Μενού
  • Α-
  • Α+

Η κορύφωση της διαδικασίας στις εκλογές του ΚΙΝΑΛ έχει φτάσει και πιθανότατα από το βράδυ της Κυριακής 12 Δεκεμβρίου, το Κίνημα και κατ' επέκταση το ΠΑΣΟΚ θα έχουν νέο αρχηγό. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ή ο Γιώργος Παπανδρέου, όποιος καταφέρει να αναδειχθεί νικητής από τη δεύτερη εκλογική διαδικασία μέσα σε μία εβδομάδα, θα είναι κι εκείνος που θα ηγηθεί της επόμενη ημέρες της παράταξης. 

Διαβάστε ακόμη: Εκλογές ΚΙΝΑΛ: Βγάζει αρχηγό το ΠΑΣΟΚ - Άνοιξαν οι κάλπες, πού και πώς  μπορείτε να ψηφίσετε

Άλλωστε από την αρχή της προεκλογικής περιόδου, το κεντρικό σύνθημα όλων των υποψηφίων ήταν η επόμενη ημέρα. Το ποιος θα καταφέρει να βγάλει και πάλι το ΚΙΝΑΛ στο πολιτικό προσκήνιο και να επαναφέρει στις τάξεις του ψηφοφόρους και ποσοστά που «χάθηκαν» τη δύσκολη δεκαετία του 2010. Η επόμενη ημέρα του Κινήματος αλλά και του γενικού πολιτικού σκηνικού στη χώρα είναι το βασικό ερώτημα στο debate του Reader.gr. Οι πολιτικοί συντάκτες Γιώργος Ευγενίδης και ο Απόστολος Μαγγηριάδης, αναλύουν τα δεδομένα και «μεταφράζουν» το πώς το εκλογικό αποτέλεσμα για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας.

Γιώργος Ευγενίδης: Αν χάσει κάποιος, θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ

Μέρα εκλογών, κατά κανόνα, πρέπει να αποφεύγουμε να κάνουμε προβλέψεις, αλλά ο δεύτερος γύρος των εσωκομματικών εκλογών του ΚΙΝ.ΑΛ. έχουν ξεκάθαρο φαβορί τον Νίκο Ανδρουλάκη. Μετά τις αλλεπάλληλες θλιβερές εμφανίσεις του Γιώργου Παπανδρέου, με κορωνίδα τις υπόνοιες για νοθεία στις κάλπες που μάζεψε άρον-άρον μέσα σε λίγες ώρες και μετά από οργιώδες παρασκήνιο, αλλά και την απόφαση του Νίκου Ανδρουλάκη να μην σηκώσει το γάντι και να οδηγήσει τη διαδικασία σε ξεκατίνιασμα, έχω την αίσθηση ότι τα δεδομένα έχουν λίγο έως πολύ διαμορφωθεί. 

Μια εκλογή Ανδρουλάκη, βεβαίως, είναι μια εξίσωση με αγνώστους για όλους. Είναι ένας νέος πολιτικός, αλλά με επικοινωνιακά ελλείμματα που θα πρέπει να δουλέψει. Είναι εξαιρετικά μεθοδικός εκλογικά, με εξαιρετικό μηχανισμό σε όλη την Ελλάδα, άλλα ρεαλιστικά άγνωστος εκτός των στενών ορίων του ΚΙΝ.ΑΛ. και του ΠΑΣΟΚ. Έχει ευρωπαϊκή εμπειρία, αλλά δεν είναι στη Βουλή και θα απουσιάζει από σημαντικές κοινοβουλευτικές μάχες. Μπορεί να μεγαλώσει το κόμμα και να διευρύνει την επιρροή του, αλλά κανείς δεν ξέρει πόσο. 

