Αν κάποιος θέλει να μάθει τι πραγματικά έγινε στην υπόθεση της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, δεν έχει παρά να κοιτάξει στο αποτέλεσμα της δίκης η οποία ολοκληρώθηκε περίπου δύο χρόνια αργότερα, το Φθινόπωρο του 1966.
Η δίκη διήρκεσε 67 ημέρες ή αλλιώς 65.550 ώρες. Μόνο η δικογραφία ζύγιζε 11 κιλά. Όλοι ήξεραν τι είχε γίνει. Όλοι ήξεραν πως το παρακράτος της δεξιάς είχε οργανώσει το χτύπημα. Ήξεραν πρόσωπα και... διευθύνσεις.
Οι μάρτυρες κατηγορίας αποκάλυψαν τα πάντα σχετικά με το πώς στήθηκε η παγίδα στον Λαμπράκη. Οι μάρτυρες υπεράσπισης και οι κατηγορούμενοι άρχισαν να «δίνουν» ο ένας τον άλλον. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν πως όπως αποκάλυψε ο κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία υπομοίραρχος Καπελώνης, ο προϊστάμενός του στην Εθνική Ασφάλεια, ταγματάρχης Δόλκας, που επίσης είναι κατηγορούμενος για παράβαση καθήκοντος, του έστησε παγίδα!
Ήταν κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο πως οι ποινές θα ήταν παραδειγματικές. Ή αυτό, τουλάχιστον, θα έπρεπε να γίνει αν αναλογιστεί κανείς τα όσα είχαν αποκαλυφθεί. Ένας ολόκληρος κόσμος που κινούταν στο «σκοτάδι» είχε έρθει στο «φως».
Όλοι είχαν καταλάβει «ποιος κυβερνάει αυτον τον τόπο» όπως είχε αναρωτηθεί και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Και τελικά έγινε ακριβώς το αντίθετο. Εκεί, μπροστά στα μάτια όλης της Ελλάδας, οι εγκέφαλοι της συνωμοσίας έμειναν στο απυρόβλητο, ενώ στα «μαλακά» έπεσαν οι ηθικοί αυτουργοί.
Οι μόνοι που τιμωρήθηκαν (και αυτό με μικρές ποινές, αφού τους αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά) ήταν οι δύο φυσικοί αυτουργοί του εγκλήματος και ο τροχονόμος που τους... συνέλαβε και ο οποίος μετατέθηκε δυσμενώς σε ένα χωριό της Ηλείας!
Το «καλύτερο» όλων είναι πως οι δύο φυσικοί αυτουργοί, αμνηστεύτηκαν την περίοδο της χούντας και αφέθηκαν ελεύθεροι ενώ ο πρόεδρος του σώματος των ενόρκων (ο βιομήχανος Βύρων Αντωνιάδης) που διαρρήγνυε τα ιμάτια του πως ο Λαμπράκης σκοτώθηκε σε τροχαίο και δεν δολοφονήθηκε, την περίοδο της δικτατορίας τοποθετήθηκε δήμαρχος Θεσσαλονίκης...
Ο άνθρωπος που γεννήθηκε μαχητής
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας στις 3 Απριλίου 1912. Από μικρός έδειξε πως η φύση του είναι να παλεύει και να βγαίνει νικητής. Σπούδαζε γιατρός και ταυτόχρονα αγαπούσε τον αθλητισμό και τον στίβο.
Δέκα φορές είχε αναδειχθεί βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος όπου επί 23 ολόκληρα χρόνια κάτεχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος! Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, όμως, δεν ήταν μόνο αυτά. Ήταν και ήρωας της Εθνικής Αντίστασης.
Στην περίοδο της κατοχής για να ανακουφίσει την πείνα και τις κακουχίες των ανθρώπων, ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων χρηματοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια.
