Το ημερολόγιο έδειχνε Δευτέρα, 28 Ιουλίου 1975. Ήταν η ημέρα που πολλοί δεν πίστευαν πως κάποια στιγμή θα ερχόταν. Ήταν η ημέρα που έκατσαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου οι άνθρωποι που έβαλαν τη χώρα «εις τον γύψον». Οι πρωταίτιοι της χούντας. Οι άνθρωποι που βύθισαν μια ολόκληρη χώρα σε μια νύχτα που κράτησε επτά χρόνια.
Εκείνοι που γέμισαν τα ξερονήσια με αγωνιστές της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Που έσπειραν τον τρόμο. Που απέναντι σε άοπλους πολίτες, τοποθετούσαν ένοπλους στρατιώτες και άρματα μάχης. Που βασάνισαν και δολοφόνησαν. Που ευθύνονται για το έγκλημα της Κύπρου.
Όλοι ήθελαν να δουν τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό, τον Ιωαννίδη και την παρέα τους να καταδικάζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ποινή.
Και; Τελικά, αποδόθηκε δικαιοσύνη; Η απάντηση είναι όχι και αυτό προκύπτει από το γεγονός πως από ένα ολόκληρο στρατιωτικό καθεστώς που διατήρησε με τα όπλα την εξουσία για επτά χρόνια καταδικάστηκαν μόλις 18 άνθρωποι.
«Καταπατημένοι, περιδεείς, απομυθοποιημένοι, χωρίς ίχνος από την υπεροψία των “λαμπρών” τους ημερών, τότε που “έσωζαν” την Ελλάδα, οι δικτάτορες βρέθηκαν χθες στην φυσική τους θέση – στο εδώλιο, για κακουργήματα εις βάρος του έθνους και του λαού», έγραφε η «Καθημερινή» στο ρεπορτάζ της, την επόμενη ημέρα.
Ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Γιάννης Ντεγιάννης, έχει αφηγηθεί, μεταξύ άλλων, το πώς έζησε εκείνη την πρώτη ημέρα, στο βιβλίο του «Η Δίκη» (Εκδόσεις Γνώση, 1990).
«Πρόσωπα σφιγμένα που αγωνίζονταν να επιδείξουν ψυχραιμία και αδιαφορία, έκρυβαν την ταραχή τους κάτω από χαμόγελα πετρωμένα. Μερικοί φανερά σαστισμένοι, άλλοι καταπονημένοι.
Δυο – τρεις, από την αδυναμία περίσσευαν τα ρούχα τους. Ήταν όλοι τους αρκετούς μήνες προφυλακισμένοι, ήξεραν πολύ καλά πως ό,τι έβλεπαν, άκουγαν, ένιωθαν, δεν ήταν κακός βραχνάς. Ήξεραν πως ήταν κατηγορούμενοι, μα προσπαθούσαν να μην το δείχνουν, όσο μπορούσαν».
Το νομικό τέχνασμα του «στιγμιαίου εγκλήματος»
Στην πραγματικότητα, στη δίκη των πρωταίτιων του πραξικοπήματος, στο εδώλιο του κατηγορουμένου έκατσαν 20 άτομα. Μόλις 20 άτομα. Και αν κάποιος αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν αυτό, η απάντηση είναι απλή.
Το πολιτικό στοίχημα εκείνης της περιόδου ήταν να κλείσουν οι πληγές που είχαν ανοίξει στο σώμα της κοινωνίας όσο το δυνατόν γρηγορότερα (και κυρίως) το δυνατόν με τις λιγότερες και μικρότερες επιπτώσεις.
Κάπως έτσι «εφευρέθηκε» ένα νομικό τέχνασμα. Πρόκειται για το περιβόητο «στιγμιαίο». Με βάση αυτό, λοιπόν, και προκειμένου να μη φτάσουν στο δικαστήριο όλοι όσοι έπρεπε, το αδίκημα των χουντικών διαχωρίστηκε σε «στιγμιαίο» και «διαρκές».
Για τους περισσότερους, (συνεργάτες, κυβερνητικούς, αξιωματούχους της χούντας) με κάποιο… μαγικό τρόπο το αδίκημα χαρακτηρίστηκε «στιγμιαίο» (το βράδυ της 21ης Απριλίου, δηλαδή) και όχι διαρκές (μέχρι την πτώση της χούντας). Όλοι οι υπόλοιποι, λοιπόν, επέστρεψαν στην κοινωνία στιγματισμένοι μεν αλλά δίχως ποινικές επιπτώσεις.
Οι πραξικοπηματίες έφτασαν να κάτσουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου όχι από κάποια κυβερνητική ή εισαγγελική ενέργεια αλλά από μήνυση που κατέθεσαν πέντε δικηγόροι. Ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, ο Γρηγόρης Κασιμάτης, ο Φοίβος Κούτσικας, ο Κωνσταντίνος Αναγνωστάκης και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος.
