Μενού
anoraroomnextdoor
  • Α-
  • Α+

Έστω ότι ζούμε σε ένα σύμπαν με μηδενικές αναφορές. Σε αυτό το σύμπαν, κανείς δεν μπορεί να μας προϊδεάσει και τελικά να μας προκαταβάλλει θετικά ή αρνητικά ως προς το οτιδήποτε: κανείς δεν μπορεί να μας ωθήσει να δοκιμάσουμε μια καρμπονάρα που έχει χαρακτηρίσει «εκπληκτική» ή να ακούσουμε αυτό το «τέλειο» τραγούδι ή να μη χάσουμε την ταινία με τα 3 όσκαρ και τα 4,2 αστεράκια στο Letterboxd γιατί, στο σύμπαν μας, καμία τέτοια πληροφορία δεν επιτρέπεται να φτάσει σε εμάς.

Σε μια ελεύθερη ερμηνεία της κυρίως αριθμητικής εφαρμογής του, από αυτό το σύμπαν λείπει το φαινόμενο της αγκύρωσης (anchoring effect) που μας κάνει να κρίνουμε και να παίρνουμε αποφάσεις επηρεασμένοι από μια συγκεκριμένη και προϋπάρχουσα βάση - στον συλλογισμό μας ως βάση ορίζουμε τις απόψεις των άλλων. 

Ποιά θα ήταν όμως τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του σύμπαντος σε σχέση με το σινεμά; Πρώτον, το ότι η εμπειρία μας δεν θα καθοριζόταν από τα εξωγενή expectations που θα μας είχαν δημιουργηθεί, αλλά μόνο από το πραγματικό μας βίωμα και δεύτερον ότι κανείς ποτέ δεν θα μπορούσε να μας προτείνει μια ταινία - άσχετα που ούτε στο τωρινό σύμπαν βλέπουμε τελικά τις ταινίες που μας προτείνουν. Θα παρακολουθούσαμε, λοιπόν, σινεμά μπαίνοντας στις ταινίες καθαροί και τα συναισθήματα και η κριτική μας θα προέκυπταν μόνο από την δική μας προσωπική συνδιαλογή μαζί τους σε συνδυασμό με την ήδη χτισμένη σινεματική μας αντίληψη. Μετά, θα είχαμε το δικαίωμα να τις συζητήσουμε μόνο με όσους τις έχουν ήδη δει, γιατί δεν πρόκειται πότε ένα σύμπαν χωρίς διάλογο να έχει λόγο ύπαρξης.

Και γιατί να φτιάξουμε ένα τέτοιο σύμπαν; Επειδή στο τωρινό σύμπαν πολύ πιο δύσκολα θα παραδεχτούμε ότι δεν μας άρεσε η ταινία που κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία και αντίστοιχα πολύ πιο εύκολα θα πάμε να δούμε την ταινία που κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες απ΄ ότι μια άλλη ταινία της οποίας η υπόθεση ή ο σκηνοθέτης μας ιντριγκάρει περισσότερο.

Αυτή η ενοχή του να μην σου αρέσει κάτι κοινώς αποδεκτό

Να αμφισβητείς αυτή σου την πεποίθηση (ή απλώς αίσθηση) και να ξέρεις πως πρέπει να διανύσεις πολλά χιλιόμετρα επιχειρημάτων απλώς και μόνο για να ακουστει η άποψή σου - την οποία εννοείται πώς εξ αρχής δεν εμπιστεύεσαι αφού είναι στατιστικά βέβαιο ότι εσύ δεν έχεις καταλάβει κάτι που καταλαβαίνουν όλοι οι υπόλοιποι θεατές, οι κριτικοί και οι επιτροπές, και όχι το αντίθετο. Κοινώς, και ποιος δεν έχει πάθει κρίση αυτοπεποίθησης μετά από μια τι_εννοείς_δεν_σου_άρεσε ταινία;!

Βέβαια, η τέχνη δεν είναι στατιστική και ίσως τελικά οι βαθμολογίες και τα βραβεία να προσπαθούν να την χωρέσουν σε καλούπια που δεν της ταιριάζουν - άσχετα που όλου έχουμε κάπου μια watchlist με οσκαρικές ταινίες, άσχετα που μας ενθουσιάζει το να βαθμολογήσουμε κάτι που (δεν) μας άρεσε, άσχετα που το «έχει πάρει Χρυσό Φοίνικα» περνάει πιο εύκολα το πάσο από έναν σχολιασμό - κατάθεση ψυχής.