Παρά τα όσα λέγονται ακόμα και σήμερα, ο Γρηγόρης Λαμπράκης δεν ήταν κομμουνιστής (όχι, βέβαια πως αυτό θα ήταν έγκλημα). Ήταν ένας βαθιά δημοκρατικός πολίτης με φιλελεύθερες απόψεις. Εξελέγη βουλευτής Πειραιά με το Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος, έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων με επικεφαλής την ΕΔΑ, στις εκλογές του Οκτωβρίου του 1961.
Αυτές που έμειναν στην ιστορία ως «βίας και νοθείας». Ο ρόλος του βουλευτή, ωστόσο, ήταν λίγος για τον ίδιο και έτσι παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη».
Εμβληματικότερη ίσως στιγμή του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν στις 21 Απριλίου 1963 όταν η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε πορεία ειρήνης από τον Τύμβο του Μαραθώνα μέχρι και το κέντρο της Αθήνας. Η αστυνομία φυσικά και απαγόρευσε τη συγκεκριμένη πορεία. Έκλεισε όλες τις εισόδους προς τον Τύμβο και περνούσε χειροπέδες ή ξυλοκοπούσε (ή και τα δυο) οποιονδήποτε προσπαθούσε να πλησιάσει. Ένας από αυτούς τους διαδηλωτές ήταν και ο αξέχαστος Μίκης Θεοδωράκης. Δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο, ωστόσο, με τον Λαμπράκη ο οποίος προστατευόταν από τη βουλευτική ασυλία.
Έφτασε στον Τύμβο, άνοιξε ένα μικρό πανό που δεξιά και αριστερά είχε το σήμα της ειρήνης και στη μέση με κεφαλαία γράμματα τη λέξη «ΕΛΛΑΣ». Ακόμα και αυτός, ωστόσο, κατάφερε να κάνει την πορεία μέχρι περίπου το ύψος της Αγίας Παρασκευής. Μετά οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν.
Ένα «τροχαίο δυστύχημα» που ήταν πολιτική δολοφονία
Όσο περισσότερο ύψωνε το ανάστημα του ο Λαμπράκης, τόσο περισσότερο αγαπητός γινόταν τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Όσο πιο αγαπητός γινόταν, ωστόσο, στον απλό κόσμο, τόσο πιο μισητός γινόταν στο παρακράτος το οποίο αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να τον βγάλει από τη μέση.
Στις 22 Μαΐου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης (σε ένα ανατριχιαστικό παιχνίδι της μοίρας, 61 χρόνια μετά, την ίδια ημέρα, πέθανε ο γιος του, Γιώργος) παρέστη και μίλησε για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη.
«Προσοχή, προσοχή. Εδώ βουλευτής Λαμπράκης. Σαν εκπρόσωπος του Έθνους και του Λαού, καταγγέλλω ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας μου και καλώ τον υπουργό Β. Ελλάδος, τον νομάρχη, τον εισαγγελέα, τον στρατηγό Χωροφυλακής Μήτσου, τον διευθυντή της Αστυνομίας και τον διοικητή Ασφαλείας να προστατέψουν τη συγκέντρωση και τη ζωή μου».
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Γρηγόρη Λαμπράκη. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο, στο οποίο επέβαιναν οι ακροδεξιοί Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης.
Φυσικός αυτουργός ήταν ο Εμμανουηλίδης, καταδικασμένος για βιασμό, παιδεραστία και κλοπές. Οδηγός ήταν ο κουμπάρος του Εμμανουηλίδη, ο Σπύρος Γκοτζαμάνης, μεταφορέας και λαμπρό μέλος του υποκόσμου της Θεσσαλονίκης, μέλος της παρακρατικής οργάνωσης του Ξενοφώντα Γιοσμά ο οποίος στα χρόνια της κατοχής ήταν από τους πιο γνωστούς «γερμανοτσολιάδες».