Το βούλευμα που έστελνε τους πρωταίτιους στο δικαστήριο περιείχε 24 ονόματα κατηγορουμένων. Τέσσερις από αυτούς, ωστόσο, δεν δικάστηκαν για διάφορους λόγους. Πρόκειται για τους: Κ. Ασλανίδη που εκείνη την εποχή βρισκόταν στις φυλακές της Γένοβας. Τους Π. Κωτσέλη και Ι. Παλαιολόγο που φυγοδικούσαν και τον περιβόητο Θ. Θεοφιλογιαννάκο ο οποίος δικάστηκε ξεχωριστά από το Στρατοδικείο, ως βασανιστής.
Έτσι στο εδώλιο κάθισαν 20 άτομα. Πρόκειται για τους: Γ. Παπαδόπουλο, Στ. Παττακό, Ν. Μακαρέζο, Δ. Ιωαννίδη, Ι. Λαδά, Γρ. Σπαντιδάκη, Οδ. Αγγελή, Γ. Ζωιτάκη, Μ. Ρουφογάλη, Α. Λέκκα, Μ. Μπαλόπουλο, Δ. Σταματελόπουλο, Αλ. Χατζηπέτρο, Ν. Γκαντώνα, Σ. Καραμπέρη, Κ. Παπαδόπουλο, Κ. Καρύδα, Γ. Κωνσταντόπουλο, Ν. Ντερτιλή και Ε. Τσάκα.
Στην έδρα βρίσκονταν τα μέλη του πενταμελούς εφετείου κακουργημάτων που θα τους δίκαζε. Πρόεδρος ήταν ο Ιωάννης Ντεγιάννης και μέλη οι εφέτες Π. Λογοθέτης, Π. Κωνσταντινόπουλος, Ιω. Γρίβας και Γ. Πλαγιαννάκος. Αναπληρωματικά μέλη ήταν οι εφέτες Ηλ. Γιαννόπουλος και Δ. Τζούμας. Στην εισαγγελική έδρα καθόντουσαν οι εισαγγελείς εφετών Κ. Σταμάτης και Σπ. Κανίνιας.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της δίκης είναι ότι έγινε χωρίς πολιτική αγωγή (κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης), ενώ οι δικηγόροι των πραξικοπηματιών αποχώρησαν δηλώνοντας ότι η καταδίκη των πελατών τους είναι… προαποφασισμένη.
Το κατηγορητήριο, οι απολογίες και οι καταδίκες
«Την 21η Απριλίου 1967 πλείονες ηνωμένοι έλαβον τα όπλα, άνευ αδείας, προσκληθέντες δε υπό των Αρχηγών των ηρνήθησαν να καταθέσουν ταύτα. Αντιθέτως ετέλεσαν βιαιοπραγίας κατά προσώπων και πραγμάτων και ετάραξαν την κοινήν ησυχίαν και ειρήνη, προσκληθέντες δε υπό των ανωτέρων των, ηρνήθησαν να επανέλθουν εις την τάξιν. Ήτοι εκινητοποίησαν εντός της πόλεως των Αθηνών και τον προαστίων αυτής, άρματα μάχης, μονάδας πεζικού, καταδρομών, ΕΣΑ, κλπ […] Προσκληθέντες δε υπό των Αρχηγών των, Ανωτάτου Άρχοντος και προέδρου της Κυβερνήσεως, ηρνήθησαν να κατεθέσουν τα όπλα και επανέλθουν εις την τάξιν. Του ως άνω εγκλήματος ετύγχανον υποκινηταί και ετέθησαν επί κεφαλής». Αυτά ανέφερε -μεταξύ άλλων- το κατηγορητήριο για ένα μόνο από τα εγκλήματα, αυτό της στάσεως.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι 15 από τους κατηγορούμενους μετείχαν του «Επαναστατικού Συμβουλίου», τρεις ήταν οι μυημένοι (Ζωιτάκης, Ντερτιλής και Τσάκας) στη συνωμοσία και δυο (Σπαντιδάκης και Αγγελής) προσχώρησαν σε αυτό.
Η δίκη πραγματοποιήθηκε σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, όπου είχαν προφυλακιστεί οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος.
Απέναντι στους κατηγορούμενους - πέρα από την κοινωνία που ανέμενε βαριές ποινές - στάθηκαν συνολικά 65 μάρτυρες κατηγορίας, ανάμεσά τους οι Π. Κανελλόπουλος, Π. Παπαληγούρας, Γ. Ράλλης, Γ. Μαύρος, Αν. Παπανδρέου, Ηλ. Ηλιού, Χ. Φλωράκης και Κ. Μητσοτάκης.
