Μενού
ΛΟΙΜΟΣ εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ
  • Α-
  • Α+

Τα λόγια ήταν χώματα, η σιωπή ουρανός και με τον αυτοκράτορα σκουλήκι ψάρευε θαλασσινούς στίχους. Δεν είχε όνομα. Τι να το κάνει; Λιπόσαρκος, μα ανθεκτικός. Ο ήλιος του έδινε ζωή και τις πληγές στο σώμα του. Και αυτός πονούσε, μα δεν λύγιζε. Τα υγρά λόγια σκόρπιζε στο κορμί και στη συνείδησή του και δροσιζόταν. Έτσι περνούσαν οι μέρες και έτσι μαλάκωναν οι πέτρες. Παρελθόν και μέλλον δεν υπήρχαν. Το παρόν είχε μείνει και «περπατούσε» από τη μία άκρη του νησιού στην άλλη. Πίσω-μπρος, πίσω-μπρος. Ο τόπος οριοθετημένος, μα και ασύνορος την ίδια στιγμή. Η λογική είτε στεκόταν ακίνητη είτε σαν σαύρα κρυβόταν κάτω από τους βράχους. Κι αυτός ψάρευε με δόλωμα τον εαυτό του και το παράλογο που αφθονούσε σε αυτόν τον ξερό χώρο. Γυμνός δεν ήταν, κάτι χακί κουρέλια είχαν κολλήσει στο δέρμα του. Και να ήθελε να τα πετάξει, δεν μπορούσε. Στο μυαλό του έπαιζε πάντα η φράση «τούτη η θητεία δεν σταματάει πουθενά». Στρατιώτης; Όχι, προς Θεού! Πολίτης, κάποτε, που έχασε την ιδιότητα του ανθρώπου, αυτό ήταν. Ψάρευε στίχους, έσπαγε πέτρες και τάιζε μύγες. Για κρεβάτι είχε στρωμένο τάφο και για περπατησιά τη φωνή-μαστίγιο και τη σαδιστική τάση για ζωή. Και κάποτε οι στίχοι, τα λόγια, μπήκαν στη σειρά και έφτιαξαν την ιστορία αυτών που υπήρξαν.

Ο Αντρέας Φραγκιάς ήταν εκεί και μας έδωσε το δέος που λέγεται «Λοιμός». Οι Εκδόσεις Ποταμός προχώρησαν στην επανέκδοση του βιβλίου (πρώτη έκδοση το 1972) και τις ευχαριστούμε γι’ αυτό.

Έγραψε πάνω στη ραχοκοκαλιά του 20ου αιώνα

Για να διαβάσεις αυτό το βιβλίο πρέπει να κάνεις ένα πράγμα: να θυμάσαι. Να θυμάσαι αυτούς που πέρασαν, αυτούς που ήρθαν και αυτούς που θα φύγουν. Ο χρόνος κυλά γραμμικά, αφού όλα έχουν ισοπεδωθεί. Μαζί και οι χωρικές γραμμές και οι αχόρταγες ματιές. Μια φλόγα σιγοκαίει στα σωθικά του ανθρώπου και μόνο αυτή μένει για να φωτίζει το άγριο εσωτερικό-εξωτερικό τοπίο της ζωής μας. Γι’ αυτό και ο «Λοιμός» είναι διαχρονικό και άχρονο έργο την ίδια στιγμή. 

Ο Φραγκιάς έγραψε για την Ελλάδα και τον κόσμο πάνω στη ραχοκοκαλιά του 20ου αιώνα. Και αυτή αφορά τα έργα των ανθρώπων και τα θαύματά τους που δεν ξεχάστηκαν. Πόλεμοι, διώξεις, εκτοπίσεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις, προσφυγιά, μετανάστευση, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, δηλώσεις αποκήρυξης, πνευματική ανάνηψη, πνευματική δολοφονία, σώματα φυλακές… Και επειδή τα αποσιωπητικά δεν αρκούν για να χωρέσουν την υπαρξιακή διάρρηξη και τη χωροχρονική βίαιη μεταβολή, ο Φραγκιάς συνέλαβε το «τυφλό» σημείο του ορίζοντα: την έρημη ευθεία στην οποία πάντα θα περπατά ο άνθρωπος, πάντα. Γι’ αυτό και ο «Λοιμός» ενώνει άτομο, χρόνο, χώρο, ζωή, θάνατο, παράλογο, λογικό σε μια λεπτή πέτρινη γραμμή.

Το μη γόνιμο δικαιώνει την πέτρα

Ο «Λοιμός» αναφέρεται, χωρίς να κατονομάζει, στα δύσκολα και ασταμάτητα μεταπολεμικά, μετεμφυλιακά χρόνια της χώρας μας. Η διαρκής κίνηση-ακινησία είναι η ερμηνευτική οδός γι’ αυτό το συλλογικό υπαρξιακό μυθιστόρημα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Μακρόνησο και διαμορφώνεται από τον άγονο τόπο και τις άγονες σκέψεις. Το μη γόνιμο δικαιώνει την πέτρα, το ψέμα, την τρέλα, τον σαδισμό, την εξουσιομανία, τον κατασκευασμένο εχθρό, τους «ανανήψαντες», την εξόντωση, την κερδισμένη και αναπόφευκτη συνέχεια. 

Ο τρόπος που αναστηλώνει τη μνήμη ο Φραγκιάς ξεπερνά τον κοινωνικό, ταξικό, πολιτικό, ιστορικό, χρονικό προσδιορισμό. Η γλώσσα του είναι απλή, ανάλαφρη, βαθιά μπλεγμένη στα ανθρώπινα και αποστασιοποιημένη. Γι’ αυτό και καθετί αδιανόητο περνά ανενόχλητα στην αντίληψή μας και συμπεράσματά μας. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στο νησί βιώνουν την απανθρωποποίησή τους και τη ζωή που απλώνει ρίζες στην πέτρα. Εδώ τίποτα δεν είναι λογικό και ό,τι ζητείται από την απρόσωπη εξουσία είναι η διαιώνιση του άμορφου, του ανυπόστατου και του παντοτινά υποταγμένου. Οι κρατούμενοι πρέπει να μαζέψουν μύγες, να μεταφέρουν νερό με το στόμα, να φτιάξουν άχρηστα έργα και να γίνουν αντικείμενα προς εξέταση από τους μελλοντικούς βασανιστές τους. Η καχυποψία είναι κανόνας και η αμφισβήτηση του εαυτού αναγκαία. Και όλοι, βασανιζόμενοι, βασανιστές, μύγες, ποντίκια, πέτρες, είναι μια μάσκα που διαρκώς αλλάζει μορφή. Κανείς δεν ξέρει γιατί υπογράφει δήλωση, γιατί συνεχίζει, γιατί πεθαίνει και γιατί ζει. 

Τον «Λοιμό» θα τον δείτε στις οθόνες των τηλεοράσεων σας, στους άστεγους και στους πολιτικούς, στους αστυνόμους, στους στρατονόμους, στην Ουκρανία, στη Γάζα, στην Αφρική, στην τυφλότητα της δικαστικής εξουσίας, στα εργατικά χρόνια που τσακίζουν σώμα και ψυχή. Και το φινάλε του βιβλίου, η τελευταία φράση του, γράφτηκε από εμάς, για εμάς: «Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν». Η έκδοση (σ.σ εξαιρετική, από τις εκδ. Ποταμός) συνοδεύεται από πλούσιο και διαφωτιστικό επίμετρο που υπογράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...