Όλοι ξέρουν την «Λολίτα». Και αν δεν ξέρουν το βιβλίο, ξέρουν την ταινία. Οι περισσότεροι το θεωρούσαν (ή και ακόμα το θεωρούν) ως πορνογράφημα που εξυμνεί τον παιδοβιασμό.
Η «Λολίτα» δεν είναι μια ιστορία αγάπης. Είναι μια ιστορία εξουσίας, εμμονής και καταστροφής, ειπωμένη μέσα από τα μάτια ενός αφηγητή που επιχειρεί να σαγηνεύσει τον αναγνώστη όπως σαγηνεύει και το θύμα του.
Δεν είναι ένα βιβλίο που απλώς διαβάζεται. Είναι ένα διαμάντι της λογοτεχνίας που προκαλεί και αφήνει τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με το ερώτημα: πόσο μπορούμε να εμπιστευτούμε την ιστορία όταν αυτή αφηγείται από κάποιον που ξέρει να μας γοητεύει;
Κάθε σελίδα του βιβλίου είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.
Ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ απέφευγε οποιαδήποτε σύνδεση του έργου του με πραγματικά γεγονότα, και είχε εκφράσει τον φόβο μήπως το βιβλίο παρεξηγηθεί ως «αληθινή ιστορία» αντί για λογοτεχνικό πείραμα πάνω στη γλώσσα, την ηθική και την αφήγηση. Είναι έτσι, όμως;
Ένα βιβλίο που προκάλεσε παγκόσμιο σκάνδαλο
«Αφηγητής» της ιστορίας είναι ο Τζον Ρέι Τζούνιορ. Διδάκτορας της φιλολογίας και εκδότης βιβλίων ψυχολογίας, εξηγεί πως παρουσιάζει τα απομνημονεύματα ενός άνδρα που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Χάμπερτ Χάμπερτ», ο οποίος πέθανε πρόσφατα από καρδιακή πάθηση, ενώ περίμενε την εκτέλεση της θανατικής ποινής του.
Τα απομνημονεύματα ξεκινάνε με τη γέννηση του Χάμπερτ στο Παρίσι το 1910. Και εδώ κάνουμε την πρώτη στάση: Ο Χάμπερτ ερωτεύεται τη φίλη του Άναμπελ Λι η οποία, όμως, πεθαίνει από τύφο σε ηλικία 12 ετών. Ο θάνατος αυτός αφήνει στον Χάμπερτ μια μεγάλη πληγή. Μια ψύχωση που «φώλιασε» στην πληγωμένη του καρδιά.
Ο Χάμπερτ σπουδάζει και αμέσως μετά εργάζεται ως καθηγητής Αγγλικών ενώ παράλληλα ξεκινά τη συγγραφή ενός ακαδημαϊκού βιβλίου λογοτεχνίας. Μεταπολεμικά, εγκαταλείπει την πολύβουη Νέα Υόρκη και μετακομίζει στο ήσυχο Ράμσντεϊλ, μια μικρή πόλη στη Νέα Αγγλία. Βρίσκει ένα σπίτι, όμως, πριν μείνει εκεί, αυτό καταστρέφεται από μια μεγάλη φωτιά.
Έτσι ο Χάμπερτ γνωρίζει τη συνομήλικη του, χήρα Σάρλοτ Χέιζ που νοικιάζει δωμάτια. Ο Χάμπερτ δεν είχε καμία διάθεση να μείνει σε ένα τέτοιο χώρο. Αλλάζει γνώμη, όμως, όταν γνωρίζει τη 12χρονη κόρη της Σάρλοτ. Την Ντολόρες, την ώρα που αυτή έκανε ηλιοθεραπεία.
Στάση δεύτερη. Η Ντολόρες ήταν ένα «νυμφίδιο». Αυτό το νεολογισμό χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας για να περιγράψει τα κορίτσια που βρίσκονταν στο μεταίχμιο της παιδικής ηλικίας και της πρώτης εφηβείας αλλά που το σώμα τους και το πρόσωπό τους έχουν ίσες δόσεις αθωότητας και σκανδαλώδους ερωτισμού. Στην πραγματικότητα ο νεολογισμός αυτός ήταν ο τρόπος για να «δικαιολογηθεί» η εκπεφρασμένη τάση του «ήρωα» στον παιδοβιασμό.