Στο «Anora» του Σον Μπέικερ

Δεν κατάφερα να εντοπίσω σχεδόν τίποτα από αυτά που έπρεπε (η λέξη έπρεπε σε πολλά εισαγωγικά) ή πιο σωστά τίποτα από αυτά που περίμενα. Στο πρώτο μέρος της ταινίας, το αντι rom-com ενός πλουσιόπαιδου που αγοράζει άγνοια και διασκέδαση με τα λεφτα του μπαμπά του και μιας σεξεργάτριας που περνάει καποιες μέρες μαζί του στο πλαίσιο της δουλειάς της, δεν καταληγει ιδιαίτερα πειστικά στον πάνω_στην_τρέλα γάμο τους στο LA. Στο δεύτερο - φασαριόζικο και φλύαρο - μέρος, οι Αρμένιοι μπράβοι θυμίζουν τους διαρρήκτες στο Home Alone, ενώ το τρίτο μέρος δεν κατάφερε ποτέ να με κάνει να συμπονέσω τη βασική ηρωίδα και την μάταιη και ανυπόστατη ελπίδα της να αποδράσει από την ζωή της.

Αυτό ακριβώς το σημείο είναι που τοποθετεί μέσα μου την ταινία δίπλα στο «The Room Next Door» (you see what I did there) του Πέδρο Αλμοδόβαρ που μετά την πρώτη προβολή του στις Νύχτες Πρεμιέρας, βρίσκεται από χθες στις ελληνικές αίθουσες. 

Δεν ένιωσα καμία συμπόνια για καμία από τις δύο κεντρικές φιγούρες της ιστορίας. Από τη μια, η Μάρθα (Τίλντα Σουίντον), εσωτερική και απόκοσμη, πάσχει από μια ανίατη ασθένεια και αποφασίζει να πάρει υπό τον έλεγχό της τον επικείμενο θάνατό της. Από την άλλη, η παλιά της φίλη Ίνγκριντ (Τζούλιαν Μουρ) που πείθεται να τη συνοδεύσει σε ένα εξοχικό και να είναι η συντροφιά της μέχρι η Μάρθα να αποφασίσει να πάρει παράνομα χάπι ευθανασίας. Ας πάρουμε τον χαρακτήρα της Ίνγκριντ η οποία βιώνει ένα blend συναισθημάτων θρήνου, αγωνίας, ενοχής και φόβου. Αν η Τζούλιαν Μουρ δεν ήταν τόσο εξαιρετική ηθοποιός, ο χαρακτήρας αυτός δεν θα είχε φέρει ποτέ όντως μπροστά στα μάτια μας αυτά τα συναισθήματα. Στο build up της ταινίας, οι ηρωίδες απλώς συζητούν καταθέτοντας προβλέψιμα και old school λογύδρια που μας εντάσσουν στην ιστορία διεκπεραιωτικά, αλλά σε καμία περίπτωση συναισθηματικά ή εγκεφαλικά. Τα flashbacks είναι άστοχα, όχι μόνο σεναριακά αλλά και σε επίπεδο κινηματογράφησης και τα backstories των χαρακτήρων δοσμένα πρόχειρα και επιφανειακά  - ο προυπάρχων φόβος της Ίνγκριντ για τον θάνατο, που θα ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον υποστόρι, δεν αξιοποιήθηκε ποτέ και η αναφορές στη σχέση της Μάρθα με την κόρη της ήταν σαν να προσπαθούν να εκβιάσουν τον οίκτο μας.

Δεν συνδέθηκα ποτέ πραγματικά με την ταινία, δεν συμπόνεσα ποτέ την Τίλντα, δεν βίωσα ούτε λίγο από το δράμα της Τζούλιαν και ενώ είναι πραγματικά σαφές το ότι όλα τα παραπάνω είναι η συνειδητή σκηνοθετική προσέγγιση του Αλμοδόβαρ, έφυγα από την αίθουσα με το συναίσθημα ότι είδα μια ράντομ ταινία στο Νetflix. Τα χρώματα, η φωτογραφία και το ζήτημα με την κλειστή/ανοιχτή πόρτα ήταν τα μόνα που λειτούργησαν αρμονικά μέσα μου.

Αυτά περίπου σκέφτηκα και ένιωσα για τις δύο βραβευμένες ταινίες που καταπιάνονται με δύο τόσο σημαντικά υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα: το αδιέξοδο των περιθωριοποιημένων όμαδων και τη σκληρότητα των προνομιούχων απέναντί τους και το δικαίωμα της αξιοπρέπειας στο θάνατο. Είμαι τόσο ρηχή και δεν κατάλαβα τον λεπτό τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκαν αυτά τα ζητήματα από τους συγκεκριμένους δημιουργούς; Είναι ο δικός τους τρόπος λίγο άτσαλός; Ήταν ένα απλό mismatch μεταξύ μας; Χρειάζεται να έχει κάποια πλευρά από τις δύο δίκιο; Είναι δυνατόν να αρέσει σε όλους μια βραβευμένη ταινία; Σίγουρα όχι.

Να πηγαίνουμε στα σινεμά, να βλέπουμε ταινίες, να παθαίνουμε κρίσεις αυτοπεποίθησης, να διαφωνούμε για την τέχνη κι αφού δεν είμαστε σε εκείνο το σύμπαν με τις μηδενικές αναφορές, ας παλέψουμε και με τις προσδοκίες μας που αποφασίζουν για εμάς πριν από εμάς.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...