Μενού
Θανάσης Πεθεριώτης
Θανάσης Πεθεριώτης
  • Α-
  • Α+

Ο Θανάσης Πεθεριώτης βρίσκεται στην πιο δημιουργική ηλικία, εκείνη που ονειρεύεσαι φωναχτά, με ενθουσιασμό και που όλα τα ενδεχόμενα είναι ακόμα πιθανά.

Ρουφάει εικόνες και λέξεις ανθρώπων που θαυμάζει σαν σφουγγάρι, πιστεύει στο όνειρό του με ορμή, σκέφτεται την Τέχνη με όρους συλλογικότητας και προτιμά να βαδίζει ανάστροφα ξορκίζοντας έτσι τη μεγαλύτερη βεβαιότητα αυτής της ζωής.

Συναντηθήκαμε με αφορμή το πρώτο του προσωπικό album «Αυτόν τον δρόμο ξέρω» σε τραγούδια και παραγωγή του Κυρίου Κ. που θα παρουσιάσει την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου στο AN Club με guests τον Πέτρο Μάλαμα, τους Προφίλ και τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο και μιλήσαμε για όσα μπορεί να σκέφτεται ένας καλλιτέχνης 24 ετών που θέλει να κάνει ροκ μουσική στην Ελλάδα του 2026.

Η κουβέντας μας ξεκινά άναρχα από την υποβάθμιση των σπουδών, τη σημασία της παιδείας, αλλά και περιπτώσεις που το ταλέντο υπερβαίνει την άδεια που θα όριζε μια επιτροπή για το επάγγελμα του ηθοποιού, καθώς παράλληλα με το τραγούδι, ο Θανάσης Πεθεριώτης ακολουθεί και σπουδές υποκριτικής στο Ωδείο Αθηνών.

«Όταν σπουδάζεις, παίρνεις παιδεία, «ψήνεσαι» με διαφορετικούς τρόπους. Δεν παίζεις μόνο τον εαυτό σου. Κάποιοι μπορούν πολύ καλά να παίζουν τον εαυτό τους. Για παράδειγμα ο Πανούσης είχε μια εξωπραγματική θεατρικότητα, δεν θα μπορούσες να τον πάρεις να παίξει κάτι που δεν είναι, θα τον επέλεγες για αυτό που ήταν. Όπως και έχει γίνει, όταν έπαιξε τον Τρυγαίο στην Ειρήνη του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία του Κώνσταντίνου Αρβανιτάκη. Δεν θα μπορούσες να του πεις δεν μπορείς να παίξεις, επειδή δεν έχεις άδεια ηθοποιού».

Στο Ωδείο Αθηνών το πρόγραμμα σπουδών σας εστιάζει περισσότερο στη μουσική;

«Είναι απαραίτητο πια στο σύγχρονο θέατρο να ξέρεις να διαβάζεις παρτιτούρες. Το ζητάνε σε παραγωγές. Ακόμα κι αν ένας ηθοποιός ξέρει να πετάει ελικόπτερο, μπορεί να χρησιμεύσει. Οπότε, αν είσαι ηθοποιός και μπορείς να χορεύεις πολύ καλά, ή είσαι μουσικός, είναι μια δεξαμενή ικανοτήτων που χρησιμεύει.

Ακόμα περισσότερο σε μια μικρή ηλικία που τους πρωταγωνιστές ενός έργου τους έχουν καλύψει και μπορεί να χρειαστεί να είσαι χορός. Κατά πάσα πιθανότητα θέλουν να είσαι γυμνασμένος, να έχεις αντοχή, καλή φωνή κι αν ξέρεις κι ένα μουσικό όργανο μπορεί να χρησιμεύσει. Στα μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών έχουμε πολλές υποκριτικές, κίνηση, yoga, λογοτεχνία, δραματολογία, εικαστικά, ιστορία θεάτρου, σολφέζ, φωνητική, κινηματογράφο και έχουμε και πολλές πρόβες και παρουσιάσεις».

Μου αναφέρει ακόμα ότι είναι σειρά για το θέατρο του συνόλου και όχι των πρωταγωνιστών ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι.

«Οι καλοί σκηνοθέτες βάζουν σε ρόλο ποιητή και το κοινό, να μην είναι απλώς θεατής που να θαυμάζεις κάποιον».

Κι έπειτα φτάνουμε στην εποχή των social media που παραγωγές επιλέγουν ηθοποιούς βάση των followers του έχουν.