Περιβόητος συνεργάτης των Ναζί ο οποίος, μάλιστα, είχε καταδικαστεί σε θάνατο, από ελληνικό δικαστήριο. Η ποινή του βέβαια, δεν εκτελέστηκε ποτέ και όταν το κράτος χρειάστηκε τη βοήθεια του εκείνος, «αμόλησε τα σκυλιά του».
Τα χτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι ο Λαμπράκης ήταν ισχυρά. Πάλεψε όμως και έμεινε ζωντανός για σχεδόν πέντε ημέρες. Τελικά, έφυγε από τη ζωή μια ημέρα σαν σήμερα. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του παρακράτους ο θάνατος του Λαμπράκη θα αποδιδόταν σε ένα «τραγικό τροχαίο δυστύχημα». Δεν πήγαν, ωστόσο, όλα όπως τα είχαν σχεδιάσει αφού έπεσαν πάνω σε τοίχο.
Για την ακρίβεια πάνω σε τρεις ανθρώπους - κλειδιά, τους οποίους δεν είχαν υπολογίσει.
Το πρώτο από αυτά τα πρόσωπα αυτά είναι ο «Τίγρης» Μανόλης Χατζηαποστόλου, σαλταδόρος την περίοδο της κατοχής ο οποίος είχε βρεθεί κατά τύχη στη γωνία των οδών Βενιζέλου-Ερμού και Σπανδωνή. Αυτός είναι που όρμηξε πάνω στο τρίκυκλο που επέβαιναν οι δράστες και τους «εξουδετέρωσε». Ο Χατζηαποστόλου στην Κατοχή ήταν με τους σαλταδόρους, τα παιδιά που πηδούσαν στα γερμανικά φορτηγά και έκλεβαν τρόφιμα. Αυτή η εμπειρία του ήταν σημαντική. Η αστραπιαία και σχεδόν αντανακλαστική παρέμβασή του στα πράγματα ήταν που, αργότερα, άνοιξε τον δρόμο στην αποκάλυψη του παρακρατικού μηχανισμού. «Εκεί σταμάτησε η αποστολή μου και ξεκίνησε η αποστολή του λαού» είχε πει ο «Τίγρης» σε μια από τις συνεντεύξεις του.
Στη συνέχεια εμφανίζεται ο δεύτερος άνθρωπος κλειδί. Ο τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης, που επίσης τυχαία βρέθηκε εκεί ρυθμίζοντας την κυκλοφορία. Στον σχεδιασμό του παρακράτους δεν υπήρχε αυτός ο… ταπεινός τροχονόμος. Εκείνος, όμως, ήταν ο άνθρωπος που πέρασε χειροπέδες στους δυο δράστες και τους οδήγησε στο Ε’ Αστυνομικό Τμήμα. Όταν του ασκήθηκαν σφοδρές πιέσεις για να αλλάξει την κατάθεσή του εκείνος αντιστάθηκε. Και το πλήρωσε με μια δυσμενή μετάθεση σε κάποιο χωριό, στον Πύργο Ηλείας.
Το τρίτο πρόσωπο - κλειδί είναι ο επίμονος ανακριτής (και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας) Χρήστος Σαρτζετάκης ο οποίος βρέθηκε στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή. Δε δέχθηκε την παραμικρή υπόδειξη στο έργο του και αγνόησε όσους προσπάθησαν να του πουν να κάνει τα… στραβά μάτια.
Τέλος, σημαντικό ρόλο στην αποκάλυψη της υπόθεσης έπαιξε και η δημοσιογραφική έρευνα. Στη δίκη προσκομίστηκαν πολλά και κρίσιμα έγγραφα. Από ιατροδικαστικές εκθέσεις μέχρι άλλα πιστοποιητικά των διαφόρων κατηγορουμένων. Τα περισσότερα από αυτά είχανε δοθεί στον ανακριτή από τρεις δημοσιογράφους. Τον Γιάννη Βούλτεψη, τον Γιώργο Μπέρτσο και τον Γιώργο Ρωμαίο. Αυτοί οι δημοσιογράφοι ήταν εκείνοι που πραγματικά ενδιαφέρθηκαν και βοήθησαν ουσιωδώς στην αποκάλυψη του εγκλήματος.
