Μενού
panagoulis
Ο Αλέκος Παναγούλης στη δίκη του | Τύπος της εποχής
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

«Τα δάκρυα που στα μάτια μας θα δείτε ν’ αναβρύζουν, ποτέ μην τα πιστέψετε απελπισιάς σημάδια. Υπόσχεση είναι μοναχά, γι’ αγώνα υπόσχεση». Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν από εκείνη τη «πάστα» των ανθρώπων που ο αγώνας για την ελευθερία «κυλάει» μέσα στο αίμα τους.

Δίνουν τα πάντα για τον κοινό σκοπό. Και δε λυγίζουν ποτέ. Κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη. Ακόμα και μέσα στα κελιά.

Το ποίημα που διαβάσατε στην αρχή, άλλωστε, ο Παναγούλης το έγραψε μέσα στη φυλακή. Εχθρός της χούντας, επιχείρησε να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Απέτυχε, συνελήφθη και βασανίστηκε σκληρά. Στη θέση του άλλοι θα είχαν λυγίσει. Εκείνος όχι.

Το είχε πει, άλλωστε: «Θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ». Και αυτό το κατάλαβαν περισσότερο απ' όλους οι ίδιοι οι διώκτες του.

Ο αλύγιστος Αλέκος Παναγούλης

Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 2 Ιουλίου 1939 γεννήθηκε στη Γλυφάδα το δεύτερο παιδί του αξιωματικού του στρατού Βασίλη Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη.

Στην κατοχή η οικογένεια του έφυγε για τη Λευκάδα απ΄όπου καταγόταν η μητέρα του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Όταν επέστρεψαν ο Αλέξανδρος είχε γίνει, πλέον, Αλέκος με διάθεση να εμπλακεί στα κοινά. Ως φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου αναδείχθηκε ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος.

Ήταν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΟΝΕΚ (της νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου) και ιδρυτικό στέλεχος της μετεξέλιξης της σε ΕΔΗΝ.

Ένα μήνα μετά τη επιβολή της δικτατορίας λιποτάκτησε και πέρασε στην παρανομία. Τον ακολούθησε τον Αύγουστο και ο αδελφός του Γεώργιος Παναγούλης, υπολοχαγός των ΛΟΚ, ο οποίος κατέφυγε στο Ισραήλ, συνελήφθη και εκδόθηκε στην Ελλάδα, αλλά κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στην Ελλάδα με πλοίο, χάθηκαν τα ίχνη του και από τότε θεωρείται αγνοούμενος αν και είναι δεδομένο πως εξοντώθηκε από όργανα της χούντας.

Ο Παναγούλης ήταν ο ουσιαστικός ηγέτης της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση». Επιπλέον, ήταν ο επικεφαλής του «Λαϊκού Αντιστασιακού Οργανισμού Σαμποτάζ (του ΛΑΟΣ), που ήταν η πιο δυναμική ομάδα της οργάνωσης.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου ο Παναγούλης συνελήφθη και βασανίστηκε απάνθρωπα στα κολαστήρια της ΕΣΑ. Άντεξε και δεν πρόδωσε κανέναν από τους συνεργάτες του.

Καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε εξαιτίας της κινητοποίησης της διεθνούς κοινής γνώμης που «στρίμωξε» επικοινωνιακά το καθεστώς.

Παρέμεινε, ωστόσο, για πέντε χρόνια έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου, στον Άγιο Στέφανο. Απελευθερώθηκε τον Αύγουστο του 1973 στο πλαίσιο της γενικής αμνηστίας και αυτοεξορίστηκε στη Φλωρεντία που έμεινε μαζί με τη σύντροφό και βιογράφο του, Οριάνα Φαλάτσι.

Στις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης εκλέχθηκε βουλευτής στη Β' Αθηνών με το κόμμα τής Ενώσεως Κέντρου - Νέων Δυνάμεων (ΕΚΝΔ), διάδοχο σχήμα της προδικτατορικής Ενώσεως Κέντρου.

