Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον δημοσιογράφο και τον συνεντευξιαζόμενο πρέπει να είναι ορατή και ξεκάθαρη, είχε πει κάποτε ένας καθηγητής στη σχολή. Ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς μπορεί αυτό να σημαίνει, υπέθεσα όμως πως υπάρχει κάποια δόση αλήθειας. Δεκάδες φορές στη δουλειά μου ως τώρα έχω μάλλον παραβλέψει τον κανόνα και για να είμαι ειλικρινής δεν το έχω μετανιώσει.
Συμβαίνει άλλωστε με κάποιους ανθρώπους. Δεν ξέρω αν είναι θέμα χημείας, συμπαντικής νομοτέλειας ή απλά τύχη, δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ευλογία από το να καταγράφεις ιστορίες ανθρώπων, τους οποίους νιώθεις πως καταλαβαίνεις πριν βάλουν σε σειρά τις άναρχες λέξεις μιας πρότασης. Αυτά είναι πάνω κάτω όσα σκέφτομαι, αποχωρώντας από το σημείο που δώσαμε ραντεβού με τον Δημήτρη Φραγκιόγλου. Ήταν πρωί Δευτέρας, σε ένα από τα ίσως πιο κεντρικά μέρη αυτής της πόλης, αλλά οι δύο ώρες μαζί του, θύμιζαν μάλλον βράδυ Παρασκευής σε ένα αγαπημένο κουτούκι μακριά από κόρνες και φρεναρίσματα.
Για πολλούς, το πρόσωπό του συνδέεται αυτόματα με την ατάκα «Θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε», όμως αυτό είναι κάτι που δεν του αρέσει καθόλου. Γιατί, όπως θα μου πει, η ζωή προχωράει, η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη και ό,τι μας κρατάει μόνιμα πίσω, μόνο λυτρωτικό δεν είναι. Η φωτογράφιση που κάνουμε για το θέμα κυλά με απρόσμενα γρήγορους ρυθμούς, όχι γιατί εκείνος ξέρει να ποζάρει στον φακό, αλλά γιατί μάλλον δεν τον νοιάζει τόσο η εικόνα του, όσο το να είμαστε αυθεντικοί άνθρωποι. Δεν μας μένει άλλωστε και τίποτα άλλο στη ζωή. Αυτό συμπεραίνω κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας σε ένα από τα παλαιότερα καφέ της Φωκίωνος Νέγρη.
Στο Personas αυτό, ο ηθοποιός Δημήτρης Φραγκιόγλου μας λέει την ιστορία του, από τα παιδικά χρόνια έως σήμερα, με καμία όμως διάθεση νοσταλγίας και μελοδραματισμών. Είναι ρεαλιστής σαν τον άνθρωπο στην πιο ώριμη εκδοχή του και παράλληλα έχει μια παιδικότητα, από αυτή που νιώθεις ό,τι καμιά φορά χρειάζεται για να χωνευτεί καλά ολόκληρο το χάος της ενήλικης ζωής. Στο Reader σας παρουσιάζουμε την ιστορία του.

Η ζωή στην Αλεξάνδρεια, το ζαχαροπλαστείο του πατέρα και τα περάσματα στην Κυψέλη
«Η Κυψέλη είναι για μένα οι παιδικές μου μνήμες στην Ελλάδα. Για όλους μας τους συγγενείς, που έφτασαν στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ‘60 και μετά, ήταν μια ανερχόμενη περιοχή, όλοι εδώ έμεναν. Την ξέρω γωνιά γωνιά από παιδάκι. Μια άλλη Κυψέλη. Ζούσα τη Φωκίωνος Νέγρη τα απογεύματα. Ήταν μοναδική περατζάδα, ακόμα και θέατρο είχε. Ακόμα και μετά όταν μετακόμισα μόνιμα στην Ελλάδα, τα πρώτα σπίτια που βρήκα, ήταν εδώ. Κάποιες φορές όταν χώριζα, πάλι εδώ γυρνούσα. Δεν ξέρω αν είναι οι συγκυρίες, καμιά φορά τα φέρνει έτσι η ζωή. Σαν παιδί θυμάμαι έντονα όλα τα μαγαζιά και το πανηγύρι που γινόταν τα βράδια. Ήταν πολύ ωραία εικόνα, σε μια άλλη Αθήνα. Για την ακρίβεια ήταν η εικόνα που ποθούσα σαν παιδί, όταν από την Αλεξάνδρεια σκεφτόμουν να εγκατασταθώ μόνιμα σε αυτή την πόλη».