Ο Χάμπερτ βλέπει στην Ντολόρες την μετενσάρκωση της Άναμπελ και «βυθίζεται» σε έναν παράνομο και ανομολόγητο έρωτα ο οποίος ικανοποιείται (σε πρώτη φάση) από τυχαία αγγίγματα και ασήμαντες σωματικές επαφές. Κάποια στιγμή η Ντολόρες φεύγει για κατασκήνωση και τότε η μητέρα της βρίσκει την ευκαιρία να εξομολογηθεί τον έρωτά της στον νοικάρη της. Του ζητάει να την παντρευτεί και του λέει πως αν δε γίνει αυτό τότε θα πρέπει να μετακομίσει. Ο Χάμπερτ πανικοβάλλεται αλλά σχεδόν ταυτόχρονα «μαγεύεται» από την ιδέα να είναι πατριός της 12χρονης με την οποία είναι ερωτευμένος. Τελικά αποφασίζει να την παντρευτεί.
Αργότερα, η Σάρλοτ ανακαλύπτει το ημερολόγιο που κρατούσε ο Χάμπερτ και εκεί μέσα έγραφε για τον κρυφό ερωτικό του πάθος. Σοκαρισμένη του λέει πως θα φύγει και θα πάρει την Ντολόρες μαζί της. Εκείνος της λέει δήθεν πως τα όσα γράφει δεν είναι ημερολόγιο αλλά η βάση για ένα μυθιστόρημα που ετοιμάζει.
Η Σάρλοτ αηδιασμένη, γράφει επιστολές τις οποίες έχει σκοπό να ταχυδρομήσει σε φίλους και γνωστούς προκειμένου να τους προειδοποιήσει για τον Χάμπερτ. Τρέχοντας, ωστόσο, προς το ταχυδρομείο τη χτυπά ένα αυτοκίνητο και τη σκοτώνει. Ο Χάμπερτ εκμεταλλεύεται αυτό το τραγικό γεγονός, καταστρέφει τις επιστολές και παίρνει την Ντολόρες από την κατασκήνωση με πρόφαση ότι η μητέρα της είναι βαριά άρρωστη.
Στάση τρίτη. Ο Ναμπόκοφ βάζει σε αυτό το σημείο όλα τα ηθικά ζητήματα που προκύπτουν από ένα τέτοιο πάθος. Ο «ήρωας» του βιβλίου παλεύει με την ηθική και την ανήθικη πλευρά του. Όχι, ότι κατάφερε να «σώσει» κάτι. Για τους επικριτές του το βιβλίο παρέμενε ένα αποκρουστικό βδέλυγμα.
Πίσω στη συνέχεια της ιστορίας, ο Χάμπερτ πηγαίνει την Ντολόρες, σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο με σκοπό να τη βιάσει. Δεν μπορεί, ωστόσο, να το κάνει και έτσι προσπαθεί να τη ναρκώσει βάζοντας ηρεμιστικά στο παγωτό της.
Κάποια στιγμή καταλαβαίνει πως δεν της έχει δώσει ηρεμιστικό αλλά ένα πιο ήπιο φάρμακο και η μικρή ξυπνάει συνέχεια οπότε αποφασίζει να μην την αγγίξει. Το πρωί η Ντολόρες του λέει πως έχει χάσει την παρθενιά της με ένα μεγαλύτερο αγόρι στην κατασκήνωση, ένα χρόνο πριν και ο Χάμπερτ της λέει πως η μητέρα της έχει πεθάνει. Έτσι οι δυο τους ξεκινάνε ένα μεγάλο road trip σε όλη τη χώρα το οποίο, όμως, μέσα από διάφορες ανατροπές θα έχει τραγική κατάληξη.
Η τραγική ιστορία της 11χρονης Σάλι Χόρνερ
«Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου. Λο – λί – τα: η ακρούλα της γλώσσας να έρπει τρεις φορές, τρία βήματα στον ουρανίσκο πριν ραπίσει, τρις, τους κοπτήρες. Λο. Λί. Τα. Λο, σκέτη Λο, τα πρωινά, ένα σαράντα εφτά και με χαμένη τη μια κάλτσα. Λόλα με το παντελονάκι. Ντόλυ στο σχολείο. Ντολόρες στο χαρτί, στη διακεκομμένη γραμμούλα. Μα στην αγκαλιά μου πάντοτε Λολίτα». Αυτή είναι η σκανδαλιστική εισαγωγή του βιβλίου.
Η υποδοχή του έργου ήταν κατά κύριο λόγο αρνητική. Υπήρχαν βέβαια και εκείνες οι φωνές που έκαναν λόγο για ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά χάνονταν κάπου ανάμεσα στις κατάρες και τι ύβρεις. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως το 1992 ένας Κινέζος μεταφραστής θεώρησε σκόπιμο να αλλάξει τον τίτλο και να βάλει «Έρωτας νοσηρός και έκφυλος»! Και αν βιαστεί κάποιος να μιλήσει για οπισθοδρομική ανατολή, να τονίσουμε πως στην αρχή το βιβλίο ήταν απαγορευμένο τόσο στη Γαλλία όσο και στην Αγγλία. Βγήκε από τις μαύρες λίστες όταν κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ.