«Είναι μια πραγματικότητα. Ζούμε στην εποχή αυτή που τα social media μεσουρανούν. Η Παραγωγή θέλει να βγάλει χρήματα, παραπάνω από αυτά που έδωσε για να είναι βιώσιμη, οπότε τα προσμετρά όλα. Είναι αυτό καλλιτεχνικό; Όχι, δεν είναι καλλιτεχνικό μέτρο. Έχω δει πολλές καλές παραστάσεις στο θέατρο που δεν ήξερα τους ηθοποιούς. Και παραστάσεις που το σύνολο εξυπηρετούσε έναν κοινό σκοπό. Στη Σχολή μαθαίνουμε ότι παίζεις θέατρο με τον παρτενέρ σου, όχι μόνος σου. Αλλιώς παίζεις κακό θέατρο».

Πώς ξεκίνησε η επαφή σου με τη μουσική.

«Άρχισα να τραγουδάω γύρω στα 13 μου χρόνια στην κατασκήνωση. Εξαιτίας αυτού ξεκίνησα να παίζω κιθάρα στα 15. Ζητούσα από μικρός κιθάρα, αλλά όχι για να παίζω, αλλά για να υποδύομαι τον ροκ σταρ. Μου τις έπαιρναν, τις έσπαγα, έβγαζα χορδές.

Μια φορά οι νονοί μου μού πήραν μια κανονική κλασσική μικρού μεγέθους. Κι αυτή την κατέστρεψα, αλλά γυρνώντας από την κατασκήνωση τη βρήκα στο πατάρι και χωρίς χορδές άρχισα να κάνω ότι παίζω κιθάρα και τραγούδαγα. Με βλέπει η μάνα μου μού λέει: «Αφού το θες! θες να μάθεις κιθάρα;». Εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχα στο μυαλό μου γιατί εμπλεκόμουν πάρα πολύ με τον αθλητισμό – έκανα κολύμβηση και τρίαθλο-, υπήρχαν και οι ξένες γλώσσες και το σχολείο, πόσα να κάνω;

Αλλά σιγά σιγά άρχισα να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα με τον Δημήτρη Παπαλάμπρου, έναν εξαιρετικό δάσκαλο που με έκανε να μη βαρεθώ. Ήθελα να μάθω κιθάρα για να τραγουδήσω. Την έβλεπα -πολύ κακό αυτό- ως συνοδευτικό της φωνής. Αλλά ο δάσκαλος άρχισε να μου μαθαίνει πώς να δημιουργώ μελωδίες και πάνω σε αυτές τις μελωδίες στην Α΄Λυκείου ξεκίνησα να γράφω και στίχους και να με αφορά η τραγουδοποιία. Γύρω στα 20 είπα ότι πρέπει να μάθω να παίζω καλύτερα κιθάρα με στόχο να βάζω πιο ενδιαφέροντα μουσικά στοιχεία στα κομμάτια μου. Παίζω και λίγο πιάνο, μπάσο, λαούτο».

Η μουσική και η υποκριτική είναι αλληλένδετες στο μυαλό σου; Κάτι που θα ήθελες να ασχοληθείς παράλληλα; 

«Θα ήθελα να είναι αλληλένδετες πορείες. Να είμαι το ποτάμι και να είναι οι όχθες. Και ως τέχνες είναι απόλυτα συνδεδεμένες. Όλα είναι μουσική και η σχέση που θα έχεις πάνω στη σκηνή με τον παρτενέρ σου μπορεί να είναι κάλλιστα μια παρτιτούρα. Μπορεί ένας σκηνοθέτης να σου δώσει οδηγία ότι θέλει ανά κάποιους χρόνους να κουνάτε μαζί τα φρύδια σας. Υπάρχει ρυθμός, άρα υπάρχει μουσική. Ο λόγος έχει ήχο, συχνότητες, χρώμα».

Τα μαθήματα υποκριτικής σου έχουν προσφέρει στοιχεία στην παρουσία σου στη μουσική σκηνή;

«Ναι, και τα μαθήματα μου έχουν δώσει, αλλά και όλο το αλισβερίσι με τις σκηνές, τα live, τον κόσμο, την έκθεση και το ίδιο συμβαίνει και στη διαδικασία της σπουδής. Μου έχει δώσει ελευθερία. Ότι δεν ντρέπομαι. Το λάθος είναι καλό να συμβεί, μαθαίνουμε μέσα από αυτό και εξελισσόμαστε. Να κάνεις λάθη και να μην παίρνεις πολύ σοβαρά τον εαυτό σου βοηθάει στην έκθεση.

