Μενού
protokollo_londinou
Υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας, τοιχογραφία της ζωφόρου της Αίθουσας Τροπαίων της Βουλής των Ελλήνων. | Wikipedia
  • Α-
  • Α+

Αρχικά να λύσουμε μία παρανόηση που μπερδεύει πολλούς όταν η συζήτηση φτάνει στο πώς η Ελλάδα κατάφερε να γίνει ανεξάρτητο κράτος.

Πρώτον, άλλο είναι η «Συνθήκη του Λονδίνου» (Ιούλιος του 1827) και άλλο το «Πρωτόκολλο του Λονδίνου» (Φεβρουάριος του 1830). Και οι δύο αυτές ιστορικές στιγμές, ωστόσο, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.

Δεύτερον, όταν ήρθε η πολυπόθητη ανεξαρτησία της Ελλάδας ήρθε επειδή το ήθελαν οι Μεγάλες Δυνάμεις προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα και όχι επειδή στα πολεμικά μέτωπα οι επαναστατημένοι Έλληνες πετύχαιναν τη μία νίκη μετά το άλλο. Ίσα – ίσα εκείνη την εποχή συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο.

Η κατάσταση την οποία είχαν να αντιμετωπίσουν οι επαναστατημένοι Έλληνες μετά από χρόνια απελευθερωτικού αγώνα ήταν η εξής: Ο ατρόμητος Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο αλύγιστος Αθανάσιος Διάκος, ο φλογερός Παπαφλέσσας, ο πολέμαρχος Μάρκος Μπότσαρης, ο ασταμάτητος Οδυσσέας Ανδρούτσος, όλοι τους από τα σπουδαιότερα ονόματα του ξεσηκωμού, πλέον δεν υπήρχαν.

Παράλληλα, οι εσωτερικές διαμάχες και ο αλληλοσπαραγμός «έτρωγαν» σαν το σαράκι το ηθικό των πολεμιστών. Η Τρίπολη ήταν στα χέρια των Τούρκων, η Αθήνα και η Ακρόπολη είχαν και αυτά «πέσει», σε ολόκληρο τον Μοριά μόνο το Ναύπλιο, τη Μονεμβασία και τη Μάνη κρατούσαν ακόμα τα άρματα και πολεμούσαν κατά των Οθωμανών.

Η «Συνθήκη του Λονδίνου»

Μέχρι που φτάνουμε στο κομβικό σημείο όπου Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους, αποφασίζουν να αναλάβουν δράση και να διευθετήσουν το ελληνικό ζήτημα. Καταλυτικό ρόλο σε όλο αυτό διαδραματίζει ο Τζορτζ Κάνινγκ, υπουργός Εξωτερικών και από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1827 πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας.

Επειδή στην αρχή όλης αυτής της διαδικασίας η Γαλλία είχε αρνηθεί να εμπλακεί, ο Κάνινγκ είχε φροντίσει να γίνει σαφές πως αν δεν εμπλακεί τότε θα αναλάβουν δράση μόνες του η Βρετανία και η Ρωσία με ότι και αν σήμαινε αυτό για τα γαλλικά συμφέροντα στην περιοχή. Έτσι οι Γάλλοι έγιναν το τρίτο μέρος αυτής της συμμαχίας.

Πριν από αυτό, ο Κάνινγκ είχε φροντίσει να κινητοποιήσει και τη Ρωσία, «παίζοντας» και σε αυτή την περίπτωση το δυνατό «χαρτί» της νευραλγικής γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας πάνω στον παγκόσμιο χάρτη.

Ο Κάνινγκ φρόντισε να έχει και μια εξαιρετικά σημαντική συνάντηση με τον Γάλλο βασιλιά Κάρολο ο οποίος φαίνεται πως κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του είπε στον βρετανό πολιτικό πως: «Δεν ανέχομαι να βλέπω εν αδιαφορία τους ομόθρησκούς μου Έλληνας εξολοθρευομένους υπό των Τούρκων και των Αιγυπτίων. Είμαι αποφασισμένος να ενεργήσω παν ό,τι είναι αναγκαίον εις παρεμπόδισιν τόσο αξιοθρηνήτου καταστάσεως». Και ο Κάνινγκ δεν ήθελε κάτι παραπάνω από αυτή τη δήλωση. Είχε κερδίσει αυτό που ήθελε.

Κανείς δεν ξέρει αν τα κίνητρα του Βρετανού πολιτικού ήταν καθαρά οικονομικά (αφού ήθελε η χώρα του να έχει «πατήσει» πόδι σε μια κρίσιμη περιοχή), ήταν φιλελληνικά ή και τα δύο. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ο Κάνινγκ είχε καταφέρει να πετύχει μια συμμαχία που πριν από λίγο καιρό φάνταζε δύσκολη. Και το κατάφερε αυτό κρατώντας ικανοποιημένες τόσο τη Γαλλία όσο και τη Ρωσία που διαφορετικά θα «σφάζονταν» για την κυριαρχία στο Αιγαίο.

