμαν.

Η ειδική των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) για θέματα εσωτερικής ασφάλειας Αντρέα Λίντχολτς ανέφερε ακόμη ότι διαπιστώνονται «νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά» στην προθυμία για χρήση βίας. Οι «Πολίτες του Ράιχ» είναι «κάθε άλλο παρά ακίνδυνοι τρελοί και συνωμοσιολόγοι», δήλωσε στη Rheinische Post. Να μην υποτιμηθεί η οργάνωση προειδοποίησε άλλωστε και η υπουργός Εσωτερικών Νάνσι Φέζερ, επισημαίνοντας ότι υπήρχε ένα σημαντικός «στρατιωτικός βραχίονας» με ανθρώπους από τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίοι γνώριζαν καλά να χρησιμοποιούν όπλα. Σε αυτή τη συζήτηση, ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος Τόμας Χάλντενβεγκ τόνισε ότι θα πρέπει να διεξάγεται σοβαρός έλεγχος σε όλους όσοι γίνονται δεκτοί στις ομοσπονδιακές και τις κρατιδιακές υπηρεσίες ασφαλείας.

Την αρωγή της στις γερμανικές αρχές εξέφρασε χθες και η Ουάσιγκτον, με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου Καρίν Ζαν-Πιέρ να δηλώνει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν σε στενή επαφή με το Βερολίνο και θα βοηθήσουν σε ό,τι τους ζητηθεί. «Χαιρετίζουμε την ετοιμότητα της γερμανικής κυβέρνησης και των υπηρεσιών ασφαλείας στον αγώνα κατά του βίαιου εξτρεμισμού και υπέρ της προστασίας της ασφάλειας των πολιτών και των κυβερνητικών θεσμών», δήλωσε η εκπρόσωπος. Οι «Πολίτες του Ράιχ» δέχονταν επιρροές και από την θεωρία QAnon, η οποία ενθάρρυνε πέρυσι την εισβολή του όχλου στο Καπιτώλιο, ενώ οραματίζονταν ένοπλη εισβολή στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο.