Μενού
τσαγκάρης
Pexels
  • Α-
  • Α+

Υπήρξε μια εποχή στην Ελλάδα, όχι τόσο παλιά όσο θέλουν κάποιοι να πιστεύουν, που τίποτα δεν ήταν για πέταμα. Αναφερόμαστε σε αντικείμενα, που καθημερινά χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι, ωστόσο είτε ήταν δύσκολο να τα αποκτήσουν, είτε ο καταναλωτισμός των τελευταίων δεκαετιών δεν είχε κάνει την εμφάνισή του. Ένα χαλασμένο ρολόι, για παράδειγμα, πήγαινε στον ρολογά, το σκισμένο παπούτσι στον τσαγκάρη ή το ρούχο στη μοδίστρα. Κάθε αντικείμενο κατακτούσε μια «δεύτερη ζωή» που σε πολλές περιπτώσεις, είχε και τρίτη και τέταρτη.

Σήμερα, η φράση «πέτα το και πάρε καινούριο» συνοψίζει όχι μόνο την αλλαγή της αγοράς, αλλά και τη μετατόπιση μιας νοοτροπίας που χαρακτήριζε τον Έλληνα για δεκαετίες: τη φροντίδα, την επιμονή και τη σχέση με το χειροποίητο.

Η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν μια χώρα που επιβίωνε από την επιδιόρθωση. Και όπως είναι φυσικό, αυτό γέννησε και συντήρησε μια σειρά από τέχνες και επαγγέλματα που όσο τα χρόνια περνούν εξαφανίζονται. Ειδικότητες που κάποτε έμοιαζαν δεδομένες σε κάθε γειτονιά πλέον έχουν εξαφανιστεί ή έχουν εκσυγχρονιστεί παρασυρόμενες από το «κύμα του vintage».

«Πέτα το και πάρε καινούριο»: Οι τέχνες που χάνονται

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο τσαγκάρης. Δεν έφτιαχνε απλώς παπούτσια, έσωζε τα βήματα. Στις γειτονιές κάθε πόλης υπήρχε ένα μικρό υπόγειο ή ένα σκαμνί στον δρόμο όπου ο τεχνίτης με τα εργαλεία του αναλάμβανε να «αναστήσει» το φθαρμένο δέρμα

Ήταν εκεί, μαζί με τον ρολογά που ξεβίδωνε μηχανισμούς με υπομονή, και τον ράφτη που διόρθωνε σακάκια και παντελόνια. Επαγγέλματα που στηρίζονταν σε μια απλή ιδέα: τίποτα δεν είναι για πέταμα αν μπορεί να φτιαχτεί.

Στα χρόνια της ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης, αυτή η φιλοσοφία άρχισε να ξεθωριάζει. Η αγορά γέμισε από φτηνά προϊόντα, κατασκευασμένα μαζικά και έτοιμα να αντικατασταθούν στην πρώτη φθορά. Οι μοδίστρες έμειναν χωρίς πελάτες, οι τεχνίτες είδαν τη δουλειά τους να αραιώνει. Αλήθεια, ποιος θα φτιάξει σήμερα μία ηλεκτρική συσκευή των 20 ευρώ ή ακόμη μία ηλεκτρονική που σε δύο χρόνια θα έχει «παλιώσει»;

Η νέα εποχή έφερε και μια νέα λογική: τη γρήγορη κατανάλωση. Δεν μετράει η διάρκεια, αλλά η ευκολία. Το καινούριο είναι φθηνό, άρα γιατί να επισκευάσεις; Έτσι, σιγά σιγά, τα εργαστήρια, οι πάγκοι και τα μαγαζιά των μαστόρων άρχισαν να σβήνουν από τις γειτονιές. Αντικαταστάθηκαν από τα κουτιά της ανακύκλωσης. Και μαζί με αυτούς βέβαια χάθηκε και ένα κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας, όπως αυτή είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ο μάστορας δεν ήταν απλώς επαγγελματίας, ήταν δημιουργός και «θεραπευτής». Γνώριζε το αντικείμενο και ήξερε πώς να το επαναφέρει. Μια τέχνη, συνήθως, περασμένη από γενιά σε γενιά ή από δάσκαλο σε μαθητευόμενο. Μια μικρή αλυσίδα μνήμης.

Η γρήγορη μόδα

Η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της νέας νοοτροπίας χρήσης και απόρριψης βρίσκεται στον χώρο της μόδας. Το φαινόμενο της «γρήγορης μόδας» (fast fashion) βασίζεται σε έναν επιταχυμένο κύκλο ζωής: σχεδιασμός, παραγωγή, μεταφορά και διάθεση ολοκληρώνονται σε χρόνο που παλαιότερα θα θεωρούνταν αδιανόητος. Αυτό επιτρέπει στις εταιρείες να βγάζουν στην αγορά συνεχώς νέες σειρές ρούχων σε πολύ χαμηλή τιμή και στους καταναλωτές να αγοράζουν συχνότερα και περισσότερα.