Ταυτόχρονα παίρνοντας με το μέρος του τη Γαλλία ο Κάνινγκ κατάφερε και έβγαλε εκτός «παιχνιδιού» τον ανθέλληνα Αυστριακό Καγκελάριο Κλέμενς φον Μέττερνιχ ο οποίος ήταν ορκισμένος εχθρός της Επανάστασης και αποτελούσε μεγάλο εμπόδιο στις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συμφωνίας ανέλαβαν από την πλευρά της Γαλλίας ο πρίγκιπας Ιούλιος Πολινιάκ, στρατηγός και πρέσβης του βασιλείου της Γαλλίας στη Σαρδηνία.

Από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας ο αντικόμης Ουίλιαμ Δούδλεϊ, σύμβουλος του βασιλιά και αρχιγραμματέας της βρετανικής επικρατείας για τις εξωτερικές υποθέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Από την πλευρά της Ρωσίας ο πρίγκιπας Λιέβεν, στρατηγός του Πεζικού, γενικός υπασπιστής του τσάρου και διοικητής επίλεκτων ταγμάτων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Η Συνθήκη του Λονδίνου περιελάμβανε επτά άρθρα φανερά κι ένα συμπληρωματικό που ήταν μυστικό. Σε γενικές γραμμές προέβλεπε να υπάρξει ανακωχή μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών.  Η Ελλάδα έπρεπε να γίνει ένα ανεξάρτητο κράτος αλλά να δίνει ένα φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο του οποίου την επικυριαρχία έπρεπε να αναγνωρίσει.

Τέλος υπήρχε αναφορά και στα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους. Στη Συνθήκη του Λονδίνου προβλεπόταν πως στο υπό αναγνώριση ελληνικό κράτος θα περιλαμβάνονταν όσες περιοχές ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Οθωμανούς. Τότε οι Έλληνες προσπάθησαν να κάνουν μια «πονηριά» η οποία, όμως, δεν πέρασε. Ξεκίνησαν ένοπλες συγκρούσεις σε Ρούμελη, Εύβοια, Χίο και Κρήτη! Οι Μεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν και έτσι οι συγκρούσεις στα μέρη αυτά σταμάτησαν.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ωστόσο, μέσα στη Συνθήκη υπήρχε και ένα συμπληρωματικό άρθρο το οποίο έμεινε μυστικό. Αυτό που προέβλεπε το συγκεκριμένο άρθρο ήταν πως εάν η ανακωχή δε γινόταν δεκτή μέσα σε διάστημα ενός μήνα, οι Μεγάλες Δυνάμεις θα ελάμβαναν τα απαραίτητα μέτρα, κάτι που σήμαινε ότι δε θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν ακόμα και τα πυροβόλα τους για την επιβολή της ειρήνης.

Είναι η εποχή που ο Ιμπραήμ σαρώνει τον Μοριά και ο Κιουταχής τη Στερεά. Ο Σουλτάνος δεν είχε καμία διάθεση να σταματήσει να χτυπάει δίχως έλεος τους επαναστατημένους Έλληνες θεωρώντας πως σύντομα θα τελειώσει μαζί τους.

Την ώρα που ο Ιωάννης Καποδίστριας έπαιζε με σύνεση το «χαρτί» της διπλωματίας εκτιμώντας πως μπορούσε να ανατρέψει προς το ευνοϊκότερο για την Ελλάδα τη Συνθήκη του Λονδίνου, ο Ιμπράημ έδειχνε φοβερή αλαζονεία και επιτέθηκε στον συμμαχικό στόλο! Η επίθεση αυτή θεωρήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις σαν παραβίαση του μυστικού άρθρου της Συνθήκης.

Ακολούθησε η καθοριστική από κάθε άποψη Ναυμαχία στο κόλπο του Ναυαρίνου όπου η ήττα των Οθωμανών ήταν συντριπτική. Οι όροι της Συνθήκης του Λονδίνου επιβλήθηκαν διά της βίας και λίγο καιρό αργότερα οι Έλληνες κατάφεραν αυτό που από την αρχή ήθελαν. Όχι την αυτονομία τους αλλά την ανεξαρτησία τους!

Το περιβόητο «Πρωτόκολλο του Λονδίνου»

Κάτι περισσότερο από ένα χρόνο μετά την εμβληματική ναυμαχία του Ναβαρίνο (1827), η Οθωμανική Αυτοκρατορία που αντιστέκεται σθεναρά στις πιέσεις για δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους είναι «στριμωγμένη» καθώς έχει εμπλακεί σε πόλεμο με τη Ρωσία. Η ήττα (1829) σε αυτόν τον πόλεμο, ουσιαστικά αποτέλεσε την θρυαλλίδα των εξελίξεων και στο ελληνικό ζήτημα. Οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν, πλέον, να έχουν κάποια διαπραγματευτική δύναμη και ουσιαστικά υπέκυψαν στις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων για μια σειρά από ζητήματα, ένα εκ των οποίων ήταν και η ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Για να γίνει αυτό, ωστόσο, έπρεπε να λυθεί ένα εξαιρετικά σημαντικό θέμα: Ποια θα ήταν τα σύνορα του νέου ανεξάρτητου κράτους;