Το κακό είναι ότι πολλές φορές βρίσκω τείχη στον εαυτό μου γιατί είναι σαν να κάνω μια ζωή δύο ταχυτήτων. Από τη μία έχεις τον Κύριο Κ. που είναι 40 χρονών και μιλάτε για τα πράγματα στο ίδιο επίπεδο – με την εμπειρία και γνώση που έχει εκείνος βέβαια σε σχέση με εμένα που είμαι 24. Αλλά όταν πηγαίνεις στη Σχολή, μπαίνεις σε μια σύμβαση που ο άλλος είναι καθηγητής σου. Αν ο Θοδωρής (Κύριος Κ.) ήταν καθηγητής, δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ίσοις όροις. Κάποιος φορές αυτό με φέρνει σε κάποια τέλματα.

Τη μία μέρα μπορεί να είμαι στο στούντιο και να νιώθω ότι γράφουμε κάτι πολύ δυνατό που αφορά κόσμο και ήδη γράφω τη δική μου διαδρομή μέσα από αυτό τον τρόπο κάνοντας πράγματα που δημοσιεύονται και από την άλλη στη σχολή αυτό δεν υπάρχει. Μόνο ένας καθηγητής δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό που κάνω έξω από τη σχολή γιατί ακριβώς πιστεύει ότι είναι αλληλένδετο με όσα κάνουμε στη σχολή και με το μάθημά μας».

Μπορεί αυτό να σου δίνει μια ισορροπία.

«Φυσικά. Αλλά είναι λίγες στιγμές που μπορεί να το σκεφτώ. Γενικά, ασυνείδητα μπορεί να λειτουργεί ως ισορροπία που τώρα να μην καταλαβαίνω. Μεγάλωσα στο Περιστέρι που αν δεν είσαι σε καλλιτεχνικό σχολείο, επειδή τα πράγματα είναι πιο λαϊκά και πιο εύκολα κοροϊδεύονται, αν έπαιρνα μέρος σε μια σχολική γιορτή, οι φίλοι μου που μπορεί να άκουγαν σκυλάδικα θα με δούλευαν».

Εσύ γιατί δεν άκουγες τραπ; Πώς δημιουργήθηκαν τα μουσικά σου ερεθίσματα;

«Από το σπίτι. 5 χρονών θυμάμαι να ταξιδεύουμε προς Τρίπολη που είναι το χωριό και στο αμάξι να παίζει ο τετραπλός δίσκος του Σωκράτη Μάλαμα, «Έξω». Οπότε άκουγα Μάλαμα σε αυτή την ηλικία επειδή άκουγε ο πατέρας μου. Άκουγε Νίκο Παπάζογλου, Θανάση Παπακωνσταντίνου, Μελίνα Κανά, Ορφέα Περίδη, Ελευθερία Αρβανιτάκη, άκουγε και πολιτικό τραγούδι.

Δεν πέρασαν όλα και δεν μου έδειξε και μόνο αυτά. Μπορεί εκείνος να μην άκουγε τόσο Σιδηρόπουλο και Άσιμο, αλλά μου έλεγε «άκου και αυτό», όταν ήμουν 12 χρονών. Πολλές φορές κάτι Κυριακές ακούγαμε μαζί μουσικές. Η μεγαλύτερη αδελφή μου άκουγε ελληνόφωνο ροκ, Ξύλινα Σπαθιά, Υπόγεια Ρεύματα. Μαζί ξεκινήσαμε να ακούμε Αγγελάκα και μετά εγώ ξεκίνησα να ακούω και Τρύπες στα 16 και ήρθε και το αγγλόφωνο ροκ Rolling Stones, Beattles, Τζίμι Χέντριξ. Το μόνο πράγμα που άκουσα από την ηλικία μου ήταν η ραπ, ΛΕΞ και Τζαμάλ. Αλλά είχαν άμεση επαφή με τις Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά.