Όλοι αυτοί ήταν που δε λύγισαν και αποκάλυψαν το σάπιο πρόσωπο του παρακράτους. Αυτοί αποκάλυψαν τη δράση της «οργάνωσης Καρφίτσα» που πήρε το όνομά της από την καρφίτσα που φορούσαν στο πέτο τους οι παρακρατικοί προκειμένου να αναγνωρίζονται μεταξύ τους και από την αστυνομία!
«Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δωσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται - προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς - ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ’ αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;» είχε πει ο εισαγγελέας Δελαπόρτας, στην αγόρευση του, στη δίκη που έγινε αργότερα και στην οποία καταδικάστηκαν οι δύο φυσικοί αυτουργοί.
«Απόψε θα σκοτώσω άνθρωπο»
Ο Γιώργος Σωτηρχόπουλος, λουστραδόρος επίπλων, ήταν ένας ακόμα άνθρωπος – κλειδί. Ο Σωτηρχόπουλος ήταν ο άνθρωπος που έδινε στον Γκοτζαμάνη κανένα μεροκάματο όταν έπεφτε περισσότερη δουλειά και δεν μπορούσε να τη βγάλει μόνος του.
Ο Σωτηρχόπουλος μίλησε για όλα αυτά που ήξερε και βοήθησε καθοριστικά στο να εξιχνιαστεί η πολιτική δολοφονία του Λαμπράκη. Τον Μάη του 1983 ο άνθρωπος αυτός είχε διηγηθεί, σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη», με τρόπο συνταρακτικό τα όσα είχε ζήσει εκείνες τις άγριες ημέρες.
«Το 1962, όταν πια είχαν γεννηθεί η Αγγελικούλα κι ο Αλέξης μου, άνοιξα δικό μου μαγαζί στην οδό Γεωργίου Σταύρου 10, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα μαγαζί απλό. Το μόνο του στολίδι ήταν μια εικόνα του Χριστού που είχα κερδίσει σε μια λαχειοφόρο.
Εκεί κοντά έκανε πιάτσα με το τρίκυκλό του ο Γκοτζαμάνης, ο "Παοκτσής". Αυτός μου μετέφερε τα έπιπλα. Ο Γκοτζαμάνης έβλεπε την εικόνα του Χριστού στο μαγαζί και με πέρναγε για αγαθό. Μου είχε εμπιστοσύνη. Έτσι κύλησε ο χρόνος μέχρι το πρωί της 22 Μάη 1963, που του ζήτησα να μου μεταφέρει τ' απόγευμα κάτι έπιπλα. "Εχω δουλιά, δεν μπορώ", μου είπε. Εγώ επέμεινα: "Θα σε πληρώσω καλά. Θα σου δώσω παραπάνω λεφτά". "Δεν μπορώ - απάντησε - μην επιμένεις. Απόψε θα κάνω τη μεγαλύτερη τρέλα της ζωής μου. Μέχρι που θα σκοτώσω άνθρωπο". Δεν του έδωσα σημασία. Την άλλη μέρα διάβασα στην εφημερίδα για το "τροχαίο ατύχημα" του Γρηγόρη Λαμπράκη. Αλλά δεν ήταν τροχαίο, ήταν δολοφονία. Και 'γω τόξερα.
Είπα να πάω στην αστυνομία να το καταγγείλω, αλλά σκέφτηκα ότι μπορεί να την έπνιγαν τη δουλιά. Δεν είχα το θάρρος να πάω στα γραφεία της ΕΔΑ μόνος μου. Έστειλα τον παραγυιό μου. "Τ' αφεντικό μου ξέρει την αλήθεια - τους είπε - ελάτε στο μαγαζί να σας την πει".