Και οι τέσσερις της «κορυφαίας τετράδας», Παπαδόπουλος, Παττακός, Ιωαννίδης και Μακαρέζος κράτησαν σχεδόν την ίδια στάση κατά τη διάρκεια των απολογιών τους.
«Επί 40 χρόνια εις τη ζωήν μου, αντιμετώπισα τα ευθύνας μου ως εγώ τα αντιλαμβάνομην. Έναντι αυτού θα δώσω λόγον και έναντι της ιστορίας και έναντι του Ελληνικού λαού, δι ό,τι έπραξα απέναντί του και έναντι των συνδικαζομένων μετ’ εμού συνεργατών» είπε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος στην απολογία του για να προκαλέσει την αντίδραση του προέδρου: «Λέτε ότι θα δώσετε λόγο στην ιστορία. Την φαντάζεσθε απούσα την ιστορία από αυτή την αίθουσα»; τον ρώτησε για να απαντήσει… αμήχανα ο δικτάτορας: «Η ιστορία αναζητεί έργα διά τας πηγάς της. Εγώ θα αφήσω να με κρίνουν τα έργα μου»!
Από την πλευρά του ο Στ. Παττακός ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται να απολογηθεί. Ο Μακαρέζος ζήτησε από το δικαστήριο να του επιτρέψει να μην απολογηθεί «διότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατηγορούμενον» σημειώνοντας πως «ως αξιωματικός έχω μάθει να αναλαμβάνω τας ευθύνας μου». Τέλος ο Δ. Ιωαννίδης τόνισε πως «η συνείδησή μου δεν διαστέλλεται» και συμπλήρωσε: «είμαι υπερήφανος δια την συμμετοχήν μου εις την επανάστασιν της 21ης Απριλίου 1967. Εις όλην μου την ζωήν υπήρξα στρατιώτης και ενήργησα το καθήκον μου σύμφωνα με την συνείδησίν μου. Ουδέν έτερον έχω να προσθέσω».
Στις 13:15, το μεσημέρι του Σαββάτου της 23ης Αυγούστου 1975, η ελληνική «Δίκη της Νυρεμβέργης» όπως είχε αποκληθεί από μερίδα του Τύπου, έφτασε στο τέλος της.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Γιάννης Ντεγιάννης διαβάζει την υπ’ αριθμ. 477 απόφαση του δικαστηρίου. Ενδεικτικά οι αποφάσεις που αφορούσαν κάποιους από τους κατηγορούμενους ήταν οι εξής:
- Γεώργιος Παπαδόπουλος: Στρατιωτική καθαίρεση και θάνατος.
- Στυλιανός Παττακός: Στρατιωτική καθαίρεση και θάνατος.
- Νικόλαος Μακαρέζος: Στρατιωτική καθαίρεση και θάνατος.
- Γρηγόριος Σπαντιδάκης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Γεώργιος Ζωιτάκης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Οδυσσέας Αγγελής: Στρατιωτική καθαίρεση και 20ετής κάθειρξη.
- Ιωάννης Λαδάς: Στρατιωτική καθαίρεση και 20ετής κάθειρξη.
- Δημήτριος Ιωαννίδης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Νικόλαος Ντερτιλής: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Μιχαήλ Μπαλόπουλος: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Μιχαήλ Ρουφογάλης: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος: Στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια.
- Κωνσταντίνος Ασλανίδης: Ερήμην σε ισόβια.
Την ίδια μέρα από κυβερνητική ανακοίνωση φάνηκε ξεκάθαρα ότι οι επιβληθείσες θανατικές καταδίκες θα μετατραπούν σε ισόβια. Ξέσπασε θύελλα αντιδράσεων από την αντιπολίτευση. Στις 25 Αυγούστου ο Κ. Καραμανλής συγκάλεσε εκτάκτως το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο αποφάσισε ομόφωνα να κινηθεί η διαδικασία για τη μετατροπή της θανατικής καταδίκης των τριών σε ισόβια δεσμά.
Στις 29 Αυγούστου του 1975, έπειτα από την ολοκλήρωση της άσκησης «Πτολεμαίος» της μεγαλύτερης ως τότε στα στρατιωτικά χρονικά της χώρας, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, μιλώντας προς τους 1.000 αξιωματικούς οι οποίοι είχαν συμμετάσχει, είπε μια φράση που την επομένη έγινε πρωτοσέλιδος τίτλος των εφημερίδων: «Όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια».
- Φωτιά στο εργοστάσιο της Βιολάντα: Τα σενάρια για τα αίτια της τραγωδίας - Αγωνία για τις αγνοούμενες
- Όταν η Βιολάντα ήταν φούρνος της γειτονιάς στα Τρίκαλα: Η ιστορία της εμβληματικής βιομηχανίας
- Δήμητρα Λιάνη: Η αντίδρασή της στο άκουσμα του θανάτου της Αναστασίας Αθήνη
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.