Ο όρος fast fashion καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1990 στις ΗΠΑ, όταν η αλυσίδα Zara μπήκε στη Νέα Υόρκη. Οι New York Times χρησιμοποίησαν τότε τη φράση για να περιγράψουν την ικανότητα της εταιρείας να μετατρέπει έναν σχεδιασμό σε διαθέσιμο προϊόν στα ράφια μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες – μια ταχύτητα που άλλαξε ολόκληρη τη λογική της βιομηχανίας.

Η επίδραση όμως δεν περιορίζεται στην κατανάλωση. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Business Insider, ο κλάδος της ένδυσης και υπόδυσης ευθύνεται πλέον για περίπου το 10% των παγκόσμιων εκπομπών άνθρακα. Πρόκειται για ποσοστό συγκρίσιμο με το σύνολο των εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια ένδειξη του πόσο βαρύ είναι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα πίσω από τα φθηνά, γρήγορα και εύκολα διαθέσιμα ρούχα.

Η επιστροφή του... vintage

Η τεχνολογία, προφανώς και δεν είναι εχθρός της προόδου. Όμως η ταχύτητά της δεν επιτρέπει να δεθούμε με τίποτα. Το τηλέφωνο, το ρούχο, το έπιπλο, όλα πλέον είναι αναλώσιμα. Βέβαια, μέσα στην κρίση των τελευταίων ετών, κάτι αλλάζει ξανά. Εμφανίζονται εργαστήρια επισκευής, vintage ραφεία και ομάδες ανταλλαγής αντικειμένων. Η νέα γενιά αρχίζει να βλέπει την επισκευή όχι ως ένδειξη φτώχειας, αλλά ως πράξη οικολογίας και συνείδησης.

Οικονομολόγοι και κοινωνιολόγοι μιλούν ήδη για την «επιστροφή της διάρκειας». Μια ανάγκη που αναδύεται μετά από δεκαετίες υπερκατανάλωσης. Κι ίσως η Ελλάδα, με την παράδοση που ακόμη δεν έχει χαθεί πλήρως, να έχει μια θέση σε αυτό το νέο κύμα. Αλώστε σχέση ανθρώπου και αντικειμένου είναι που δίνει νόημα στην έννοια του «επισκευάζω».

Σήμερα, οι ειδικοί προβλέπουν ότι τα επόμενα χρόνια θα χαθούν ακόμη περισσότερα επαγγέλματα, όχι πια από τη φτώχεια, αλλά από την υπερπαραγωγή. Όμως την ίδια στιγμή, ξεπηδούν νέες μορφές εργασίας που τιμούν το παλιό πνεύμα: σχεδιαστές που επιδιορθώνουν αντί να αντικαθιστούν, τεχνίτες που φτιάχνουν προϊόντα βιώσιμα, επιχειρηματίες που στηρίζουν την «κυκλική οικονομία».

Η λογική της κυκλικής οικονομίας

Η λεγόμενη κυκλική οικονομία δεν είναι κάποια αφηρημένη θεωρία, στην πραγματικότητα μοιάζει εντυπωσιακά με αυτό που έκαναν κάποτε οι μάστορες των γειτονιών: τίποτα δεν πάει χαμένο, όλα διορθώνονται, ξαναχρησιμοποιούνται, ξανακερδίζουν χρόνο ζωής. Στόχος αυτού του μοντέλου είναι η δραστική μείωση των αποβλήτων σε κάθε στάδιο παραγωγής και κατανάλωσης, αλλά και η αξιοποίηση των προϊόντων ακόμη κι όταν, τυπικά, έχουν «τελειώσει».

Για να λειτουργήσει, χρειάζεται μια συνολικότερη στροφή σε βιώσιμες πρακτικές: καλύτερη χρήση των πόρων, σχεδιασμός προϊόντων που αντέχουν και επισκευάζονται, μεγαλύτερη ανακύκλωση, αξιοποίηση δευτερογενών υλικών και υιοθέτηση παραγωγικών διαδικασιών που δεν στηρίζονται αποκλειστικά σε μη ανανεώσιμες πρώτες ύλες. Με απλά λόγια, να ξαναδούμε τα υλικά ως κύκλους, όχι ως ευθείες που τελειώνουν στον κάδο.

Για παράδειγμα, με βάση τα στατιστικά στοιχεία τα αναμενόμενα οφέλη της Κυκλικής Οικονομίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι:

  • μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου από 2% έως 4%,
  • εξοικονόμηση 600 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις (ισοδυναμεί με το 6%-8% του κύκλου εργασιών τους),
  • δημιουργία άνω των 2 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας,
  • ανάπτυξη έως 6% με ταυτόχρονη εξοικονόμηση πόρων – σήμερα, για παράδειγμα, σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων το 80% μετατρέπονται σε απόβλητα μέσα στους πρώτους 6 μήνες από τη διάθεσή τους στην αγορά.
Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...