Την πρωτομαγιά του 1976 βρήκε τραγικό θάνατο στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης σε ένα περίεργο τροχαίο το οποίο από πολλούς θεωρήθηκε οργανωμένη δολοφονία.

Ο Τύπος της εποχής έγραψε ότι κάποιοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, επειδή είχε στην κατοχή του απόρρητα έγγραφα της δικτατορίας που έδειχναν τις σχέσεις γνωστών πολιτικών προσώπων της μεταπολιτευτικής περιόδου με τη δικτατορία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε.

Η δίκη του Παναγούλη που έγινε δίκη της χούντας

Τα όσα βίωσε ο Αλέκος Παναγούλης μετά τη σύλληψη του είναι, μάλλον εύκολο να τα αντιληφθεί κανείς. Ο ίδιος, ωστόσο, δε λύγισε για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν γιατί δεν ήθελε να δώσει αυτή την ικανοποίηση στους εχθρούς του. Δεν ήθελε να νομίζουν ότι μπορεί να τον «σπάσουν». Ο Παναγούλης ένιωθε και ίσως να ήταν άτρωτος. Ότι και να του έκαναν. Οι χειροπέδες δεν έβγαιναν σχεδόν από τα χέρια του αλλά εκείνος πάλευε.

Ο Παναγούλης δεν ήταν ελέγξιμος. Εκεί που περίμεναν πως θα ομολογήσει, εκείνος γελούσε μαζί τους. Εκεί που περίμεναν πως θα καταδώσει τους συνεργάτες του, εκείνος τους έβριζε. Όπως τότε που ο δικτάτορας Ιωαννίδης εκνευρίστηκε επειδή ο Παναγούλης γελούσε (αντί να κλαίει) και τους έβριζε (αντί να ομολογεί):

«Εγώ ο ίδιος θα σε τουφεκίσω» του είπε εξοργισμένος ο Ιωαννίδης και του τράβηξε με δύναμη το μουστάκι. Μετά, θυμωμένος, στράφηκε στον διαβόητο βασανιστή της χούντας Θεοφιλογιαννάκο και του είπε: «Δε θα μιλήσει. Είναι η μία περίπτωση στο εκατομμύριο».

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το ότι ο Παναγούλης γνώριζε πολύ καλά πως η δίκη του μπορεί να είχε προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα, ωστόσο, ήταν η μεγάλη ευκαιρία που είχε να μιλήσει ελεύθερα και να πει αυτά που ήθελε να πει για το δικτατορικό καθεστώς.

Η δίκη του από το έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας ξεκίνησε στις 3 Νοεμβρίου 1968. Στην αρχή της διαδικασίας, όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου κάλεσε τον «στρατιώτη Παναγούλη Αλέξανδρο» να δηλώσει αν δέχεται ή αρνείται την ενοχή του, εκείνος πέταξε τον μπερέ του με δύναμη προς την έδρα του στρατοδικείου και απάντησε πως δεν είναι στρατιώτης και πως αρνείται να υπηρετεί τον στρατό που πρόδωσε την πατρίδα. Έτσι ξεκίνησε η δίκη του Παναγούλη. Όλοι ήξεραν πως θα εξελιχθεί.

Ο Παναγούλης αυτόματα από κατηγορούμενος, μετατράπηκε σε κατήγορο. «Είστε οι εκπρόσωποι της τυραννίας και ξέρω πως θα με στείλετε στο εκτελεστικό απόσπασμα» τους λέει και αποδομεί την απόφαση που ακόμα δεν έχει βγει.

«Πιστεύω στον διάλογο και τη δημοκρατική αντιπαράθεση των ιδεών. Πιστεύω στην ειρηνική επίλυση των πολιτικών διαφορών. Και όταν υπάρχει έστω και η ελάχιστη δυνατότητα ειρηνικής διεξόδου… τότε η βία είναι απαράδεκτη. Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω ότι… όταν μια κατάσταση ανερχόμενη διά της βίας εδραιώνεται, όταν κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης αυτής της κατάστασης αποδεικνύεται περιττή, διά της βίας επιδιώκεται η ανατροπή της», εξηγεί.