Πάντα με κέρδιζε ο στίχος και η ποίηση. Να ακούω πράγματα που με αγγίζουν με έναν τρόπο ασυνείδητο, ή συνειδητά τα θεωρώ κοινωνικά αναγκαία, γιατί μιλάνε για το σήμερα: τον έρωτα, την πολιτική πραγματικότητα, τα αδιέξοδα, τη ζούγκλα στην οποία ζούμε. Καλά τραγούδια υπάρχουν παντού. Η αισθητική της μουσικής παραγωγής είναι που με προβληματίζει στο σκυλάδικο, που αντί να έχουν τζουράδες και μπουζούκια και φωνές συνέχεια του Καζαντζίδη, ακούς κακό ποπ».

Ένας νέος καλλιτέχνης είτε θέλει να ασχοληθεί είτε με τη μουσική, είτε με την υποκριτική το 2026 τι περιορισμούς αντιμετωπίζει;

«Ο πρώτος περιορισμός είναι η ηλικία. Στην Ελλάδα έχουμε το μεγάλο κακό η μουσική βιομηχανία να μη θέλει να κάνει τη δουλειά της, δηλαδή, να μην την ενδιαφέρει να ασχοληθεί με αυτό που έρχεται, τους νέους καλλιτέχνες. Τους ενδιαφέρει να ασχοληθούν με αυτό που έχει ήδη πουλήσει και να το κάνουν να συνεχίσει να πουλάει.

Στα ραδιόφωνα είναι συγκεκριμένες οι playlist, ακόμα και τα εναλλακτικά. 1500 τραγούδια playlist και κάθε μέρα ακούς τους ίδιους ανθρώπους για πάρα πολλά χρόνια. Ένα κομμάτι πρέπει να κατορθώσει μόνο του να γίνει viral και από ντροπή να το παίξουν τα ραδιόφωνα. Όπως η περίπτωση του Χρήστου Βέργου. Κατάφερε να κάνει viral το τραγούδι του με τον δικό του τρόπο. Δεν γίνεται ένα κομμάτι που έχει κάνει 1,5 εκατομμύριο streams να μην το παίζεις στο ραδιόφωνο. Όσο νεότερος είσαι στην Ελλάδα, τόσο δεν σε υπολογίζουν. Ο Κερτ Κομπέιν έκανε καριέρα στα 24 του.

Υπάρχει και πρόβλημα χώρων. Δεν υπάρχουν πολλοί χώροι να γίνουν απάγκιο για νέους καλλιτέχνες. Στο Symposium που βρισκόμαστε για τη συνέντευξη γίνονται πράγματα και μέσα από πρωτοβουλίες καλλιτεχνών, όπως το Redmill Records (DIY Family Label for truly independent sounds)».

Το ελληνικό ροκ υπάρχει σήμερα; Ποιους ακούς αν λες ότι ακούς ελληνικό ροκ; Τους παλιούς;

«Ελληνικό ροκ υπάρχει και από τους παλιούς ακόμα. Το αφιέρωμα του Σιδηρόπουλου γίνεται sold out στο Κύτταρο και ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα, τα Μωρά στη Φωτιά sold out, ο Παυλίδης γεμίζει ολόκληρη την Πλατεία Νερού, ο Αγγελάκας όσο ήταν και έκανε πράγματα, έπαιζε φουλ ηλεκτρικά και γέμιζε χώρους και άλλα συγκροτήματα Υπόγεια Ρεύματα, Κίτρινα Ποδήλατα.

«Απλά έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό ανάμεσα σε αυτή τη γενιά που είναι όλοι πάνω από 50, την προηγούμενη που είναι ο Κύριος Κ., οι Δραμαμίνη, ο Μπαλάφας που είναι μια κατηγορία μόνος του και μετά είναι η δικιά μου γενιά. Στη δική μου γενιά υπάρχουν μπάντες αλλά για πόσο; Εκείνο που κρατάει πάντα είναι το punk αλλά σε πιο underground μορφή. Αλλά και τη γενιά του ’90 να ρωτήσεις θα σου πουν δεν είχαμε σκηνή. Θα σου πουν είχαμε 10 μπάντες. 10 μπάντες στον καπιταλισμό του σήμερα το θεωρώ σκηνή».