Ο Ναμπόκοφ πέθανε το 1997. Το έργο του, ωστόσο, απέκτησε δεύτερη ζωή και «πρόσωπο» χάρη στην κινηματογραφική του μεταφορά από τον μεγαλοφυή Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ίσως αυτό το έργο να επιτάχυνε τη διαδικασία μεταβολισμού από την κοινωνία, που λέγαμε νωρίτερα.
Όσο σοκαριστικά (ή και όχι) ακούγονται όλα τα παραπάνω, άλλο τόσο σοκαριστικό είναι και το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια (ειδικά από το 2005 και έπειτα) ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως η «Λολίτα» του Ναμπόκοφ ήταν υπαρκτό πρόσωπο!
Πρόκειται για την 11χρονη Σάλι Χόρνερ η οποία το 1948 είχε απαχθεί και κακοποιηθεί από έναν παιδοβιαστή, ονόματι Φρανκ Λα Σαλ, επί δύο χρόνια σε μία απόμακρη κρυψώνα. Ίσως, τα όσα τραγικά έζησε εκείνο το μικρό κοριτσάκι ήταν η έμπνευση που έψαχνε ο Ναμπόκοφ για να βγει από το συγγραφικό τέλμα που είχε πέσει στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει το βιβλίο του «Το βασίλειο κοντά στη θάλασσα».
Ήδη από το 2005, ο Ρώσος πανεπιστημιακός Αλεξάντερ Νταλίνιν, ειδικός στο έργο του Ναμπόκοφ, είχε αποκαλύψει τις απίστευτες ομοιότητες ανάμεσα στη Σάλι Χόρνερ και την ηρωΐδα του βιβλίου Ντολόρες Χέιζ. Αμφότερες ήσαν καστανές, οι μητέρες τους ήταν χήρες, απήχθησαν σχεδόν την ίδια ηλικία και οι συνθήκες της κράτησής τους ήταν σχεδόν ίδιες. Επιπλέον, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ο Χάμπερτ εκφράζει φόβο «μην καταδικασθεί σε 35 χρόνια για βιασμό ανηλίκου», όμως είναι βέβαιος πως θα «απαλλαγεί για τις υπόλοιπες κατηγορίες». Αυτή ήταν ακριβώς η καταδικαστική απόφαση για τον ΛαΣαλ!
Σύμφωνα με παλαιότερα δημοσίευμα της ισπανικής El Pais, η υπόθεση Σάλι Χόρνερ επηρέασε τον Ναμπόκοφ, ο οποίος μάλιστα έκανε και μία άμεση αναφορά σε αυτήν στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου: «Θα έκανε άραγε με την Ντόλι ο ίδιος εκείνο που έκανε ο Φρανκ ΛαΣαλ, ένας 50χρονος μηχανικός το 1948 με την 11χρονη Σάλι Χόρνερ»; Το 1952, μάλιστα, ο Ναμπόκοφ αντέγραψε ένα τηλέτυπο για τον θάνατο της Σάλι σε μία από τις σημειώσεις, που χρησιμοποιούσε για την πλοκή της Λολίτας, και η οποία σήμερα φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον.
Ο ίδιος ο Ναμπόκοφ, πάντως, αρνιόταν πεισματικά τη σύνδεση μεταξύ των δυο ιστοριών. «Η Λολίτα ποτέ δεν είχε ένα πρότυπο. Γεννήθηκε στο μυαλό μου, ποτέ δεν υπήρξε. Ενώ έγραφα το βιβλίο, εμφανίσθηκαν στις εφημερίδες όλων των ειδών ιστορίες για ενηλίκους που κυνηγούσαν μικρά κορίτσια. Ήταν μία ενδιαφέρουσα συγκυρία, τίποτε περισσότερο όμως», τόνισε ο ίδιος στο BBC το 1962.
- Φωτιά στο εργοστάσιο της Βιολάντα: Τα σενάρια για τα αίτια της τραγωδίας - Αγωνία για τις αγνοούμενες
- Όταν η Βιολάντα ήταν φούρνος της γειτονιάς στα Τρίκαλα: Η ιστορία της εμβληματικής βιομηχανίας
- Δήμητρα Λιάνη: Η αντίδρασή της στο άκουσμα του θανάτου της Αναστασίας Αθήνη
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.