Μενού
ninou
Μαρίκα Νίνου | Τύπος της εποχής
  • Α-
  • Α+

Λέγεται – και ίσως όχι άδικα - πως τα ρεμπέτικα τραγούδια άγγιξαν τόσο πολύ τα λαϊκά στρώματα επειδή οι ρεμπέτες ήταν άνθρωποι που πρώτα ζούσαν και μετά έγραφαν. Μετέφεραν δηλαδή τις εμπειρίες της ζωής τους από την πράξη, στο χαρτί και από εκεί στο πεντάγραμμο και τελικά στο δίσκο.

Αν, για την οικονομία της συζήτησης, υποθέσουμε πως αυτό το θεώρημα ισχύει τότε η σπουδαία ρεμπέτισσα Μαρίκα Νίνου είναι η επιτομή του. Μπορεί η ίδια να μην έγραφε τραγούδια αλλά τις σπουδαιότερες επιτυχίες της πριν τις τραγουδήσει τις είχε ζήσει.

Η Νίνου έζησε μία ζωή γεμάτη αν και δυστυχώς, μία ημέρα σαν σήμερα, στις 23 Φεβρουαρίου 1957, πέθανε σε ηλικία μόλις 39 ετών. Θα μπορούσε να προσφέρει πολλά περισσότερα σε αυτό που σαν όρο «ομπρέλα» ονομάζουμε λαϊκή μουσική. Θα μπορούσε και η ίδια να έχει ζήσει πολλά περισσότερα. Και ποιος ξέρει... Ίσως είχε καταφέρει να επανασυνδεθεί με τον έρωτά της ζωής της.

Τον Βασίλη Τσιτσάνη, η ερωτική σχέση με τον οποίο θα μπορούσε να είχε γίνει ταινία ή/και βιβλίο. Γιατί τραγούδια έγινε και μάλιστα χιλιοτραγουδισμένα απ' όλους μας.

Η ρεμπέτισσα με τις Αρμένικες ρίζες

Σύμφωνα με μία εκδοχή η η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Αταμιάν.

Υπάρχει, όμως, και ένας θρύλος που οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο ο οποίος το 1987 είχε γράψει στο περιοδικό «Σχολιαστής» ότι η «Μαρίκα Νίνου είχε αρμένικη καταγωγή. Οι γονείς της, Γκιούλα (Τριανταφυλλιά) και Οβανές (Γιάννης), ήσανε αρμένηδες της Σμύρνης, που, ως εκ θαύματος, γλιτώσανε από τη μεγάλη σφαγή. Η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922, πάνω στο βαπόρι Ευαγγελία, που έφερνε την οικογένεια Αταμιάν στον Πειραιά. Οι Αταμιάν κατέληξαν στην Κοκκινιά. Ο πατέρας της Μαρίκας Νίνου, που ήτανε χύτης, έψαξε για δουλειά. Η οικογένεια πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια».

Κάποιοι άλλοι, όπως η ανιψιά της ρεμπέτισσας, Γκιούλα Αταμιάν, λένε πως ο πατέρας της Νίνου ποτέ δεν έφτασε στην Ελλάδα. Αλλά μάλλον όλα αυτά μικρή σημασία έχουν για μία ερμηνεύτρια που αν και ηχογράφησε μόλις 174 τραγούδια (με το ένα τρίτο από αυτά να ανήκουν στον Τσιτσάνη) άφησε τόσο βαθύ αποτύπωμα στη λαϊκή μουσική.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, στα 17 της παντρεύεται τον πρώτο της σύζυγο, τον Αρμένιο Χάικ Μεσποριάν και αποκτούν έναν γιο. Λίγα χρόνια αργότερα, ωστόσο, χωρίζει και το 1944 ερωτεύεται τον δεύτερο σύζυγό της, ακροβάτη και ζογκλέρ Νίνο Νικολαΐδη.

Εμφανίζεται σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, κάνοντας ακροβατικά νούμερα μαζί με το Νίνο και το παιδί της. Το σχήμα ονομάζεται «Ντούο Νίνο και μισό» και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

Η Ευαγγελία (σύμφωνα με μία εκδοχή ονομάστηκε έτσι επειδή το βαπόρι πάνω στο οποίο γεννήθηκε λεγόταν «Ευαγγελίστρια») αλλάζει το όνομά της σε Μαρίκα, προς τιμήν, όπως η ίδια έλεγε, της Μαρίκας Κοτοπούλη, «υιοθετεί» το όνομα του συζύγου της για επώνυμο όντας πιο… καλλιτεχνικό από το Αταμιάν και ρίχνεται με πάθος στη δουλειά προκειμένου να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο της όνειρο. Να γίνει τραγουδίστρια.