Τι ήθελες να πεις μέσα από τον δίσκο σου;

«Δεν ήθελα να πω από τον δίσκο. Περισσότερο μπήκα σε μια διαδικασία ηθοποιού στον δίσκο αυτόν, να καταλάβω δηλαδή τι θέλει να πει ο Θοδωρής. Γιατί αυτά τα κομμάτια είναι του Θοδωρή. Με πήρε τηλέφωνο τον Ιούνιο, ενώ έψαχνα το επόμενό μου βήμα και μου είπε ότι είχε κάποια κομμάτια γραμμένα το 2011-13, τότε που έκανε παραγωγές στους δίσκους του Μπαλάφα, τα οποία έμειναν σε έναν σκληρό δίσκο τον οποίο ξανανακάλυψε φέτος και θεώρησε ότι στη χρονική φάση, στην ηλικία και στο πώς περφορμάρω τον εαυτό μου στη σκηνή -επειδή είμαι εξωστρεφής- ότι είμαι ο καταλληλότερος για να τα πω». 

Πώς γνωριστήκατε με τον Θοδωρή Κοντάκο;

«Τον Θοδωρή τον ακούω από 17 χρονών που πήγαινα στα live του. Από εκεί αρχίσαμε να δημιουργούμε μια σχέση που εντατικοποιήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2024 που τον κάλεσα στην παρουσίαση του EP μου. Στην παρουσίαση του EP ήταν guests οι άνθρωποι που πίστευα ότι είναι η δική μου πολιτιστική πρόταση: ο Κύριος Κ., ο Βασίλης Ράλλης και ο Χρήστος Βέργος. Οι σχέσεις άρχισαν να δένουν έτσι. Τον Βασίλη τον ήξερα από παλιά, έγινα φίλος και με τον Χρήστο που άρχισε να γράφει στον Θοδωρή.

Έτσι, όταν με πήρε να μου προτείνει τα τραγούδια το θεώρησα μεγάλη τιμή και γενναιοδωρία. Θαύμασα την κίνησή του. Ο Κύριος Κ. είναι ένα τεράστιο μουσικό κεφάλαιο. Άκουσα τα κομμάτια και σιγά σιγά άρχισα να  βρίσκω τι με αφορά, σαν ένα κείμενο θεατρικό που σκέφτεσαι "τι μου το κάνει εμένα προσωπικό αυτό που λέει ο Γκόρκι ή ο Τσέχωφ". Στις ηχογραφήσεις ο Θοδωρής έπαιξε και ρόλο σκηνοθέτη πολλές φορές για να με κάνει να φανταστώ και να ερμηνεύσω τα τραγούδια.

Νομίζω ότι αυτά τα τραγούδια έρχονται να δώσουν πνοή σε αυτό που ονομάζουμε ελληνικό ροκ. Είναι γροθιά στο στομάχι, είναι πολύ καλή παραγωγή και προσεγμένη. Τα κομμάτια έχουν από πολιτικό περιεχόμενο που συνομιλεί απόλυτα με το σήμερα, μέχρι μια τρυφερότητα. Όταν ακούς τον δίσκο μοιάζει με έναν δρόμο για να τον περπατήσουμε».

Ποιος στίχος από τα τραγούδια σε εκφράζει;

«Στο "Αυτό το δρόμο ξέρω" λέει: "Αν είχα έρθει από αλλού θα'χα φτάσει νωρίτερα / Όλα , όλα θα 'χανε συμβεί μάλλον μια ώρα αρχύτερα / Μα ποιος μπορεί να πει τι, μα ποιος μπορεί να πει τι θα 'ταν καλύτερα". Αυτό έρχεται ως απάντηση σε όλη την κουβέντα που κάναμε πριν για τις δυσκολίες του καλλιτέχνη σήμερα, για το από πού προέρχεται ταξικά, σε τι ηλικία είναι και κάνει αυτή τη δουλειά, στον τσαμπουκά που τον διακατέχει για να διεκδικήσει την επόμενή του δουλειά ή σε ποιον χώρο θα παρουσιάσει το live του.

Κοινωνικά από στο "Μετά το Λύκειο" όταν λέει: "Μετά το λύκειο τι μένει / Στράτος πηλίκιο/ Σαν τον ηλίθιο / Αυτό μένει; Αυτό μένει; / Ανδριωμένη, απ' τα κόκκαλα βγαλμένη/ Για ποια Ελένη; Ποια Ελένη;".

Και στον "Σωσία" που αλληγορικά μιλάει για την παγκοσμιοποίηση: "Λάθος είτε σωστό είναι τοις πάσι γνωστό πως βουνό με βουνό μόνο δεν σμίγει / Μάλλον είναι γραφτό στο πλανήτη αυτό, όλοι με τον καιρό / Να γίνουμε ίδιοι".