Αν κάτι έχω καταλάβει συνομιλώντας με ανθρώπους του πολιτικού στερεώματος αυτές τις μέρες, όλοι μετράνε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον Νίκο Ανδρουλάκη. Και προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τι θα συμβεί στο δικό τους εκλογικό ακροατήριο από μια τυχόν εκλογή του. Στην πραγματικότητα και με δεδομένο το αντιπολιτευτικό τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει, αδυνατώντας να κεφαλαιοποιήσει έστω και στο ελάχιστο τη φθορά της κυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να ανησυχεί πολύ περισσότερο για την προοπτική ανάληψης των ηνίων του ΚΙΝΑΛ από τον κ. Ανδρουλάκη. Άλλωστε, ένα μεγάλο μέρος της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ και πάντα λοξοκοιτά το τι συμβαίνει στον φυσικό του χώρο. Από την άλλη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το φλερτ της ΝΔ με το λεγόμενο μεταρρυθμιστικό κέντρο παραμένει ενεργό, όσο και αν θα είναι λάθος του Μαξίμου να θεωρήσει δεδομένους τους κεντρογενείς ψηφοφόρους. 

Εφόσον επιβεβαιωθούν τα προγνωστικά και ο κ. Ανδρουλάκης κερδίσει, θα είναι μεγάλο του στοίχημα να ξανακάνει το κόμμα υπολογίσιμο παίκτη και να νιώσουν την ανάσα του τα μεγάλα κόμματα. Αυτή θα είναι και η χρηστή διαχείριση της προίκας των 270.000 ψηφοφόρων του πρώτου γύρου. Ρεαλιστικά, όμως, η πρώτη και βασική δεξαμενή ψηφοφόρων είναι στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Και αν ο κ. Ανδρουλάκης πείσει ότι δεν είναι απλώς μια από τα ίδια, στην Κουμουνδούρου θα έχουν ένα επιπλέον πρόβλημα. 

Απόστολος Μαγγηριάδης: Δύσκολη η αλλαγή πολιτικού σκηνικού

Η σημερινή εκλογή στο Κίνημα Αλλαγής σηματοδοτεί μια νέα σελίδα στο πολιτικό σκηνικό που βγαίνει από την κατάσταση εντροπίας που βρισκόταν εδώ και έξι περίπου χρόνια, από την εκλογή Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας κι έπειτα. Εκείνη η αναμέτρηση είχε ως συνέπεια το σβήσιμο του Ποταμιού από τον πολιτικό χάρτη και την σταδιακή ενθηλάκωση κεντρώων ψηφοφόρων στην εκλογική δεξαμενή της Νέας Δημοκρατίας.

Έκτοτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έπεσε, η ΝΔ κυβερνά εδώ και δυόμισι χρόνια και η πολιτική κόντρα διεξάγεται ανάμεσα στο δίπολο Μητσοτάκη - Τσίπρα, δίχως ο τρίτος πόλος να καταφέρνει να το διασπάσει. Το ερώτημα είναι εάν η εκλογή νέας ηγεσίας στο Κίνημα Αλλαγής και η διαφαινόμενη επικράτηση του Νίκου Ανδρουλάκη μπορεί υπό προϋποθέσεις να διαμορφώσει ένα νέο, τριπολικό πολιτικό σκηνικό, ή ακόμη και να το ανατρέψει το σημερινό, επαναφέροντας το ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Με τα σημερινά δεδομένα, κάτι τέτοιο φαίνεται δύσκολο. Θα εξαρτηθεί όμως μέσα από μια αλληλουχία παραγόντων

Πρώτον, από το τι δυναμική θα αναπτύξει ο νέος αρχηγός. Εάν θεωρήσουμε ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι το φαβορί της σημερινής μάχης και πως εύκολα ή δύσκολα θα επικρατήσει του Γιώργου Παπανδρέου, θα πρέπει από αύριο κιόλας να εκπέμψει ένα πιο καθαρό στίγμα για το ποια ακριβώς πολιτική πρόταση κομίζει στη χώρα. Το «είμαι Ευρωπαίος Σοσιαλιστής» είναι μια ταυτοτική επιλογή που μπορεί να ακούγεται ωραία στη διάρκεια μιας προεκλογικής περιόδου όπου και επιδιώκεις όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους κάτω από την ομπρέλα σου, αργότερα όμως θέλει εξειδίκευση σε μια σειρά από ζητήματα, με κυριότερο τα ζητήματα της οικονομίας.