Σε κάθε ευκαιρία που του δίνεται μετατρέπει τη δίκη του σε δίκη της χούντας. Οι ανταποκριτές των ξένων ΜΜΕ που φυσικά ήταν ελεύθεροι να γράφουν ότι ήθελαν αφού δεν τους «έπιανε» η λογοκρισία, γράφουν διθυραμβικά σχόλια για τον αγωνιστή της Δημοκρατίας που στέκεται άφοβα μπροστά στους στρατοδίκες οι οποίοι πολλές φορές δείχνουν σαστισμένοι και δεν ξέρουν πως να αντιδράσουν.

Από την αρχή είχαν βάλει τον Παναγούλη ανάμεσα σε δυο ασφαλίτες οι οποίοι ήταν κολλημένοι πάνω του και δεν τον άφηναν να πάρει ανάσα. Ακόμα και όταν μιλούσε του κρατούσαν τα χέρια. Αλλά εκείνος δε λύγιζε. Σηκωνόταν όρθιος, απέφευγε το «στενό μαρκάρισμα» των ασφαλιτών και κατακεραύνωνε τη χούντα. Καταγγέλλει στο δικαστήριο τη δικτατορία και τον  βασιλικό επίτροπο Ιωάννη Λιαπή: «Είστε ο δημόσιος κατήγορος. Με βασανίσατε και ενεργείτε σύμφωνα με τις εντολές της χούντας».

Η απολογία του εξακολουθεί και παραμείνει μνημείο αντίστασης. «Θα ανατραπεί  η κατάστασις. Δεν έχει σημασίαν ότι ημείς απετύχαμεν. Άλλοι έρχονται μετά από μας. Θα ανατραπεί η κατάστασις δια της βίας. Άλλη οδός δεν υπάρχει. Ο αγών χρειάζεται προσπαθείας. Διότι αυτή την στιγμήν, και δεν έχω καμία αμφιβολία περί αυτού, γνωρίζω ποίαι είναι αι ποιναί αι προβλεπόμεναι υπό του νόμου και γνωρίζω και πιστεύω ότι αυταί αι ποιναί θα επιβληθούν αλλά δεν υποχωρώ, διότι κ.κ. δικασταί, γνωρίζω ότι το ωραιότερον κύκνειο άσθμα οιουδήποτε πραγματικού αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μιας  τυραννίας και αυτήν την θέσιν αποδέχομαι».

Η δίκη ολοκληρώνεται στις 17 Νοεμβρίου. Ο Παναγούλης καταδικάστηκε τελικά σε «δις εις θάνατον», αλλά η ποινή του δεν εκτελέστηκε ποτέ, λόγω των πιέσεων που δέχθηκε ο Παπαδόπουλος από σύσσωμη τη διεθνή κοινή γνώμη. Το πρωτοφανές για πολιτικό κρατούμενο είναι ότι κινητοποιήθηκαν ταυτόχρονα για να τον σώσουν προσωπικότητες όπως ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο πρόεδρος της Γαλλίας, ο καγκελάριος της Γερμανίας, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, ο γ.γ. του ΟΗΕ και ο Πάπας της Ρώμης!

Οι χουντικοί ήθελαν αλλά δεν μπόρεσαν να τον εκτελέσουν. Και αφού δεν μπόρεσαν να τον εκτελέσουν, έστησαν μια εικονική εκτέλεση, στις 20 Νοεμβρίου, προκειμένου να τον φέρουν σε τέτοιο σημείο ώστε να ζητήσει ο ίδιος χάρη. Του το είπαν άλλωστε. «Υπέγραψε πως ζητάς χάρη και θα σωθείς». Ο Παναγούλης, όμως, τους χλεύασε και πάλι. Ζητά από έναν στρατιώτη, σχεδόν γελώντας, να του ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πλέον, οι βασανιστές του είναι αυτοί που έχουν λυγίσει. Αυτός το καταλαβαίνει και τους λεει: «καλά, θα το κάνω μόνος μου». Και αρχίζει να ψέλνει... τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...