Ήρθε ο Νίκος ο Τζέννος και ο Σύλλας ο Παπαδημητρίου. Με συμβούλεψαν να πάω στον εισαγγελέα, αφού μου επισημάνανε τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να είχε η αποκάλυψη της αλήθειας. Μου μίλησαν σταράτα κι αυτό μου έκανε εντύπωση. Πάλαιψα όλη νύχτα με τον εαυτό μου και το πρωί πήγα στον εισαγγελέα» είχε πει.
Οι επιπτώσεις ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως με απειλές, εκφοβισμούς, τραμπουκισμούς ακόμα και με δολοφονική επίθεση σε βάρος του. Κάποια στιγμή ο Σωτηρχόπουλος καταλήγει στο γραφείο του Σαρτζετάκη για να καταθέσει.
«Ο Σαρτζετάκης μου φέρθηκε καλά. Με ανέκρινε κάμποση ώρα και μου ζήτησε να ξαναπάω την άλλη μέρα για να δώσω συμπληρωματική κατάθεση. Εφυγα από το γραφείο του και τράβηξα για το μαγαζί μου. Η οδός Γεωργίου Σταύρου ήταν γεμάτη ασφαλίτες...
Την επόμενη μέρα πηγαίνοντας στην Εισαγγελία και τη στιγμή που βρισκόμουνα μπροστά στο γραφείο στρατολογίας, ένιωσα ένα χέρι να με αρπάζει από το σβέρκο και να με τραβάει. Πρόλαβα και είδα δίπλα μου ένα ημιφορτηγό. Υστερα ένα βαρύ πλήγμα με χτύπησε πίσω στο κεφάλι. Συνήλθα στο δημοτικό νοσοκομείο σ' έναν θάλαμο με 20 άδεια κρεβάτια. (...)
Δεν άργησε να φανεί κι η αδελφή μου η μεγάλη, που ήταν τότε πρόεδρος της οργάνωσης της ΕΡΕ στο "Κουλέ καφέ". "Γιώργο - μου είπε - μίλησα με τον Μήτσου (σσ: υποστράτηγος της Χωροφυλακής). Αν αναιρέσεις αυτά που είπες θα σου δώσουν διαμέρισμα στου Βότση".
"Αργά το βράδυ ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Μήτσου. ''Πως έπεσες βρε Σωτηρχόπουλε;", μου λέει ειρωνικά. "Δεν έπεσα, με χτύπησαν", του απαντώ. "Έλα, βρε παιδί μου, μην κάνεις έτσι κι εμείς θα τα βρούμε. Είμαστε από την ίδια οικογένεια", μου ξαναλέει ειρωνικά. (...)» περιέγραψε.
Ο Σωτηρχόπουλος σταμάτησε να έχει πελάτες στο μαγαζί του και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα. Σε βάρος του κατατέθηκε μήνυση για ψευδή καταγγελία. Προφυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Έμεινε εκεί για εννέα μήνες. Στη δίκη καταδικάστηκε. Έμεινε στη φυλακή άλλες τέσσερις... ημέρες. Τόση ήταν η ποινή του. Αποφυλακίστηκε δυο ημέρες πριν το πραξικόπημα. Ένα χρόνο αργότερα η αστυνομία τον συνέλαβε ξανά. Τον πήγαν στο Αστυνομικό Τμήμα του Ταύρου και του ζήτησαν να υπογράψει δήλωση. «Στείλτε με εξορία, δεν υπογράφω», είπε στον διοικητή.
- Τραγωδία στα Τρίκαλα: Η μειωμένη βάρδια, το διάλειμμα των πέντε και η μακάβρια διαδικασία ταυτοποίησης
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
- Πότε και πού θα «χτυπήσουν» δύο νέα κύματα κακοκαιρίας: Τι θα γίνει στην Αττική - Ανεβαίνει η θερμοκρασία
- Ιωάννα Τούνη για revenge porn: «Ντρέπεται και η ντροπή - Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει στραβισμό»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.