Είναι η εποχή που, πίσω στο μακρινό 1949, ο Τσιτσάνης βάζει «φωτιά» στις αθηναϊκές νύχτες τραγουδώντας μαζί με την αξέχαστη Σωτηρία Μπέλλου στου «Τζίμη του Χονδρού» στην Αχαρνών. Η Νίνου τραγουδούσε στο κέντρο «Φλόριδα» της λεωφόρου Αλεξάνδρας στο πλευρό του Στελλάκη Περιπινιάδη και του Μιχάλη Γενίτσαρη.

Ένα βράδυ ο Τσιτσάνης πηγαίνει στο κέντρο που τραγουδούσε η Νίνου για την ακούσει διότι πολλά του είχαν μεταφέρει για εκείνο το «ανερχόμενο αστέρι του ρεμπέτικου». Λίγο καιρό αργότερα ένα τυχαίο και ολίγον τι… βίαιο επεισόδιο θα φέρει τον ένα δίπλα στον άλλο.

Ένα βράδυ και ενώ το κέφι στου «Τζίμη του Χονδρού» βρίσκεται στο ζενίθ μια παρέα θαμώνων που απαρτιζόταν από γνωστούς φιλοβασιλικούς έστησε έναν μεγάλο «τσαμπουκά» με την Μπέλλου.

Η παρέα ζήτησε από την ορχήστρα να παίξει το τραγούδι «του αητού ο γιος». Η Μπέλλου τους αποκάλεσε «Χίτες» και αρνήθηκε να το ερμηνεύσει. Στο μαγαζί έγινε χαμός και δεδομένων των πολιτικών συνθηκών το κλίμα δεν την σήκωνε πλέον. Έπρεπε να φύγει από το μαγαζί και ο Τσιτσάνης δεν δυσκολεύτηκε να βρει την τραγουδίστρια που θα την αντικαταστήσει.

Ο Στελλάκης Περπινιάδης γράφει στην αυτοβιογραφία του πως τότε η Νίνου έπαιρνε νυχτοκάματο 25 δραχμές. Ζήτησε αύξηση και όταν της είπε όχι, εκείνη του είπε πως είχε πρόταση να πάει να δουλέψει με 90 δραχμές δίπλα στον Τσιτσάνη.

«Της είπα να πάει να δουλέψει με τον Τσιτσάνη, όπου όχι μόνο θα έπαιρνε καλό μεροκάματο, αλλά θα την βοηθούσε και ο Βασίλης, που ήταν καλός συνθέτης. Ο Τσιτσάνης την πήρε έτοιμη από μένα στα μυστικά της δουλειάς και στην τεχνική, αλλά με την κατάλληλη προετοιμασία και με το καλό υλικό που της ετοίμασε δημιούργησε τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, που όλοι μας γνωρίσαμε» γράφει ο Περπινιάδης.

Ο άγριος... τσαμπουκάς με τη Σωτηρία Μπελλου

Από εκεί και πέρα όλα έγιναν με έναν, σχεδόν, φυσικό τρόπο. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο το δίδυμο Τσιτσάνη- Νίνου «σαρώνει» τα πάντα στο πέρασμά του. Όπου παίζουν γίνεται το αδιαχώρητο. Ο Τσιτσάνης γράφει το ένα τραγούδι μετά το άλλο για την μούσα του και η μια επιτυχία διαδέχεται την άλλη.

Παράλληλα, οι δυο τους ζουν έναν δυνατό, «παράνομο» έρωτα. Είναι και οι δυο παντρεμένοι και με παιδιά αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να εκδηλώνονται ακόμα και δημόσια.

Ο Τσιτσάνης, λέγεται, πως από την αρχή της είχε ξεκαθαρίσει πως δεν έχει πρόθεση να διαλύσει την οικογένειά του. Εκείνη φάνηκε να το αποδέχεται, ωστόσο, απαιτούσε να έχει την αποκλειστικότητα στο πάλκο και στην δισκογραφία. Δεν δεχόταν να μοιράζεται τον καλλιτέχνη Τσιτσάνη με καμία άλλη. Ήλπιζε πως έτσι, σταδιακά και με το πέρασμα του χρόνου, θα τον κατακτούσε ολοκληρωτικά.

Μια από τις απαιτήσεις της Νίνου ήταν να πάψει ο Τσιτσάνης κάθε συνεργασία με την Μπέλλου. Όταν το έμαθε αυτό η Μπέλλου ορκίστηκε εκδίκηση. Είχε πει δημόσια πως αν την έβρισκε ποτέ μπροστά της θα την «έσπαγε στο ξύλο».