Σύμφωνα με το Ίδρυμα Μείζονος Έλληνισμού, ήδη από το Σεπτέμβριο του 1828 οι πρεσβευτές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας διασκέπτονταν στον Πόρο με στόχο να καταλήξουν σε μια πρόταση προς τις κυβερνήσεις τους σχετικά με τα εδαφικά όρια του ελληνικού κράτους. Στην κοινή τους πρόταση λήφθηκαν υπόψη, σ' ένα βαθμό, οι διεκδικήσεις της ελληνικής πλευράς, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν με τα υπομνήματα που τους απέστειλε ο Καποδίστριας στις 11/23 Σεπτεμβρίου και 30 Oκτωβρίου/11 Nοεμβρίου.

Eισηγήθηκαν λοιπόν να περιληφθούν στην ελληνική επικράτεια οι περιοχές της Στερεάς Ελλάδας που βρίσκονταν νοτίως της γραμμής που συνέδεε τον Aμβρακικό κόλπο στα δυτικά και τον Παγασητικό στα ανατολικά. Παρά τη γνωμάτευση αυτή κι ενώ η διάσκεψη στον Πόρο δεν είχε ολοκληρωθεί υπογράφτηκε στο Λονδίνο πρωτόκολλο μεταξύ του βρετανού υπουργού Εξωτερικών και των πρεσβευτών των άλλων δύο χωρών. Tο πρωτόκολλο αυτό (4/16 Nοεμβρίου 1828) άφηνε εκτός ελληνικής επικράτειας τη Στερεά Ελλάδα.

Στα σύνορα του υπό διαμόρφωση ελληνικού κρατικού μορφώματος θα περιλαμβάνονταν μόνο η Πελοπόννησος και οι Κυκλάδες. Ωστόσο, μερικούς μήνες αργότερα οι προτάσεις της διάσκεψης των τριών πρεσβευτών στον Πόρο έγιναν αποδεκτές. H συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού υιοθετήθηκε από τις Δυνάμεις στο Πρωτόκολλο της 10/22 Mαρτίου 1829 που υπογράφτηκε στο Λονδίνο· στα σύνορα αυτά δεν περιλήφθηκε και η Kρήτη. Tο Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η Oθωμανική Aυτοκρατορία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί το πρωτόκολλο αυτό, στο περιθώριο της συνθηκολόγησής της με τη Pωσία (Συνθήκη Aδριανούπολης).

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 3 Φεβρουαρίου 1830 και μετά από 12 ημέρες διαβουλεύσεων, οι τρεις Mεγάλες Δυνάμεις προχώρησαν στην υπογραφή ενός νέου πρωτοκόλλου, στο Λονδίνο και πάλι, το οποίο έμεινε γνωστό ως το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας.

Ουσιαστικά επρόκειτο για την πρώτη επίσημη διεθνή πράξη που αναγνώριζε την Eλλάδα ως κράτος κυρίαρχο και ανεξάρτητο και όχι φόρου υποτελές στην Oθωμανική Aυτοκρατορία. H σημαντική αυτή απόφαση συνοδευόταν από τον προσδιορισμό μιας νέας συνοριακής γραμμής. Στα εδάφη του νέου κράτους περιλαμβάνονταν οι περιοχές που βρίσκονταν μεταξύ των ποταμών Aχελώου στα δυτικά και Σπερχειού στα ανατολικά.

Mε τον τρόπο αυτό αποφευγόταν η γειτνίαση των δυτικών επαρχιών της Aιτωλοακαρνανίας με τη Λευκάδα, που, όπως και τα υπόλοιπα Eπτάνησα, βρισκόταν υπό αγγλική κυριαρχία. Aπό την άλλη δίνονταν στο ελληνικό κράτος, πέραν των Kυκλάδων και της Πελοποννήσου, οι Σποράδες και η Eύβοια.

Ως πολίτευμα καθιερώνεται η κληρονομική μοναρχία και οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν στην αναγόρευση του Λεοπόλδου του γερμανικού κρατιδίου του Σαξ Kόμπουργκ ως ηγεμόνα του ελληνικού κράτους ο οποίος, ωστόσο, αρνήθηκε να ανέλθει στον ελληνικό θρόνο.

Με άλλη διάταξη, γίνεται λόγος για την ελευθερία άσκησης της λατρείας της Καθολικής θρησκείας και τη νομική και πραγματική εξασφάλιση της αρχιερατικής εξουσίας των Καθολικών ιεραρχών στις υφιστάμενες Αρχιεπισκοπές και Επισκοπές τους. Είναι η πρώτη μειονοτική δέσμευση, που αναλαμβάνει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Κι αυτές οι αποφάσεις ωστόσο έμελλε να μην είναι οριστικές τόσο όσον αφορά τα σύνορα όσο και ως προς το πρόσωπο και τον τίτλο του ηγεμόνα. H τελική ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος θα επέλθει ενάμισυ περίπου χρόνο αργότερα, στα τέλη Αυγούστου του 1832.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...