«Είμαι μοναχογιός και οι γονείς μου δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Οι περισσότεροι Αλεξανδρινοί μεταφέρουν μια εικόνα, λίγο μυθική, για τα μέρη μας. Ειδικά στις αρχές, αναπολούσαν περασμένα μεγαλεία με έναν τρόπο που δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που στ’ αλήθεια βίωνα. Εγώ έζησα την Αλεξάνδρεια της παρακμής. Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στο κέντρο της πόλης. Πωλούσε ανατολίτικα γλυκά, μπουγάτσες και τέτοια. Ήταν σε πολύ κεντρικό σημείο και με ένα τρόπο, παρά το μικρό του μέγεθος, έχει γράψει μια ιστορία».
Διαβάστε ακόμα: Χρήστος Δημόπουλος: «Έμαθα να μιλώ στα παιδιά προσπαθώντας να κερδίσω την κόρη της γυναίκας μου»
«Μέχρι και ο βασιλιάς σταματούσε να φάει έναν λουκουμά. Πατριάρχες και αργότερα επαναστάτες, αξιωματικοί, ο ίδιος ο Νάσερ είχε κάτσει στο μαγαζί μας. Κατά καιρούς είχα κάνει χρέη ταμία και το κρατούσα μερικές φορές, όταν για λόγους υγείας ο πατέρας μου δεν μπορούσε να είναι εκεί. Όμως εκείνος ήξερε ότι δεν υπάρχει συνέχεια και δεν επιχείρησε να με δεσμεύσει για πάντα εκεί. Θα μπορούσαμε να το μεταφέρουμε στην Αθήνα όταν πρωτοήρθαμε και να έχουμε ένα μεγάλο πελατολόγιο από τους πρώην Αλεξανδρινούς. Αλλά από την αρχή ήξερε τι δρόμο θέλω να ακολουθήσω. Μάλιστα σε σχέση με τη μητέρα μου, ήταν πιο ανοιχτός. Εκείνη ήθελε να έχω διαφορετική πορεία, άσχετο αν της άρεσε όταν άρχισα να γίνομαι αναγνωρίσιμος. Έχω δύο τρεις φίλους από κάθε δεκαετία της ζωής μου. Και με ανθρώπους του χώρου μου, απλά προέκυψε με κάποιους να ταιριάζω, δεν το επεδίωξα».


«Δεν τα πάω καλά με τη νοσταλγία. Με την έννοια ότι δεν σε αφήνει να πας παρακάτω. Οι πιο πολλοί από αυτούς που ήρθαν από την Αλεξάνδρεια, έκαναν παρέα μεταξύ τους και νοσταλγούσαν πράγματα και ιστορίες από τα 18. Αν νοσταλγείς από τα 18, αποχαιρέτα τη ζωή. Σημασία έχει να είσαι ανοιχτός να πας πιο πέρα. Και στη δουλειά νιώθω σαν να ξεκίνησα χθες. Βιοπορίζομαι από αυτό, αλλά το αγαπώ. Ακούω συναδέλφους να λένε να πάρουν σύνταξη σε δύο χρόνια και μου φαίνεται αδιανόητο!»
Η πρώτη παράσταση στην Αθήνα, δύο κομβικές συναντήσεις και ο Παναθηναϊκός
«Όταν ερχόμουν τα καλοκαίρια στην Αθήνα, η αγαπημένη μου ασχολία ήταν να βλέπω παραστάσεις. Και κάπως έτσι, έπεσα πάνω σε απίστευτες συμπτώσεις ζωής. Γύρω στο ‘78, ‘79, είδα στο Θέατρο Τέχνης -το καλοκαιρινό στην Ιουλιανού- το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο Μπαμπάς ο Πόλεμος. Και η τύχη τα έφερε έτσι που το 1982 τον γνώρισα. Ανεβάσαμε στη σχολή το Παραμύθι Χωρίς Όνομα και κάπως έτσι διαπίστωσα πως στην ομάδα ήταν και η κόρη του. Λόγω της Κατερίνας ήρθα κοντά του. Τον θαύμαζα πολύ, δεν περνούσε από το μυαλό μου τι θα γίνει. Το ίδιο συνέβη και με τον Κώστα Βουτσά».
«Στο Στούντιο στην πλατεία Αμερικής, ένα σινεμά που ήταν το βασίλειο της κουλτούρας τη δεκαετία του ‘80, είχα δει μια ταινία που είχε κάνει ο Βασίλης Βαφέας, πιο κουλτουριάρικη ας πούμε από αυτές που έπαιζε ο Βουτσάς. Ο Έρωτας του Οδυσσέα λεγόταν. Όταν έφυγα, έλεγα μέσα μου, “α ρε και να παίξω κάποια μέρα με τον Βουτσά”. Ένα περίπου μήνα μετά, μόλις στα 21 με 22 μου χρόνια, έπαιξα στον Ανδροκλή με τα Λιοντάρια μαζί με εκείνον. Όταν σου συμβαίνουν μεγάλα πράγματα, που δεν είναι ακριβώς δρομολογημένα, καταλαβαίνεις μετά το μεγαλείο τους».