Ένα βράδυ η Μπέλλου δέχθηκε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα σύμφωνα με το οποίο η Νίνου ήταν στο καφενείο του Μάριου, στο κέντρο της Αθήνας, στέκι των μουσικών εκείνη την εποχή. Η Μπέλλου δεν έχασε καθόλου χρόνο. Έφυγε από το σπίτι της, έφτασε στο καφενείο, μπήκε μέσα και έκανε πράξη την απειλή της. Έσπασε στο ξύλο την Νίνου η οποία μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για τις πρώτες βοήθειες.

Όσο περνούσε ο καιρός η Νίνου γινόταν και περισσότερο πιεστική. Εν έτη 1953, ωστόσο, τίποτε δεν ήταν όπως πρώτα. Οι τσακωμοί ανάμεσα στο ζευγάρι ήταν συνεχής. Είναι ενδεικτικό πως εκείνη τη χρονιά Τσιτσάνης και Νίνου εμφανίζονταν και πάλι στου «Τζίμη του χονδρού» αλλά δεν μιλιόντουσαν.

Λίγο καιρό αργότερα, ο καρκίνος «χτύπησε» την πόρτα της σπουδαίας ερμηνεύτριας. Ο Τσιτσάνης της συμπαραστέκεται όσο μπορεί και την πηγαίνει στους κορυφαίους γιατρούς της χώρας. Κάποιοι από αυτούς της συστήνουν θεραπεία στην Αμερική και εκείνη προτείνει στον Τσιτσάνη να πάνε μαζί ώστε να συνδυάσουν την θεραπεία μαζί με μια περιοδεία.

Εκείνος είναι αρχικά αρνητικός και στη συνέχεια όταν μαθαίνει πως η γυναίκα του είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους είναι κάθετος πως δεν πρόκειται να πάει μαζί της. Το ζευγάρι τσακώνεται άσχημα και η σχέση τους βρίσκεται πλέον ένα «βήμα» πριν το τέλος.

Το 1954 δεν είχε απομείνει τίποτα από εκείνον τον σπουδαίο έρωτα. Λίγο προτού φύγει η Νίνου για την Αμερική ο Τσιτσάνης της ζητάει να ηχογραφήσει (τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς) ένα τραγούδι. Εκείνη πηγαίνει στο στούντιο χωρίς να γνωρίζει τους στίχους. Όταν τους διαβάζει συνειδητοποιεί πως δεν είναι ένα απλό τραγούδι αλλά ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που έπρεπε η ίδια να ερμηνεύσει.

Η Νίνου δεν άντεξε. Λύγισε αλλά επειδή ήταν περήφανος άνθρωπος έφυγε από το στούντιο για να μην την δουν να κλαίει. Επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα και τραγούδησε το «τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», μόνο μια φορά. Το είπε τέλεια. Είναι αυτό που τελικά ηχογραφήθηκε. Λένε πως αν προσέξει κάποιος καλά την ερμηνεία της υπάρχουν φορές που η φωνή της έχει ένα φυσικό λυγμό.

Λίγο καιρό αργότερα η Νίνου έφυγε για τις ΗΠΑ. Τα χρήματα τα συγκέντρωσαν με έρανο διάφοροι συνάδελφοί της. Εκεί όμως η υγεία της χειροτέρεψε. Ο καρκίνος έκανε πολλές μεταστάσεις και έτσι η μοίρα της ήταν προδιαγεγραμμένη. Επέστρεψε στην Ελλάδα εξαιρετικά αδυνατισμένη. Εργάστηκε για λίγο ακόμη και με φοβερούς πόνους. Πέθανε λίγους μήνες μετά, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957, σε ηλικία μόλις 39 ετών (ή 35 αν ισχύει η εκδοχή του Πετρόπουλου). Ο Τσιτσάνης δεν πήγε στην κηδεία της.

Ο μεγάλος ρεμπέτης συνάντησε την Νίνου μόνο μία φορά από τότε που εκείνη επέστρεψε στην Ελλάδα. Την επισκέφθηκε στο σπίτι της στο Αιγάλεω τα Χριστούγεννα του 1956. Όταν η Νίνου τον είδε του είπε: «Σαν άστρο εβασίλεψα…»!

Αυτά τα λόγια θα είναι οι πρώτοι στίχοι ενός ακόμα τραγουδιού που έγραψε ο Τσιτσάνης για την μούσα του. «Κυριακή σε γνώρισα, Κυριακή σε χάνω, θέλω να είναι Κυριακή κι αυτή που θα πεθάνω», έγραψε ο μεγάλος ρεμπέτης και τραγούδησε η Καίτη Γκρέυ. Ήταν το δικό του αντίο, η δική του συγγνώμη στην Μαρίκα Νίνου.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...