Ο κ. Ανδρουλάκης θα πρέπει να πάρει θέση σε μια σειρά από ζητήματα, όπως τη φορολογία, την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, το ασφαλιστικό κοκ. Θα πρέπει με άλλα λόγια να κοιτάξει βαθιά στις ανάγκες και τα ζητούμενα της νέας μεσαίας τάξης, που σε πολύ λίγα μοιάζει με τη μεσαία τάξη που αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ στις δεκαετίες του 1980 ή του 1990. Και τη δική του φιγούρα, οφείλει να την πλαισιώσει από μια ομάδα που θα ανανδείξει πλάι του και θα μπορεί να υποστηρίξει τη στρατηγική του. Το αίτημα των ψηφοφόρων για ανανέωση υποδηλώνει αλλαγή όχι μόνο στην ηγεσία αλλά και στα πρόσωπα που την πλαισιώνουν. 

Δεύτερον, από το πώς θα αντιληφθεί ο ΣΥΡΙΖΑ τις αλλαγές που συμβαίνουν σε επίπεδο κοινωνίας. Αν η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση ήταν το κόμμα που διάβασε καλύτερα από τον καθένα τις δυναμικές μιας οργισμένης κοινωνίας την περίοδο 2010-2012, το ακριβώς αντίστροφο ισχύει για την τελευταία διετία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύεται δίχως πυξίδα, σέρνεται από τα γεγονότα και αδυνατεί να δημιουργήσει ατζέντα, ενώ ταυτόχρονα δείχνει ανήμπορος να ανανεωθεί σε ιδέες και πρόσωπα.

Ωστόσο, ο Αλέξης Τσίπρας διατηρεί τα ηγετικά του χαρακτηριστικά, δεν αμφισβητείται ουσιαστιακά κι έχει ένα παρελθόν στην άσκηση της εξουσίας. Σε κομματικό επίπεδο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει να ανοίξει το κόμμα στην κοινωνία, ενώ δεν έχει καν φανταστεί την προοπτική μιας ανοιχτής διαδικασίας εκλογών, αντίστοιχη αυτών που έχουν υιοθετήσει η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ παραμείνει κολλημένος στις κομματικές του ιδεοληψίες κι αντιληφθεί την εκλογή νέου αρχηγού στο ΚΙΝΑΛ ως μια απλή αλλαγή ηγεσίας, αγνοώντας τις 270.000 των ψηφοφόρων που προσήλθαν στην κάλπη, θα βρεθεί αντιμέτωπος με δυσάρεστες εκπλήξεις στην κάλπη. 

Τρίτον, από την κυβέρνηση και τον τρόπο που θα διαβάσει κι αυτή τις εξελίξεις. Μια εκλογή Παπανδρέου θα έλυνε τα χέρια για το Μέγαρο Μαξίμου, αφού δεδομένης της κυβερνητικής εμπειρίας του, δύσκολα θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ρεύμα επιστροφής κεντρώων στο ΚΙΝΑΛ. Μια εκλογή Ανδρουλάκη θα μπορούσε υπό όρους να δημιουργήσει κύμα επιστροφής δυσαρεστημένων κεντρώων προς το ΚΙΝΑΛ που το 2019 είχαν ψηφίσει τον Μητσοτάκη. Αυτό το σενάριο το μελετούν στο Μαξίμου, δίχως όμως να ανησυχούν. Κατά την ανάγνωση του Μητσοτακικού επιτελείου, μια εκλογή Ανδρουλάκη θα δημιουργούσε μεγαλύτερο πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ και λιγότερο στη Νέα Δημοκρατία.

Και στο σενάριο που θεωρούν επικρατέστερο, μια ενδεχόμενη ισχυροποίηση του ΚΙΝΑΛ στις επόμενες εκλογές, δεν θα έβαζε το ΚΙΝΑΛ στον πειρασμό της προοπτικής συγκυβέρνησης με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αντίθετα, θα αποτελούσε ένα πρώτο βήμα για την επιστροφή του στα υψηλότερα κλιμάκια του πολιτικού χάρτη. Αυτή είναι βέβαια και η επιθυμία Ανδρουλάκη - το να καταφέρει να καταστήσει το ΚΙΝΑΛ δεύτερο πόλο του πολιτικού συστήματος. Ο δρόμος βέβαια για τον νέο αρχηγό - όποιος κι αν είναι αυτός που θα αναδειχθεί σήμερα -  είναι ανηφορικός και δύσβατος.