«Η άλλη μου μεγάλη αγάπη ήταν ο Παναθηναϊκός. Τα καλοκαίρια όμως που ήμουν εδώ παίζονταν μόνο τα φιλικά στη Λεωφόρο. Οι πιο εμβληματικοί αγώνες ήταν μετά στο ΟΑΚΑ που ήμουν πιο μεγάλος. Τι άλλο θα μπορούσα όμως να γίνω; Μεγάλωσα τη δεκαετία του ‘70 που η ομάδα θριάμβευε στο Γουέμπλεϊ. Πάω ακόμα γήπεδο εννοείται όταν μπορώ».

Η φράση που τον κάνει να γελάει σήμερα, η τηλεόραση και το επάγγελμα ζωής
«Στη σχολή μπήκα συμπτωματικά, όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Όπως είπα, έπαιξα στον Ανδροκλή και τα Λιοντάρια του ενώ ήμουν περίπου στο πρώτο έτος της σχολής. Από τη σχολή με είχαν στείλει στην οντισιόν, άσχετο αν το έκρυβαν από τους άλλους. Κανείς δεν ήξερε όταν πήγα να δοκιμαστώ πόσο μεγάλος ήταν ο ρόλος, ποια θα ήταν η συνέχεια. Ήθελα τόσο πολύ να γίνω ηθοποιός, απλά δεν ήξερα αν μπορώ να το κάνω. Είχα ανασφάλεια, αλλά είχα την τύχη να παίξω σε δύο παραστάσεις στο πανεπιστήμιο. Αυτό μου άνοιξε τον δρόμο για το θέατρο και κάπως έτσι κατάλαβα ότι μπορώ να το κάνω. Ήμουν κατασταλαγμένος στο ότι ήθελα αυτό. Όμως δεν είχα τις βάσεις και τα εφόδια για το πώς να το διαχειριστώ και επειδή τα πρώτα χρόνια μου συνέβησαν πράγματα εξωπραγματικά, υπήρχε μια δυσκολία στη διαχείριση. Για το τι ποθείς στ’ αλήθεια, προς τα πού να πας. Τι κρατάς, τι πετάς. Γενικά προσπαθώ πάντα να είμαι κοντά στην πραγματικότητα. Κάνουμε μια όμορφη δουλειά, αλλά δεν υπάρχει λόγος να παριστάνουμε πως είμαστε και κάτι το πολύ σπουδαίο».
«Υπάρχει ένα μέρος του κοινού που ξέρει τους ηθοποιούς μόνο από την τηλεόραση. Με το προφίλ που έχω εγώ, κάποιοι θεωρούν ότι μπορεί να μην έχω κάνει και τίποτα άλλο. Δεν μου αρέσει να με ρωτάνε μόνο για τον Χλαπάτσα. Σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις που γίνεται αυτό, αναρωτιέμαι αν έχω πεθάνει και δεν το ξέρω! Σαν μνημόσυνο είναι να παίζουν μόνο για τον Χλαπάτσα!»
«Οι σειρές στο παρελθόν ήταν πολύ πιο λίγες απ’ ότι τώρα, αλλά εδώ που τα λέμε πάντα μας αρέσει να πασπαλίζουμε με χρυσόσκονη το παρελθόν. Η ζωή μας είναι διαφορετική σήμερα, υπάρχει υπερπληθώρα πληροφοριών, το ίδιο συμβαίνει και με την τηλεόραση. Είναι πιο δύσκολο κάτι πλέον να κερδίσει την προσοχή σου. Και ίσως ο θεατής είναι εκπαιδευμένος να ψάξει αυτό που θέλει. Τότε δεν είχες επιλογές. Αν κάτι σε κέρδιζε, έμενες. Ειδικά η νεότερη γενιά σήμερα επιλέγει τι θα δει».
«Ποιοτικά στη σύγχρονη εποχή είναι καλύτερα. Και τεχνικά. Αν λείπει κάτι, είναι το πάθος. Τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης υπήρχε ένας μεγαλύτερος ενθουσιασμός για αυτό που συνέβαινε. Και σε όσους δημιουργούσαν σειρές και σε όσους έβλεπαν. Σήμερα αυτό είναι δύσκολο να γίνει. Τότε επίσης δεν υπήρχαν άνθρωποι που ήξεραν την τηλεόραση, υπήρχαν εκείνοι που τσαλαβουτούσαν. Τώρα θεωρητικά υπάρχουν άνθρωποι που την ξέρουν και βάζουν κανόνες. Αυτό δεν είναι καλό. Έχει περιορίσει, ειδικά στην κωμωδία, τις ελληνικές σειρές».