Σε φοβίζει κάτι για το μέλλον είτε με τρόπο που να σε κινητοποιεί, είτε να σε αποθαρρύνει.

«Με φοβίζουν πράγματα που είναι σε κοινό επίπεδο για όλους τους ανθρώπους. Αλλά αυτό που με φοβίζει, αλλά με τρόπο που με κινητοποιεί είναι κάτι που είχε πει ο Μενέλαος Λουντέμης, ο οποίος ήταν κακοπαθημένος από το ελληνικό κράτος λόγω των ιδεών του που δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετάνοιας ως κομμουνιστής και όταν τον ρώτησαν γιατί είπε: "Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δε θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ". Αυτό που με φοβίζει είναι ότι θέλουν πάλι τον άνθρωπο να πέσει στα 4 πόδια.

Με φοβίζει η αποξένωση στο μεταξύ μας, που δεν αγκαλιαζόμαστε αν δεν γνωριζόμαστε, που δεν ανοίγουμε τις καρδιές μας, που δεν ξέρουμε τον γείτονά μας, με φοβίζει ο ατομικός δρόμος που μας έχουν επιβάλλει και που πολλές φορές θέλουμε τόσο πολύ να φύγουμε από αυτόν, γιατί τα χαρακτηριστικά μας και τα ταξικά και τα επαναστατικά μας λένε "κοίτα καθαρά", αλλά είναι τόσο δύσκολοι οι όροι επιβίωσης που καταλήγεις να υπηρετείς πολλές φορές αυτό το πράγμα που σου κάνει κακό, αλλά δεν μπορείς να ξεφύγεις.

Δεν με φοβίζει ο θάνατος. Με κινητοποιεί. Είμαι το τρίτο παιδί στην οικογένεια και μεγάλωσα λίγο πιο ελεύθερα και στις επιλογές μου και στα πράγματα που μου αρέσουν, τα πράγματα που με φοβίζουν τα αντιστρέφω και σκέφτομαι πώς θα γίνουν ένας νέος δρόμος. Το ξέρω ότι θα πεθάνω, είναι η μόνη αλήθεια, οπότε πρέπει να ζήσω. Η ζωή είναι μια σπουδή θανάτου. Αυτό με κινητοποιεί. Αλλά με φοβίζει στην υπάρχουσα ζωή να καταλήξουμε να γίνουμε αυτό που μισούμε για ένα πιάτο φαΐ, για τις βασικές και απαραίτητες ανάγκες. Με φοβίζει να βλέπω ανθρώπους που δεν θα ξανακαταφέρουν να ερωτευτούν. Τα live, οι θεατρικές παραστάσεις είναι σημεία συνάντησης που θα φύγεις εμπνευσμένος να συνεχίσεις τη ζωής σου». 

Είπες πριν ότι στην παρουσίαση του EP σου επέλεξες ανθρώπους ως guests που ήταν η δική σου πρόταση, ισχύει αυτό και για τους ανθρώπους που θα βρίσκονται guests στην παρουσίαση του album σου στο AN club;

«Απόλυτα! Ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος είναι ένα παιδί στη δική μου τη γενιά και κάνει ροκ, lead singer στους Tsopana Rave (new generation) και έχει κάνει και έναν απίστευτο προσωπικό δίσκο, που είναι τιμή μου να ακούσουμε δύο κομμάτια στο live. Οι Προφίλ είναι μια μπάντα που παίζει αδιανόητα καλά και δημιουργήσαμε φέτος μια σχέση και είναι μια επιλογή που με εκφράζει. Τον Πέτρο Μάλαμα τον θαυμάζω καλλιτεχνικά. Έχω πάει αρκετές φορές στα live του. Είναι απόλυτα εμπνευστικός ο τρόπος που επιλέγει να παίξει κιθάρα, ο τρόπος που επιλέγει να παίξει τα κομμάτια άλλων, ο τρόπος που ενορχηστρώνει, που στέκεται επάνω στη σκηνή. Που ενώ έχει κάτι το απρόσιτο όταν κάθεσαι μαζί του και μιλάς, είναι ένας άνθρωπος καλλιεργημένος, που λες θέλω να τον έχω φίλο να μάθω πράγματα από εκείνον.