«Στο θέατρο έχεις, εντός εισαγωγικών, πολλές φορές την πολυτέλεια να κάνεις μια προετοιμασία και μια προπόνηση με άλλα μέσα, με μια άλλη διαδικασία προς το αποτέλεσμα. Η τηλεόραση δεν στο παρέχει, θέλει άλλους χρόνους. Αλλά το γοητευτικό είναι ότι απαιτεί από σένα μια άλλη ετοιμότητα».
«Αλήθεια είναι πως ο κόσμος δεν ξέρει ότι έχω γράψει και επεισόδια σειρών. Ίσως επειδή ήμουν πάντα συνεργάτης. Δεν το προέβαλα με τον τρόπο που έπρεπε την εποχή που έπρεπε. Τώρα κρίνοντας, δεν το διαχειρίστηκα σωστά. Θα μου έδινε ενδεχομένως τη δυνατότητα να κάνω άλλα πράγματα σαν συνέχεια».
«Στο μέλλον δεν νομίζω πως θα έχω αλλάξει μυαλά. Θέλω να είμαι σε αυτή τη δουλειά ακόμα. Θα μπορούσα να ζήσω ίσως και σε μια πιο μικρή κοινωνία, αλλά προς το παρόν δεν το έχω σκεφτεί. Έχει πλάκα όταν σου μιλάει ο κόσμος έξω, συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Η ατάκα που με ακολουθεί τώρα είναι το “με εσάς μεγαλώσαμε” που με τρελαίνει! Τα τελευταία χρόνια συνεργάζομαι με το θέατρο Τόπος Αλλού. Εκεί θα είμαι μάλλον και τον χειμώνα, θα ξεκινήσουμε με την επανάληψη του Killing Godot που έχει γράψει ο Νίκολας Καζάν, γιος του Ελία Καζάν. Μετά θα ακολουθήσει κάτι που δεν μπορώ να αποκαλύψω ακόμα».
Διαβάστε ακόμα: Δημήτρης Σταρόβας: «Η ζωή είναι ένα μυστήριο και δεν έχω σκοπό να το λύσω»
Tα social, το αγαπημένο μέρος στην Αθήνα και η ταινία της ζωής του
«Η σχέση μου με τα social media είναι πότε έτσι, πότε αλλιώς. Αυτή την εποχή τα βαριέμαι αφάνταστα, δεν είμαι ενεργός. Συμπεριφέρομαι όπως μου κατέβει. Δεν καίγομαι να έχω μια διαρκή παρουσία. Όλο αυτό που έχει γίνει με την online ζωή μας, με κουράζει αφάνταστα. Δεν μπορεί να ζούμε έτσι. Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί κάποιοι άνθρωποι έχουν τέτοιο πάθος. Από την άλλη, οι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής δεν με κουράζουν. Προσαρμόζομαι. Κάνω μια δουλειά που για μεγάλα διαστήματα μπορεί να μείνεις εκτός, οπότε δεν έχω κάποια ρουτίνα να με κουράζει υπό αυτή την έννοια».

«Ποιο είναι το αγαπημένο μου σημείο στην Αθήνα; Μάλλον δεν υπάρχει πια. Κοντά στον πεζόδρομο της Αιόλου, υπήρχε δίπλα από μια εκκλησία ένας πολύ μικρός διάδρομος. Ανάμεσα στην εκκλησία και σε ένα περίπτερο. Εκεί βρισκόταν ένα καφενείο, το οποίο ζήτημα να είχε δύο τραπεζάκια. Ήταν ουσιαστικά ένας πολύ μικρός διάδρομος που ένωνε δύο δρόμους. Μου άρεσε πάντα να πηγαίνω και να κάθομαι εκεί. Δεν ήταν ακριβώς μαγαζί. Το λάτρευα».
«Ο μεγαλύτερος μου φόβος είναι οι αρρώστιες. Γενικά με τρομάζει να γίνω βάρος σε ανθρώπους αν έχω κάτι. Το έχω ζήσει πολύ και ξέρω ότι είναι κουραστικό. Αν η ζωή μου ήταν ταινία, θα ήταν το Πάρτυ του Peter Sellers. Ένας κομπάρσος βρίσκεται κατά λάθος σε ένα πάρτυ και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία. Νομίζουν ότι είναι κάποιος σπουδαίος και τον καλούν. Θρυλική ταινία. Γιατί αυτός ο παραλληλισμός; Γιατί κάποιες φορές θεωρώ ότι είμαι κατά λάθος σε όλη αυτή την ιστορία της δουλειάς!».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.