Είναι όλοι όσοι έχω επιλέξει τιμή μου που θα είναι στο live, είναι καλλιτεχνικό μου καθήκον, είναι κομμάτι της δικιάς μου μπροσούρας, όπως και οι μουσικοί. Ο Θοδωρής Κοντάκος, ο Νικόλας Γιαννάτος – κιθαρίστας του Σιδηρόπουλου και μπασίστας στους Πυξ Λαξ, ο Πάνος Γεωργακόπουλος από τους καλύτερους ντράμερ στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, ο Γιάννης Σμυρνιόγλου που έχουμε παίξει πολλά χρόνια μαζί και που γράφει μουσική και για θέατρο θα είναι στο βιολί. Είναι όλοι εντυπωσιακοί και θα πάμε να δημιουργήσουμε μια γιορτή. Μια ροκ γιορτή, ένα ανοιχτό τζαμάρισμα».

Έχεις ήδη στο μυαλό σου και επόμενη δουλειά;

«Το σχέδιο που έχω στο κεφάλι μου είναι ότι θα βγάλω κάποια singles με δικούς μου στίχους μέσα σε αυτά τα επόμενα δύο χρόνια που θα είμαι στη Δραματική σχολή και σίγουρα κάποιες συμμετοχές από άλλους καλλιτέχνες. Αλλά δικό μου δίσκο θα κυκλοφορήσω μόλις τελειώσω τη Δραματική για να μπορώ να δώσω το 110% σε αυτό.

Η επόμενη δουλειά θα είναι ένα χρέος που έχω στον Τόλη Μαστρόκαλο, με τον οποίο συνεργαστήκαμε επί έναν χρόνο στην παράσταση «Ο Άγνωστος Πρίγκιπας: Παύλος Σιδηρόπουλος» και μάς άφησε εκείνη τη χρόνια. Είμαι ένας άτυπος κληρονόμος κάποιων τραγουδιών και στίχων που θα βάλω εγώ μουσική. Θα διαμορφωθεί ένας δίσκος για τον Τόλη. Θα το κάνω με ανθρώπους εκείνης της γενιάς και θα βγει μάλλον του χρόνου».

Πώς ήταν να υποδύεσαι τον Παύλο Σιδηρόπουλο;

«Ήταν ευθύνη, τιμή και σχολείο μεγάλο. Γιατί άρχισα να παίζω έναν μονόλογο που γύρισε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα χωρίς να είμαι επαγγελματίας, από την άποψη του πτυχίου. Έπαιξα την παράσταση για δύο σεζόν και η τριβή μου με αυτό με ώθησε να μπω στο Ωδείο. Ο σκηνοθέτης της παράστασης ο Ανδρέας Ζαφείρης έκανε κάποιες προσωπογραφίες εκείνη την περίοδο, για τον Νίκο Μπελογιάννη, την Κατερίνα Γώγου, για τον Άσιμο. Έτυχε να με δει, έμαθε ότι ασχολούμαι με τη μουσική και είχα κάνει κάποια σεμινάρια υποκριτικής και ήπιαμε έναν καφέ και μου πρότεινε να παίξω τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Πολύ όμορφη διαδικασία στην οποία το μόνο αρνητικό ήταν σχόλια για το "ποιος πιτσιρικάς πάει να κάνει τον Παύλο Σιδηρόπουλο" και "γιατί δεν αφήνεται τον αφήνετε στην ησυχία του". Που τα έλεγαν άνθρωποι που δεν είχαν έρθει καν να δουν την παράσταση, με τι σεβασμό και προσήλωση δημιουργήθηκε, χωρίς κανέναν σκοπό εκμετάλλευσης του ονόματος. Δεν είχα καμία διάθεση να πουν ότι είμαι ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Ήταν ένας ρόλος». 

Τι ονειρεύεσαι για το μέλλον; Το λες φωναχτά;

«Αυτά που ονειρευόμαστε πρέπει να τα λέμε φωναχτά σίγουρα. Να μπορώ να κάνω Τέχνη και στο θέατρο και στη μουσική με εμπνευστικούς ανθρώπους που θα με μετατοπίζουν, θα μου δείχνουν τις αδυναμίες μου και δεν θα με καθαγιάζουν μόνο. Και μέσα σε αυτό το ταξίδι να διαμορφωθούν και τα απαραίτητα για να μπορώ να το κάνω. Να κάνω Τέχνη με τους όρους μου με αυτά που είπα και αυτό να είναι και βιώσιμο. Που είμαι ολιγαρκής άνθρωπος και μπορώ να κάνω πολλά πράγματα πίσω για αυτά που θέλω και για ανθρώπους που θέλω».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...